Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

Ευάγγελος Βενιζέλος



Συνταγματική Αναθεώρηση και Δικαιοσύνη*

 

Ευχαριστώ τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών για την πρόσκληση και όλους τους παρισταμένους για την συμμετοχή τους.

Α. Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω από μια όσο γίνεται πιο επιγραμματική, υπενθύμιση του κεκτημένου της Αναθεώρησης του 2001, της τελευταίας που ασχολήθηκε με θέματα του κεφαλαίου περί Δικαστικής Εξουσίας. Με την Αναθεώρηση του 2001 συντελέστηκαν πάρα πολλές αλλαγές στο κεφάλαιο της Δικαστικής Εξουσίας, τις οποίες φαίνεται ότι τις έχουμε λησμονήσει. Δεν δικαιολογείται διαφορετικά το γεγονός ότι έχουν μείνει αναξιοποίητα τεράστια αποθέματα κανονιστικής ύλης του Συντάγματος στα θέματα τα σχετικά με την οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Θυμίζω, λοιπόν, ότι το 2001, στον πυλώνα της οργάνωσης και λειτουργίας της Δικαιοσύνης και της ενίσχυσης της εσωτερικής ανεξαρτησίας της, τροποποιήθηκε η διάταξη για την επιλογή στις κορυφαίες θέσεις με την επιβολή μέγιστης, τετραετούς, θητείας στους επιλεγομένους για τις θέσεις των προέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των γενικών επιτρόπων. Διεξήχθη πολύ μεγάλη συζήτηση επί πολλά χρόνια, από το 1995 έως το 2001, για την αλλαγή του συστήματος επιλογής. Εξετάστηκαν διεξοδικά όλες οι πιθανές λύσεις.

Θέλω να υπενθυμίσω μόνο ότι η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας συνέταξε ειδικό πολυσέλιδο πρακτικό, τασσόμενη υπέρ της διατήρησης του ισχύοντος συστήματος, παρότι οι προτάσεις των κομμάτων και η δική μου προσωπική πρόταση ήταν διαφορετικές. Η δική μου ήταν η επιλογή να γίνεται από ένα ενιαίο για όλους τους κλάδους Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με την συμμετοχή όχι μόνο δικαστών, αλλά του συνόλου του νομικού κόσμου της χώρας. Επεκράτησε όμως η λύση στην οποία μπορούσε να επιτευχθεί συναίνεση, δηλαδή η λύση στην οποίαν μπορούσε να συμφωνήσουν τα κόμματα και να σχηματίσουν πλειοψηφία 180 βουλευτών. 

Αντίστοιχη συζήτηση έγινε και για τον κύκλο των υποψηφίων για τη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, αν έπρεπε ο κύκλος να περιοριστεί στους αντεισαγγελείς τους προερχόμενους πλέον όλους από τον εισαγγελικό κλάδο ή να περιλαμβάνει και τα μέλη του Αρείου Πάγου όπως και τα περιλαμβάνει ακόμα.

Η δεύτερη μεγάλη παρέμβαση αφορούσε τη χειραφέτηση δικαστικών κλάδων. Προβλέφθηκε   η δυνατότητα προαγωγής των τακτικών διοικητικών δικαστών στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας, στην πραγματικότητα άλλαξε η δομή και η νοοτροπία σε κάποιο βαθμό της Διοικητικής Δικαιοσύνης. Προβλέφθηκε ότι η εξέλιξη στο Ελεγκτικό Συνέδριο είναι εσωτερική, χωρίς μετατάξεις, όπως συνέβαινε   κυρίως από την Τακτική Πολιτική και Ποινική Δικαιοσύνη, λιγότερο από τα Διοικητικά Δικαστήρια και σπανίως από το Συμβούλιο της Επικρατείας. 

Προστέθηκε ερμηνευτική δήλωση κάτω από το άρθρο 88, με βάση την οποία μπορεί να επιλυθεί το ζήτημα των πολιτικών Δικαστηρίων πρώτου βαθμού, δηλαδή το περιβόητο ζήτημα των Ειρηνοδικείων και των Ειρηνοδικών, υπό όρους και προϋποθέσεις.

Προβλέφθηκε ότι οι αντεισαγγελείς του Αρείου Πάγου μετέχουν στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου όταν αυτή λειτουργεί ως όργανο δευτεροβάθμιας κρίσης των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Στα ίδια δε τα Ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια προβλέπεται συμμετοχή δυο παρατηρητών, βαθμού τουλάχιστον εφέτη ή αντεισαγγελέα Εφετών. Διευρύνθηκαν επίσης οι λόγοι προσφυγής στην Ολομέλεια. 

Συγκροτήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88, παρ.2, το λεγόμενο «μισθοδικείο», για τα θέματα που έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και σχετίζονται με αποδοχές και συντάξεις των δικαστικών λειτουργών - η νομολογία έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα παρερμηνείας του άρθρου αυτού, θα τα δούμε ίσως αν χρειαστεί. 

Ρυθμίστηκαν τα σχετικά με τις διαιτησίες και τα διοικητικά καθήκοντα των τακτικών λειτουργών.

Ρυθμίστηκαν θέματα υπηρεσιακής κατάστασης Δικαστικών Υπαλλήλων που κρίνονται από υπηρεσιακά πλέον και όχι Δικαστικά Συμβούλια. 

Αντίστοιχη παρέμβαση έγινε σε ζητήματα δικαιοδοσίας και ενδίκων βοηθημάτων και μέσων:

Στο άρθρο 94 προβλέφθηκε η διαπλαστική δυνατότητα του κοινού νομοθέτη ως προς την έννοια της διοικητικής διαφοράς, της ιδιωτικής διαφοράς και της υπόθεσης εκούσιας δικαιοδοσίας.

Προβλέφθηκε η από κοινού αντιμετώπιση των διοικητικών διαφορών, ουσίας και ακυρωτικών, τόσο στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια όσο και στο Συμβούλιο Επικρατείας.

Προστέθηκε στην παράγραφο 3 του άρθρου 94, η δυνατότητα κατηγορίες ιδιωτικών διαφορών ή διοικητικών διαφορών ουσίας, να ενώνονται ως συναφείς είτε στα Πολιτικά Δικαστήρια είτε στα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια. 

Ενισχύθηκε με δυο διατάξεις, 94 παράγραφος 4 και 95 παράγραφος 5, η συμμόρφωση στις Δικαστικές Αποφάσεις. Γενικά στο άρθρο 94 και ειδικά ως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας στο άρθρο 95.

Αναδιατυπώθηκε η συνταγματική βάση του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του ΣτΕ έτσι ώστε να διαπλαστεί με πολύ μεγάλη αυστηρότητα ως προς τις προϋποθέσεις   του παραδεκτού.

Προβλέφθηκε ρητά η ακυρωτική αρμοδιότητα των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ακόμη και χωρίς έφεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας για κατηγορίες υποθέσεων.

Επαναρυθμίστηκαν οι αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Εντάθηκαν οι έννομες συνέπειες και κυρώσεις για την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στις δικαστικές αποφάσεις κατά το άρθρο 93 παράγραφος 3, εδάφιο β´ .

Έγινε επίσης παρέμβαση σημειακή, αλλά πολύ σημαντική, στον τρίτο μεγάλο πυλώνα που είναι ο Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας των νόμων με την συγκέντρωση της αρμοδιότητας άσκησης του ελέγχου στο επίπεδο των Ανωτάτων Δικαστηρίων, στις Ολομέλειες τους. Τα τμήματα, τώρα, είναι υποχρεωμένα να παραπέμπουν, σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 5, ζητήματα αντισυνταγματικότητας, όταν τείνουν προς τη διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας, στην Ολομέλεια του οικείου Δικαστηρίου.

 

Β. Στην υπό συζήτηση Αναθεώρηση, για να έχουμε ένα ρεαλιστικό μέτρο, μια αίσθηση της κοινοβουλευτικής και πολιτικής πραγματικότητας, το πρώτο κυβερνών κόμμα, ο Σύριζα, δεν προτείνει καμία αλλαγή στο κεφάλαιο περί Δικαστικής Εξουσίας. Άρα οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας οι οποίες αφορούν ορισμένα θέματα, δεν έχουν προοπτική να αποκτήσουν πλειοψηφία 151 ψήφων και να εισαχθούν στην επόμενη Βουλή. Παρά μόνο, αν υποθέσουμε, ότι θα συμφωνήσει κάπου η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. 

Βασική ιδέα της Νέας Δημοκρατίας είναι να αλλάξει η φύση του Δικαστικού Ελέγχου. Να μονιμοποιηθεί, ως Συνταγματικό Δικαστήριο, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο με μόνιμη σύνθεση. Να συγκεντρώσει το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο τις αρμοδιότητες όλων των ειδικών δικαστηρίων που προβλέπονται στο Σύνταγμα από το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 μέχρι το Ειδικό Δικαστήριο αγωγών κακοδικίας φυσικά και τις αρμοδιότητες του «μισθοδικείου». Και ο Πρόεδρός του να αναπληρώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά να είναι και ο υπηρεσιακός Πρωθυπουργός.

Προτείνεται να αυξηθεί το όριο ηλικίας στο εβδομηκοστό, ενώ προβλέπεται ασυμβίβαστο για μια τριετία ως προς τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στη κυβέρνηση ή σε πολιτικές θέσεις.

Η επιλογή για τις κορυφαίες θέσεις προτείνεται να γίνεται από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή μεταξύ των αρχαιοτέρων, χωρίς όμως να προβλέπεται ρητά στην πρόταση η ανάγκη συγκέντρωσης αυξημένης πλειοψηφίας έστω τριών πέμπτων.

Αναμορφώνεται κάπως η πειθαρχική εξουσία. 

Γίνονται ορισμένες γενικές αναφορές στην επιτάχυνση με απευθείας εισαγωγή στα ανώτατα δικαστήρια, φαντάζομαι ότι εννοούν ότι η πιλοτική δίκη του Συμβουλίου της Επικρατείας θα μεταφερθεί και στα Πολιτικά Δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο.

Προβλέπεται επίσης ρητή απαγόρευση των δικονομικών προνομίων του δημοσίου.

Αυξάνονται οι ελεγκτικές αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αλλά μειώνονται οι δικαστικές.

Αυτό είναι το πανόραμα, γιαυτό συζητάμε. Δεν πρόκειται εύκολα να εισαχθούν άλλα θέματα στη συζήτηση. Τώρα, εάν θέλαμε να μιλήσουμε λίγο πιο αφηρημένα, λίγο πιο φιλόδοξα, χωρίς να έχουμε τους φραγμούς του κοινοβουλευτικού συσχετισμού και της αναθεωρητικής διαδικασίας, θα λέγαμε ότι Σύνταγμα αφιερώνει πολλές διατάξεις και πολλές λέξεις στη Δικαστική Εξουσία λόγω καχυποψίας απέναντι στον κοινό νομοθέτη. Τους ιστορικούς λόγους τους εξήγησε ο Ν. Αλιβιζάτος, αλλά αυτοί οι ιστορικοί λόγοι, έχουν επιβεβαιωθεί πάμπολλες φορές στην πορεία της ελληνικής πολιτικής Ιστορίας. Υπάρχει και κάτι άλλο όμως, υπάρχει μια θεσμική υποκρισία. Όταν δεν μπορείς να βρεις τις εγγυήσεις στη συνείδηση και στην πρακτική των «παικτών», αναζητάς διατάξεις, προκειμένου να τις επικαλείσαι είτε ως επιχείρημα είτε ως πρόσχημα.

 

Γ. Εν πάση περιπτώσει, για να απλουστεύω τα πράγματα, θα έλεγα ότι έχουμε ένα πρώτο κεφάλαιο με τα συνταγματικά θεμέλια της Δικαιοσύνης που είναι στην πραγματικότητα τα θεμέλια των θεμελίων του Κράτους Δικαίου. Το δικαίωμα στο νόμιμο δικαστή, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, θα έλεγα εδώ ειδικά, το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη και θα προσέθετα και από το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη και από το σύνολο των ρυθμίσεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των πρόσθετων πρωτοκόλλων της, δυο αρχές: το τεκμήριο αθωότητας και το ne bis in idem.

Χρειαζόμαστε τίποτα παραπάνω στο Σύνταγμα; Όχι βεβαίως. Όλα υπάρχουν. Άλλωστε οι διατάξεις του Συντάγματος πρέπει να ερμηνεύονται σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και γενικότερα το Διεθνές Δίκαιο προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, την Οικουμενική Διακήρυξη, το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε αρμονία με τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στο πεδίο εφαρμογής του. Αλλά το πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των προσθέτων πρωτοκόλλων της είναι και η εθνική έννομη τάξη. Άρα τα συνταγματικά θεμέλια της Δικαιοσύνης είναι πλήρη και τα αξιοποιεί η νομολογία, ιδίως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τώρα μάλιστα σε σχέση και με το τεκμήριο αθωότητας, όταν εμπλέκονται και διοικητικές κυρώσεις για παράδειγμα στη λαθρεμπορία ή σε σχέση με το ne bis in idem, έχουμε πλήθος σημαντικών αποφάσεων.

Ο δεύτερος πυλώνας είναι η οργάνωση και λειτουργία της Δικαιοσύνης. Στα ζητήματα κατανομής δικαιοδοσίας, ενδίκων βοηθημάτων και μέσων, χρειαζόμαστε κάτι; Χρειαζόμαστε να αξιοποιήσουμε τις πολύ μεγάλες δυνατότητες που εμπεριέχει το Σύνταγμα. Ιδίως μετά την Αναθεώρηση του 2001. Όλα μπορούν να γίνουν. Σε σχέση με τους ρυθμούς απονομής, την καθυστέρηση, την επιτάχυνση, τις δικονομικές απλουστεύσεις, μας λείπει κάτι στο Σύνταγμα; Δεν μπορεί να εισαχθεί η πολιτική δίκη στην πολιτική Δικαιοσύνη; Προφανώς μπορεί . Θα έλεγα ακόμα και στην ποινική δίκη , αν και εκεί είναι πολύ πιο σοβαρά τα προβλήματα της δίκαιης δίκης με βάση την νομολογία του Στρασβούργου. Τα πάντα μπορούν να γίνουν.

Ένα ζήτημα χρειάζεται ρύθμιση. Όχι επειδή λείπει από το Σύνταγμα, αλλά επειδή αυτό προέκυψε λόγω της δυστοκίας των θεμάτων σε επίπεδο πρακτικής. Οι εναλλακτικές μορφές απονομής Δικαιοσύνης. Ο έλεγχος του παραδεκτού με in camera κρίση για τις προδήλως αβάσιμες ή προδήλως απαράδεκτες αγωγές ή μηνύσεις. Η σύνθεση μόνου δικαστή, όλα όσα κάνει το Στρασβούργο δικονομικά μπορεί να τα κάνει και ο εθνικός Δικαστής. Όλα μπορούν να γίνουν. Στις εναλλακτικές μορφές και ενδεχομένως και στον ποινικό συμβιβασμό, λόγω των ενστάσεων που κατά καιρούς εμφανίζονται, θα μπορούσε ίσως να προστεθούν μικρές φράσεις, γεμάτες από κανονιστική δύναμη μέσα στο Σύνταγμά μας. Κατά την γνώμη μου, μετά από την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και για τον ποινικό συμβιβασμό και για τις εναλλακτικές μορφές, ούτε αυτό χρειάζεται, αλλά εν πάση περιπτώσει αν υπήρχε κάποιο σημείο άξιο προσθήκης στο Σύνταγμα , θα ήταν αυτό .

Ο τρίτος πυλώνας είναι η Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Η λειτουργική, η προσωπική. Λείπει κάτι; Λέμε όλοι, λείπει η αρμόζουσα ρύθμιση για την επιλογή της ηγεσίας. Κοιτάξτε, πράγματι, επιλέγονται περίπου 35 Δικαστές ανάλογα με των αριθμό των Αντιπροέδρων. Τώρα που έχει αυξηθεί ο αριθμός των Αντιπροέδρων στα Ανώτερα Δικαστήρια, έχει αυξηθεί και ο κύκλος των επιλεγομένων από πολιτικά όργανα. Αλλά δεν υπάρχει Συνταγματικό Δικαστήριο, σε αρκετές χώρες και Ανώτατο, στο οποίο η επιλογή να μην γίνεται είτε από πολιτικά όργανα είτε από διευρυμένο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο με συμμετοχή και μη Δικαστών. Ποιο είναι το κορυφαίο παράδειγμα όπου η Δικαιοσύνη λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο; Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ποιος επιλέγει τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών; Ο Πρόεδρος με έγκριση της Γερουσίας. Τι είναι οι δικές μας συγκρούσεις για την επιλογή της ηγεσίας; Μηδαμινές, αστείες μπροστά στην σύγκρουση μεταξύ του Προέδρου Τραμπ και της Γερουσίας, της αντιπολίτευσης της δημοκρατικής. Θυμάστε τι έγινε πριν από λίγες εβδομάδες στην διαδικασία επιλογής του δικαστή Kavanaugh, θυμάστε τις καταγγελίες για τον λόγο παραίτησης του προκατόχου του, του δικαστή Κέννεντυ, μα τα ίδια δεν έχουνε γίνει πάμπολλες φορές; Από την υπόθεση Μποργκ μέχρι την υπόθεση Κλάρενς Τόμας, τα ίδια. Κάθε μέλος του Δικαστηρίου από τα εννιά, είναι και μια περιπέτεια, είναι μια κινηματογραφική ταινία. Αυτό είναι το Ανώτατο Δικαστήριο, το πανίσχυρο που σε σύστημα ενιαίας δικαιοδοσίας λειτουργεί και ως Ανώτατο και ως Συνταγματικό, με certiorari και με stare decisis, με βαρύτητα της νομολογίας που διαμορφώνει το Σύνταγμα της χώρας.

Εν πάση περιπτώσει όμως, πράγματι, θα μπορούσε να γίνει μια παρέμβαση η οποία αξιοποιεί αυτό που ήδη έγινε νομοθετικά, την ακρόαση την οποία θεώρησε ως περιττή ή ίσως και αντισυνταγματική η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Την ακρόαση των προτεινομένων προς επιλογή από τη Διάσκεψη των Προέδρων. Είμαι μέλος της Επιτροπής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την επιλογή των μελών του ΕΔΔΑ . Τους 47 Δικαστές που δικάζουν τα δικαστήριά μας, γιατί περί αυτού πρόκειται, τους επιλέγει η Κοινοβουλευτική Συνέλευση. Τους εξετάζει η Επιτροπή, πολύ μικρής σύνθεσης, στην οποία μετέχω ενεργά, εξετάζω συνεχώς και ψηφίζω δικαστές από όλες τις χώρες, από όλα τα δικαστικά συστήματα με σοβαρές συζητήσεις και επί της ουσίας και νομικές συζητήσεις αλλά και συζητήσεις νοοτροπίας.

Αναφέρθηκε ο Νίκος Αλιβιζάτος στη σημερινή απόφαση του ΕΔΔΑ για τη Σαρία, η οποία αφορά την κληρονομική διαδοχή, κατά τον Αστικό Κώδικα και όχι κατά την Σαρία, Molla Sali κατά Ελλάδας. Ποιον ελέγχει το Στρασβούργο; Πάντα τον Δικαστή. Για να οδηγηθεί η χώρα ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Άρα η τελευταία απόφαση, αυτή που καθιστά παραδεκτή την προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, είναι μια δικαστική πράξη. Θα μπορούσε ο Δικαστής να κρίνει τον νόμο αντισυνταγματικό ή να κρίνει τον νόμο αντίθετο με την Σύμβαση και να εκδώσει άλλη απόφαση . Όπως θα μπορούσε και εν προκειμένω. Ο Άρειος Πάγος μας πήγε για τη σαρία στο Δικαστήριο. Ο Άρειος Πάγος μας πήγε για την παραβίαση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι που το τώρα εκκρεμεί στην Επιτροπή Υπουργών. Είμαι ο εισηγητής της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης για την συμμόρφωση των κρατών-μελών στις αποφάσεις. Τώρα πρέπει να επιληφθώ της απόφασης αυτής για να δω αν η Ελληνική Δημοκρατία θα συμμορφωθεί. Για να συμμορφωθεί η Ελληνική Πολιτεία χρειάζεται παρέμβαση του νομοθέτη; Όχι, χρειάζεται συμμόρφωση του Δικαστή. Διότι έκρινε το Δικαστήριο, ότι ο νέος νόμος του 2018 για την Σαρία, είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα. Απεφάνθη ότι δεν ισχύει η νομολογία του Αρείου Πάγου για τη Συνθήκη των Αθηνών του 1914, η οποία υποτίθεται καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή της Σαρίας. Αυτό το απέρριψε ρητά το ΕΔΔΑ. Άρα το εθνικό δικαστήριο δημιουργεί το πρόβλημα σε όλες τις εκκρεμότητες που έχουμε. 

Άλλα βεβαίως, θεωρώ ότι το να επιλέγεται η ηγεσία της Δικαιοσύνης από Κοινοβουλευτική Επιτροπή με αυξημένη πλειοψηφία είναι ευεργετικό, σωστό και απλό. Όχι μόνο το Υπουργικό Συμβούλιο. Άρα και άλλες κατηγορίες δικαστών, άλλες νοοτροπίες, συναινέσεις, αυτό αλλάζει τις συμπεριφορές γενικώς. Και είδαμε μια σημαντική ένδειξη, την οποία πρέπει να υπογραμμίσω, ότι η πλειοψηφείσασα Δικαστής, στη Διάσκεψη των Προέδρων, για την επιλογή στη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, τελικά επελέγη από το Υπουργικό συμβούλιο, ως Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτή που συγκέντρωσε τη μεγαλύτερη δυνατή πλειοψηφία με ψήφους και της Αντιπολίτευσης και της Κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αλλά θέλετε να πούμε μεταξύ των δέκα αρχαιοτέρων για τον Πρόεδρο; Θέλετε να λέμε των κάθε δέκα επομένων για κάθε θέση Αντιπροέδρου; Η προεπιλογή δεν μου φαίνεται σοβαρή μέσα σε ένα σώμα το οποίο είναι σώμα σαράντα, σαράντα πέντε ανθρώπων όταν έχεις δέκα θέσεις Αντιπροέδρων.

Αλλά αυτό το οποίο είναι το κρίσιμο, δεν είναι το πως επιλέγεται, είναι το τι αρμοδιότητες έχει. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επικαλούμενος την ιεραρχική δομή της Εισαγγελίας μπορεί να ελέγχει όλο τον κλάδο; Μπορεί να ελέγχει πλήρως τους αντιεισαγγελείς τους και αρχαιότερους του ενδεχομένως ως εισαγγελικούς λειτουργούς με την επίκληση της ιεραρχικής δομής της εισαγγελίας; Ακόμη κι όταν τα καθήκοντα είναι αμιγώς δικανικά; Αλλά στην προδικασία πώς να ξεχωρίσεις τι είναι δικανικό τι δεν είναι, τι είναι πειθαρχικό, τι είναι ποινικό; Ο Πρόεδρος ή οι Αντιπρόεδροι που ασκούν κρίσιμες αρμοδιότητες ; Στον προσδιορισμό και στον ορισμό εισηγητή . Στη συγκρότηση των συνθέσεων. Όταν έχεις συνθέσεις οι οποίες διαμορφώνονται με τον Πρόεδρο, τον εισηγητή και έναν ακόμη μετά ψήφου - γνωρίζεις πώς θα γίνει η σύνθεση. Βεβαίως είναι μεγάλη η εξουσία του Προέδρου και των αντιπροέδρων. Αυτά όμως μπορεί να τα ρυθμίσει ο νομοθέτης.

Για τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας. Έχουμε μια παράδοση. Μια παράδοση διάχυτου ,συγκεντρωτικού και παρεμπίπτοντος ελέγχου. Είναι αλήθεια αυτό; Όχι. Ο έλεγχος είναι τύποις διάχυτος και στην πραγματικότητα συγκεντρωτικός. Συγκεντρώνεται πλέον στις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων και κατ´ εξοχήν ,για τους νόμους τους επίκαιρους, τους κρίσιμους που αφορούν το δημοσιονομικό και οικονομικό Σύνταγμα, στην Ολομέλεια του ΣτΕ. Ούτως ή άλλως με αίτηση ακυρώσεως πας αμέσως εκεί. Αλλά και με άλλα ένδικα βοηθήματα , μέσω της πιλοτικής δίκης πάλι πας εκεί. Είναι μήπως παρεμπίπτων; Όχι, το κύριο ζήτημα είναι η συνταγματικότητα. Είναι συγκεκριμένος; Όχι βεβαίως. Η υποχρέωση συμμόρφωσης δεν παραμένει στα όρια του υποκειμενικού και αντικειμενικού δεδικασμένου. Το res interpretata είναι πολύ μεγαλύτερο, το οποίο ισχύει εν προκειμένω. Το βλέπουμε στα αναδρομικά, στα δώρα, παντού. Άρα ο έλεγχος είναι στην πραγματικότητα συγκεντρωτικός, είναι κύριος και είναι αφηρημένος. 

Χρειάζεται συνταγματικό δικαστήριο; Κανονικά θα έλεγα ότι είμαστε μια απόκλιση. Οι χώρες όχι μόνο του Συμβουλίου της Ευρώπης αλλά του ευρύτερου υπό δυτική επιρροή κόσμου έχουν συνταγματικά δικαστήρια. Υπάρχουν και ορισμένες χώρες που δεν έχουν. Δεν εννοώ τις ΗΠΑ και τα συστήματα ενιαίας δικαιοδοσίας. Εννοώ χώρες που αρνούνται τον έλεγχο. Στην πραγματικότητα αυτές σιγά σιγά εξαφανίζονται. Η Γαλλία, η μητέρα του σεβασμού της λαϊκής κυριαρχίας, μετέτρεψε το Συνταγματικό Συμβούλιο ουσιαστικά σε συνταγματικό δικαστήριο μετά το προκαταρκτικό ζήτημα συνταγματικότητας .

Εμείς εδώ αυτή τη στιγμή εάν μιλούσαμε σε έναν χώρο εργαστηριακό, θα λέγαμε ότι πρέπει να συγκροτήσουμε συνταγματικό δικαστήριο. Τώρα στη φάση αυτή ,στην παρούσα αναθεώρηση ,υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν πρέπει να θίξουμε τη δικαιοδοσία και την αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας πρωτίστως το οποίο αποφαίνεται επί των κρισίμων θεμάτων. Βεβαίως πρέπει να τα εκλογικεύσουμε όλα αυτά. Η δίκη περί συνταγματικότητας δεν είναι εκλογικευμένη. Έχει τυχαίους διαδίκους, τυχαίους δικαστικούς παραστάτες και δεν υπάρχουν προβλέψεις για τις συνέπειες της διάγνωσης της συνταγματικότητας. Εφαρμόζεται η νομοθεσία περί των ακυρωτικών διαφορών για τον χρόνο ισχύος της αποφάσεως. Λέει το άρθρο 100 ότι όταν κηρύσσει το Ανώτατο Δικαστήριο αντισυνταγματικό το νόμο καθορίζει τον χρόνο ισχύος της απόφασης. Αλλά αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση που ξεκίνησε στο αυστριακό Συνταγματικό Δικαστήριο, μια συζήτηση την οποία έχει τροφοδοτήσει ο Κέλσεν, για το πώς είναι δυνατόν να διαγιγνώσκεις την αντισυνταγματικότητα και να μην έχει έννομες συνέπειες από πότε θα αρχίσει αυτό.

Υπάρχουν και περαιτέρω ζητήματα: αυτό ισχύει και στις αγωγές ,όπως είπε η Ολομέλεια του ΣτΕ στην υπόθεση των συντάξεων ή μόνο στις ακυρωτικές διαφορές; Ισχύει και στις διοικητικές διαφορές ουσίας ή όχι; Επίσης ποιος διάδικος ποιος δικηγόρος, με ποια δημοσιότητα, αν και υπάρχει δυνατότητα ειδικής παρέμβασης στη δίκη αυτή. Θα πρέπει να οργανωθεί η δίκη με τελείως διαφορετικό τρόπο. Όμως το ζήτημα είναι ουσιαστικό.

Εδώ δεν μιλάμε για έλεγχο συνταγματικότητας του Συντάγματος του « αμυντικού» . Δεν μιλάμε για έλεγχο συνταγματικότητας επειδή πχ παραβιάζεται η προσωπική ασφάλεια η προσωπική ελευθερία, η αρχή του κράτους δικαίου. Εδώ μιλάμε για το οικονομικό Σύνταγμα, για το δημοσιονομικό Σύνταγμα. Μιλάμε στην πραγματικότητα για την άσκηση οικονομικής πολιτικής. Λέει η απόφαση η παραπεμπτική στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας του Στ´ τμήματος: οι περικοπές των δώρων των δημοσίων υπαλλήλων μετά το 2012 δεν παρήγαγαν αποτέλεσμα γιατί συνεχίστηκε η ύφεση. Μα την ύφεση θα καταπολεμούσαν οι περικοπές; Θα μείωναν τις δαπάνες προκειμένου μέσω της δημοσιονομικής εξυγίανσης να επανεκκινηθεί ο μοχλός της οικονομίας και να έχουμε ανάπτυξη και μάλιστα ανάπτυξη καλά θεμελιωμένη ,γιατί προφανώς είναι υφεσιακά τα μέτρα αυτά. Αλλά όταν ο έλεγχος της αιτιολογίας του νόμου και του σκοπού του νόμου είναι τόσο εντατικός δεν πρέπει να σκεφθεί ο δικαστής χιλιάδες πράγματα; Αυτά θα επιχειρήσω να τα συνοψίσω σε δύο λέξεις: η διαφορά μεταξύ του περιορισμού της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως δημοσιονομικού στόχου και των επιμέρους κατανομών που μπορεί να δημιουργούν ανισότητες σε κατηγορίες συνταξιούχων, η διαφορά αυτή είναι κολοσσιαία. Το πρώτο είναι μια επιλογή οικονομική για τη σωτηρία της χώρας. Στο δεύτερο ναι, μπορεί να υπάρχουν ανισότητες στην κατανομή του βάρους.

Αυτά τα θέματα δεν είναι θέματα ευρωπαϊκού δικαίου; Η υποχρέωσή μας να εφαρμόσουμε τις διατάξεις αυτές δεν απορρέουν από τις αποφάσεις του ECOFIN κατά τη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, δεν απορρέουν από τις διατάξεις της λεγόμενης οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης.; Δεν πρέπει να ρωτήσει το ΣτΈ με προδικαστικό ερώτημα το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Πώς είναι δυνατόν το Δικαστήριο της ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στα θέματα αυτά των περικοπών, να δείχνουν τέτοιο αυτοπεριορισμό και εμείς, με εξαίρεση τη βασική απόφαση για το μνημόνιο και τη βασική απόφαση για την παρέμβαση στο χρέος πρέπει να ξανακάνουμε τον κύκλο. Πρέπει να βρεθούν κυβερνήσεις, πλειοψηφίες στη Βουλή, να ξαναψηφίσουν διατάξεις όπως έγινε με τον νόμο Κατρούγκαλου ο οποίος ενσωμάτωσε τις περικοπές και με μια επαναδιατύπωση νομοθετική επιχείρησε να εξουδετερώσει τις έννομες συνέπειες της διάγνωσης αντισυνταγματικότητας στις περικοπές των συντάξεων. Ας το ξαναπώ. Εάν δεν είχε ληφθεί κανένα μέτρο, εάν δεν είχε ψηφιστεί κανένας νόμος και είχαμε οδηγηθεί στα βράχια και είχαμε χρεοκοπήσει χωρίς να μπορεί ο δικαστής να ελέγξει κανένα νόμο και καμία κανονιστική πράξη, αλλά το ταμείο ήταν άδειο και δεν κατέβαλε μισθούς και συντάξεις και έξοδα νοσοκομείων και σχολείων, τι έλεγχο συνταγματικότητας θα έκανε ποιος;

 

* Ομιλία στην ομότιτλη εκδήλωση του ΔΣΑ στην αίθουσα τελετών του Εφετείου Αθηνών, στις 19.12.2018

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΔικαιοσύνηΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018Συνταγματική Αναθεώρηση 2019