Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 2018

Ευάγγελος Βενιζέλος

Σαρία και Ιεροδίκης: είναι επαρκής η νέα νομοθετική ρύθμιση;*

 

Όπως είπα και κατά τη συζήτηση στη Βουλή του νόμου 4521/2018 ( συνεδρίαση ΝΓ της Ολομέλειας, 9.1.2018), η ορθή και ολοκληρωμένη λύση είναι αναμφίβολα η κατάργηση της Σαρίας και η υπαγωγή όλων των σχετικών διαφορών και υποθέσεων στον Αστικό Κώδικα και στη δικαιοδοσία των Ελληνικών Δικαστηρίων. Είπα επίσης ότι το νομοσχέδιο το ψηφίζουμε – το ψήφισα και εγώ και το υπερασπίστηκα – ως ένα μεταβατικό, αναγκαστικό βήμα, ως μια ενδιάμεση κατάσταση, η συνταγματικότητα του οποίου και η συμβατότητά του με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και γενικότερα με τη διεθνή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου διασώζεται υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις και για τη μικρή χρονική διάρκεια που φαντάζομαι και ελπίζω ότι θα έχει αυτό το μεταβατικό στάδιο. Αναμένεται απόφαση της Grande Chambre του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με αφορμή την υπόθεση Μόλα Σάλι ( requete 20452/14) επί της οποίας εκδόθηκε η 1862/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η απόφαση αυτή, πιστεύω, ότι θα μας οδηγήσει σύντομα στον σωστό δρόμο και θα επιλύσει το ζήτημα το οποίο υπάρχει.

Επειδή τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα έχουν τεθεί και είναι απλά στην εκφώνησή τους και επειδή είμαστε στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και την εκδήλωση την οργανώνει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Συνταγματικού Δικαίου θα μου επιτρέψετε, να είμαι περισσότερο νομικός στην προσέγγισή μου.

Το βασικό ζήτημα το οποίο τίθεται και ετέθη και ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι εάν έχουμε κάποια διεθνή υποχρέωση ως χώρα να εφαρμόζουμε στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης το Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο ή εάν η επιλογή αυτή είναι μια ελεύθερη εθνική νομοθετική επιλογή. Εάν υπάρχει διεθνής υποχρέωσή μας, τότε θα έπρεπε να εξετάσουμε εάν αυτή είναι συμβατή με νεώτερες διεθνείς συνθήκες περιφερειακού ή διεθνούς επιπέδου. Περιφερειακού, εννοώ κυρίως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εάν η επιλογή μας είναι εθνική, πρέπει να εξετάσουμε αν αυτός ο εθνικός νόμος είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και τους διεθνείς κανόνες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Από αυτά τα ζητήματα θα έπρεπε κανονικά να μας έχει απαλλάξει η νομολογία. Σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό κράτος δικαίου ποιος απειλεί και ποιος προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα; Τα απειλεί ο νομοθέτης και η διοίκηση και τα προστατεύει ο δικαστής; Ή τα απειλεί ο δικαστής και τα προστατεύει ο νομοθέτης, όσο μπορεί. Έχω θέσει αυτό το ερώτημα στην ζωή μου πάρα πολλές φορές, και η απάντηση είναι ότι εξαρτάται, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Άλλοτε απειλεί τα δικαιώματα η εκτελεστική εξουσία, άλλοτε ο νομοθέτης, πάρα πολύ συχνά ο δικαστής. Και η φιλελεύθερη προσέγγιση, η δικαιοκρατική, στην πραγματικότητα πρέπει να κινείται ανάμεσα στις ρωγμές αυτού του συστήματος. Για αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να έχεις μια δικαιοκρατική νομολογία εθνική και για αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να είναι οργανωμένος ο διεθνής δικαστικός έλεγχος των εθνικών συνταγμάτων, των εθνικών νομοθεσιών αλλά και της εθνικής νομολογίας. Εννοώ κάτι το οποίο είναι τόσο απλό και προφανές αλλά θα το πω, γιατί όταν το παρουσιάζεις λεκτικά αποκτά καθαρότερες διαστάσεις. Παραβάτης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπορεί να είναι μόνο ο εθνικός δικαστής. Δεν μπορεί ούτε το εθνικό σύνταγμα ούτε ο εθνικός νόμος να παραβιάσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εάν δεν μεσολαβήσει απόφαση του ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου που μπορεί να επιληφθεί εξαντλώντας τα εσωτερικά ένδικα μέσα, γιατί μόνο έτσι καθίσταται παραδεκτή η ατομική προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Άρα, όλες οι παραβιάσεις συντελούνται από τον δικαστή. Ή συντελούνται πρωτογενώς ή επιβεβαιώνονται από τον εθνικό δικαστή. Άρα, όταν έγινε το βήμα με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου του 1990 που κυρώθηκε με τον Ν. 1920/1991, θα μπορούσε κάλλιστα, ήδη από τότε, να έχει θεωρηθεί ότι έγινε αυτό το μεταβατικό βήμα, το προχθεσινό. Θα μπορούσε να ερμηνευτεί η ρύθμιση αυτή ως προβλέπουσα την οικειοθελή και όχι την υποχρεωτική υπαγωγή στο Ιερό Μουσουλμανικό Δίκαιο. Ο Άρειος Πάγος, όμως, είπε, κατ´επανάληψη, ότι η υπαγωγή είναι υποχρεωτική και δεν υπάρχει δυνατότητα επιλογής. Δεν μπορεί να διαφύγει το μέλος της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης από την Σαρία. Είναι υποχρεωμένο, θέλει δε θέλει, να υπαχθεί στη Σαρία. Και, έτσι, ανέτρεψε και τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Εφετείου στην υπόθεση αυτή της κληρονομικής διαδοχής της κας Μόλα Σάλι.

Ο Άρειος Πάγος επανέλαβε αυτό το οποίο έχει πει με σειρά αποφάσεών του (2113/2009, 1862/2013,2138/2013,1370/2014) ότι ισχύει διεθνής υποχρέωση της χώρας και αυτή εδράζεται στη Συνθήκη των Αθηνών του 1914. Αυτή την άποψη δεν τη δέχεται το Συμβούλιο της Επικρατείας που σε σειρά αποφάσεών του (1333/2001,466/2003 και γνωμοδότηση ΝΣΚ 112/2009) έχει πει το αντίθετο. Ότι δεν ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών, ότι ούτως ή άλλως η μόνη διεθνής συνθήκη που ισχύει εν προκειμένω είναι η Συνθήκη της Λοζάνης η οποία προβλέπει ότι θα λαμβάνονται υπόψη τα έθιμα της μειονότητας, όχι ο Ιερός Μουσουλμανικός Νόμος και αυτό υπό τον όρο της αμοιβαιότητας, αλλά αμοιβαιότητα στο πεδίο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ούτως ή άλλως δεν ισχύει. Αυτό έχει αποσαφηνιστεί ούτως ή άλλως και από την θεωρία και από τη νομολογία και στη χώρα μας.

Προσέξτε τώρα την αντίφαση. Η νομολογία του Αρείου Πάγου που λέει ότι ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών και είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόσουμε την Σαρία χωρίς διαφυγή, θα πρέπει να οδηγήσει στην εκλογή του μουφτή. Δυνάμει της Συνθήκης των Αθηνών. Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που έχει εκδοθεί με αφορμή όχι τις υποθέσεις της Σαρίας αλλά το status του μουφτή, λέει ότι δεν ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών [ βλ. όμως τις παρατηρήσεις του Κ. Τσιτσελίκη, Η Συνθήκη των Αθηνών (1913) στην προκρούστεια κλίνη: Ένα κλασικό ζήτημα διεθνούς δικαίου και η θρησκευτική ελευθερία των μουσουλμάνων στην Ελλάδα (ΣτΕ,1333/2001, Τμήμα Γ ´)]. Και είναι συνεπέστερο αυτό. Η αιτιολογική έκθεση του νόμου 4511 /2018 λέει ρητά ότι δεν ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών και είναι εθνική μας πρωτοβουλία ό,τι κάνουμε. Η Ελληνική Δημοκρατία στη δίκη αυτή, στις 6 Δεκεμβρίου 2017, στο Μεγάλο Τμήμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δήλωσε ρητά ότι δεν ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών. Σε καμία υπόθεση έως τώρα ενδιαφέροντος μουσουλμανικής μειονότητας, δηλαδή, ούτε στα θέματα των σωματείων, ούτε στα θέματα της ποινικής δίωξης κατά των εμφανιζομένων ως μουφτήδων, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου δεν απεφάνθη, ασκώντας το jus decidendi , ούτε καν ως obiter dictum, για το αν ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών και υπάρχει διεθνής υποχρέωση. Τώρα, όμως, το θέμα ετέθη ευθέως και θα το αντιμετωπίσει, πιστεύω, το Δικαστήριο. Θα ανοίξει μετά το ζήτημα της συμμόρφωσης στην απόφαση του Δικαστηρίου. Νομίζω ότι θα φανεί ότι είναι ανεπαρκής και η ρύθμιση που ψηφίστηκε πρόσφατα για την συμμόρφωση στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, όταν υπάρχει αμετάκλητη απόφαση στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Ανοίγω, εδώ, μια μικρή παρένθεση. Όλα τα επιχειρήματα που κατά καιρούς ακούω, ότι, ναι, συμμορφωνόμαστε με αναψηλάφηση στην ποινική δίκη αν εκδοθεί απόφαση του Στρασβούργου, ναι, συμμορφωνόμαστε με επανάληψη της διαδικασίας στη διοικητική δίκη, αλλά στην πολιτική δίκη, στην εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών δεν μπορούμε να συμμορφωθούμε, ίσως με εξαίρεση την εκούσια δικαιοδοσία, γιατί εκεί υπάρχουν ιδιωτικά δικαιώματα και αξιώσεις που έχουν διαγνωσθεί δικαστικά, θεωρώ ότι δεν ευσταθούν. Διότι η ατομική προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι ένδικο μέσο, όπως και η αναίρεση. Άρα, δεν έχουν εξαντληθεί τα ένδικα μέσα. Δεν υπάρχει μια κατά κυριολεξία αμετάκλητη απόφαση. Η απόφαση καθίσταται, ας μου επιτρέπει ο όρος, πλήρως αμετάκλητη μόνο εφόσον εκδοθεί και απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή παρέλθει άπρακτη η προθεσμία άσκησης ατομικής προσφυγής. Άρα, δεν ανατρέπεται κανένα δεδικασμένο. Ούτως ή άλλως θα τεθεί το ζήτημα αυτό ξανά και θα φανεί ότι πρέπει να συμπληρώσουμε και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η εφαρμογή της Σαρίας μας φέρνει αντιμέτωπους με ακραία προβλήματα. Υπάρχει η υπόθεση, την ανέφερα στη Βουλή, γάμου ανηλίκων, οι οποίοι   μετεγκαταστάθηκαν στη Γερμανία όπου και συνελήφθη ο σύζυγος για απαγωγή ανηλίκου, της συζύγου του δηλαδή, η δε ανήλικη σύζυγος παραδόθηκε στις κοινωνικές υπηρεσίες και ο σύζυγος διώκεται ποινικά   έχοντας υποστατό γάμο, ο οποίος έχει τελεστεί κατά το μουσουλμανικό δίκαιο στην Ελλάδα, δι΄ αντιπροσώπου. Υπάρχουν, λοιπόν, τέτοια ζητήματα τα οποία αγγίζουν τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον βαθύτερο πυρήνα τους.

Όπως είπα και στην αγόρευσή μου στη Βουλή, υπάρχει σχετική απόφαση (Resolution 1704/2010) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης του 2010, υπάρχει έκθεση του Επιτρόπου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Thomas Hammarberg του 2009 και υπάρχει και η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Refah Partazi κατά Τουρκίας, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κόμμα που επικαλείται στο πρόγραμμά του τη Σαρία, ότι εάν γίνει κυβέρνηση θα εφαρμόσει τη Σαρία, μπορεί να τεθεί υπό απαγόρευση. Άρα υπάρχει, ας το πούμε, προγεφύρωμα, για τα θέματα αυτά. 

Τώρα, ο Μουφτής, δεν είναι, βέβαια, δικαστής. Όπως είπαμε και στη Βουλή, δεν πληρείται καμία από τις προϋποθέσεις του άρθρου 8, του άρθρου 20 και των άρθρων 87 και επόμενα του Συντάγματος. Ούτε του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Είπα στη Βουλή ότι η νέα νομοθετική ρύθμιση μπορεί να διασωθεί όσο διασώζεται, μεταβατικά, ως μια οιονεί διαιτησία. Προφανώς υπάρχουν θέματα δημοσίας τάξεως. Δεν υπάρχει εξουσία διαθέσεως. Ούτε υπάρχει, είναι καταγεγραμμένο στα πρακτικά της Βουλής αυτό, δικαίωμα παραίτησης από ατομικό δικαίωμα. Δεν είναι διαθέσιμο το ατομικό δικαίωμα. Αυτά τα έχει αντιμετωπίσει η νομολογία από τη Μεταπολίτευση και μετά. Θα θυμάστε ίσως , τη νομολογία του ΣτΕ για το νομικό καθεστώς των κληρικών της Εκκλησίας της Ελλάδος στην υπόθεση Πυρουνάκη. Όταν για να ταξιδέψει στο εξωτερικό ο κληρικός ήθελε άδεια του επιχώριου Μητροπολίτη και σε τελευταίο βαθμό της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Και υπήρχε το επιχείρημα ότι έχει γίνει κληρικός και έχει υπαχθεί οικειοθελώς σε ένα καθεστώς μειωμένης προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως είναι η ελευθερία της εισόδου και εξόδου της χώρας, η ελευθερία της κίνησης, δηλαδή. Και το Συμβούλιο της Επικρατείας πρωΐμως είπε (ενδεικτικές οι ΣτΕ 591/1976 ,2313/1976 ) ότι κατοχυρώνονται τα δικαιώματα, όπως προβλέπονται στο Σύνταγμα και για τους κληρικούς. Άλλο αν θα τιμωρηθεί κανονικώς, αν θα του επιβληθούν επιτίμια, πνευματικές ποινές, γιατί οι ποινές κατά το διοικητικό τους περιεχόμενο κινούνται στο πεδίο του πειθαρχικού δικαίου και αυτές είναι ελέγξιμες ακυρωτικά.

Τώρα, ο μουφτής μπορεί να διαχωριστεί σε θρησκευτικό λειτουργό και σε ιεροδίκη διορισμένο με βάση το Σύνταγμα αν θέλουμε να διασώσουμε τη μεταβατικότητα μιας διάταξης; Θα μπορούσε, προφανώς, να διαχωριστεί. Εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση. Πολιτική. Τώρα θα ανοίξω μια πολιτική αγκύλη. Η Τουρκία η οποία θεωρεί πολιτικά ότι διαθέτει ένα είδος droit de regard , θέτει ζήτημα εφαρμογής της Σαρίας; Το ζητάει από την Ελλάδα; Είναι αναμφίβολα εσωτερικό ζήτημα της Ελλάδος. Αλλά το ζητάει η Τουρκία, όπως εμείς ζητάμε να συμμορφωθεί η Τουρκία στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για τα περιουσιακά δικαιώματα ή να σεβαστεί το διεθνές status του Πατριαρχείου, ή να επαναλειτουργήσει η Σχολή της Χάλκης; Δεν έχω αποκομίσει την εικόνα, από τις δικές μου επίσημες επαφές, ότι ζητάει η Τουρκία να εφαρμόζεται η Σαρία. Η Τουρκία θέτει το θέμα της εκλογής του Μουφτή, στο πλαίσιο της θρησκευτικής ελευθερίας και διευκρινίζει ότι δεν θέτει ζήτημα εκλογής από το σύνολο των πιστών αλλά μόνο από τον κύκλο των μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών. Στο δε επιχείρημα ότι ο μουφτής εδώ ασκεί καθήκοντα δικαστικού λειτουργού, η απάντησή τους είναι να μη τα ασκεί. Ας τα ασκεί διορισμένος κρατικός υπάλληλος.  

Η ρύθμιση η μεταβατική, όσο ισχύει, θεσπίζει τεκμήριο μη υπαγωγής στον μουσουλμανικό νόμο και για τα θέματα προσωπικής κατάστασης και για τα θέματα γάμου και διαζυγίου και για τα θέματα κληρονομικής διαδοχής, χωρίς να λύνει όμως αλλά θέματα, όπως αυτά των προγενεστέρων, των γεγενημενών καταστάσεων που αφορούν και την   υπόθεση στην οποία αναφερθήκαμε και η οποία εκκρεμεί στο Στρασβούργο.

Τα προφανή και πρόδηλα προβλήματα έκανα μία προσπάθεια να τα λύσουμε καταθέτοντας μια τροπολογία. Από την τροπολογία αυτή ( με γενικό αριθμό 1425 και ειδικό 144 που κατατέθηκε στις 4.1.2018) υιοθέτησε η κυβέρνηση την αναφορά στις υπερέχουσες νομικά ουσιαστικές διατάξεις δυνάμει των οποίων ελέγχει ο δικαστής την απόφαση του Μουφτή. Προβλέπεται δηλαδή ρητά ότι ο έλεγχος γίνεται με βάση το Σύνταγμα, με ειδική αναφορά στο άρθρο 4 παρ. 2 για την ισότητα των φύλων και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ήθελα να αναφέρονται όλοι οι υπερνομοθετικής ισχύος κανόνες. Όμως δεν έγινε δεκτό να κοινοποιούνται αυτές οι αιτήσεις στον Εισαγγελέα και ο Εισαγγελέας να καθίσταται διάδικος, στο όνομα του νόμου και της δημόσιας τάξης, και να προβλέπεται η άσκηση όλων των ενδίκων μέσων, τακτικών και εκτάκτων κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Γιατί τώρα αποφαίνεται το Μονομελές Πρωτοδικείο- καθ΄ ον τρόπον αποφαίνεται – προβλέπεται προσφυγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αλλά δεν υπάρχουν ένδικα μέσα μετά. Ενώ η παράσταση του Εισαγγελέα ως διαδίκου και τα ένδικα μέσα θα διέσωζαν ορισμένες καταστάσεις, εφόσον οίκοθεν ο δικαστής δεν θέτει τα θέματα. Γιατί εδώ πρόκειται για έλεγχο συνταγματικότητας και έλεγχο συμβατότητας με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση εκ μέρους των διαδίκων και προβολή σχετικού ισχυρισμού.

Οι εκκρεμότητες που υπάρχουν φάνηκαν στα ερωτήματα των μελών του ΕΔΔΑ που ετέθησαν στη συζήτηση της 6.12.2017 στο Στρασβούργο. Το πρώτο ερώτημα αφορούσε την ισχύ της Συνθήκης των Αθηνών και δόθηκε απάντηση από την Ελληνική Δημοκρατία. Ετέθη το θέμα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και εύλογης προστασίας των αδερφών του κληρονομουμένου, διότι το Πρόσθετο Πρωτόκολλο μέσω της προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων ενδεχομένως μπορεί να θεωρηθεί ότι προστατεύει και το δικαίωμα προσδοκίας. Τα μείζονα ζητήματα είναι βεβαίως η ισότητα των φύλων και η θρησκευτική ισότητα, δηλαδή τέθηκαν ανοικτά τα ερωτήματα, εάν ο κληρονόμος ήταν ο σύζυγος, αν ήταν αντίστροφη η διαδοχή, ποια θα ήταν τα κληρονομικά μερίδια; Προφανώς τελείως διαφορετικά. Διπλάσια, ειπώθηκε ότι θα ήταν. Άρα ισότητα των φύλων. Αν η σύζυγος δεν ήταν μουσουλμάνα, δεν θα είχαμε υπαγωγή στο μουσουλμανικό νόμο και βεβαίως όλα αυτά κατά βάθος μας φέρνουν στα ζήτημα της δημόσιας τάξης και της αναλογικότητας.

Η θέση της Ελληνικής Δημοκρατίας ομολογώ ότι ήταν κάπως αντιφατική διότι υπερασπίζεται τη νέα ρύθμιση, ισχυρίζεται ότι δεν ισχύει η Συνθήκη των Αθηνών, αλλά αντικρούει την αίτηση. Αν κατάλαβα καλά προβάλει και το δικονομικό επιχείρημα ότι δεν εξαντλήθηκαν τα εσωτερικά ένδικα μέσα στη δεύτερη, στην μετ΄αναίρεση διαδικασία που είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα, αν δηλαδή αναιρεθεί η τελεσίδικη απόφαση και ο ητττηθείς διάδικος έχει ασκήσει ατομική προσφυγή, οι μετ΄αναίρεση αποφάσεις επί της ουσίας, μετά από παραπομπή, ανοίγουν θέμα αναμονής εξαντλήσεως ξανά των ένδικων μέσων; Γιατί αυτό μπορεί να είναι αέναο, μπορεί να μην τελειώνει ποτέ. Εν προκειμένω μετά την 1862/ 2013 αναιρετική απόφαση του ΑΠ , η εκδόθηκε επί της ουσίας η 183/2015 απόφαση του Εφετείου Θράκης που ακολουθεί επί του νομικού ζητήματος την απόφαση του ΑΠ και κατά αυτής ασκήθηκε και πάλι αίτηση αναίρεσης. Ούτως ή άλλως από την νομολογία για άλλες υποθέσεις ελληνικού ενδιαφέροντος στο παρελθόν, μεταξύ αυτών και για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, προκύπτει η υποχρέωση να εισάγονται διατάξεις διαχρονικού δικαίου, διατάξεις μεταβατικές σε κάθε ρύθμιση, που εδώ εν μέρει μόνο εισάγονται με το νόμο ως προς τις ήδη υπάρχουσες διαθήκες. Μπορεί να υπήρχε ανάγκη να εισαχθούν ευρύτερου περιεχομένου ρυθμίσεις διαχρονικού δικαίου. 

Άρα έγινε ένα βήμα και το στηρίξαμε. Το βήμα αυτό διασώζεται από πλευράς νομικής ως μεταβατικό με τον τρόπο και τις προϋποθέσεις που είπα. Το ολοκληρωμένο σχήμα είναι η πλήρης κατάργηση της Σαρίας, η υπαγωγή στον αστικό κώδικα και στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. 

 

* Ομιλία σε ομότιτλη δημόσια συζήτηση που οργάνωσε στις 29.1.2018 στην αίθουσα του ΔΣΑ, το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου / Ίδρυμα Τσάτσου

 

Tags: Κράτος και ΕκκλησίαΔικαιοσύνηΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018