12 Δεκεμβρίου 2018 

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

«Η ελληνική αμφιταλάντευση - Μία διαρκής κρίση ταυτότητας»*

 

Δυστυχώς δεν είχα τη χαρά και την τύχη να ακούσω τις προηγούμενες ομιλίες, αυτό είναι μια πολύ μεγάλη αναπηρία. Άκουσα μόνο το τελευταίο μέρος της εισήγησης του κυρίου Π.  Βαλλιάνου, τον οποίο θαυμάζω και για το περιεχόμενο όσων είπε και για το ύφος και για το πάθος το οποίο δυστυχώς εγώ δεν θα το επιδείξω, διότι έρχομαι από την συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος στη Βουλή και έχω δαπανήσει εκεί το πάθος, άρα θα είμαι πιο συμβατικός εδώ.

Ευχαριστώ θερμότατα την Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας και προσωπικά τον εορτάζοντα σήμερα, Πρόεδρο της Εταιρείας, τον κ. Σπύρο Νικολάου με τον οποίον γνωριζόμαστε και συνδεόμαστε πολλά χρόνια από την εποχή του Συμβουλίου της Επικρατείας και τον οποίον ευχαριστώ θερμά για τη φιλόφρονα αυτή πρόσκληση και κυρίως για την ευκαιρία να μιλήσω για ένα τόσο σημαντικό, μόνιμα  κρίσιμο  ζήτημα όπως είναι η σχέση Ελλάδας και Δύσης, ελληνικότητας και Δύσης. Αυτή η ελληνική εθνική αμφιταλάντευση ανάμεσα στο δυτικό πρότυπο και την καθ’ ημάς ανατολή, που είναι μια σταθερά της ελληνικής Ιστορίας.

Είχα την ευκαιρία να μιλήσω για το ζήτημα αυτό σε μια εκδήλωση που διοργανώθηκε στη Θεσσαλονίκη στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού το 1998 και βλέποντας το κείμενο που προέκυψε από την ομιλία μου αυτή είκοσι χρόνια αργότερα, διαπίστωσα ότι ο προβληματισμός παραμένει επίκαιρος και επιβεβαιώνεται από  την πικρή εμπειρία των τελευταίων δέκα ετών που ήταν μια εμπειρία αυτογνωσίας.

Η οικονομική αυτή κρίση των τελευταίων, για την ακρίβεια, εννέα ετών, ή μάλλον η έκρηξη των επιπτώσεων μιας κρίσης που κυοφορήθηκε πολλά χρόνια πριν το 2010, μας έχει φέρει αντιμέτωπους με μια δέσμη προβλημάτων τα οποία όλοι τα βιώνουμε, προβλήματα δημοσιονομικά, οικονομικά, αναπτυξιακά, κοινωνικά, θεσμικά. Αλλά ίσως τα πιο σημαντικά από τα προβλήματα που αναζωπυρώθηκαν την τελευταία περίοδο είναι τα ταυτοτικά προβλήματα. Προβλήματα αρχαϊκά διαρκή, υφέρποντα, που αναδύονται κάποιες κρίσιμες περιόδους όταν οι συνθήκες που διαμορφώνονται, οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, οι  συνθήκες της συλλογικής πρόσληψης και αυτοπρόσληψης της ελληνικής κοινωνίας, γίνονται πάρα πολύ δυσάρεστες και έτσι όλα αυτά τα χρόνια παρακολουθούμε μια προσπάθεια να ξανατοποθετηθούμε απέναντι στην Ευρώπη αλλά και απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω της ενεργού  συμμετοχής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη διαχείριση της κρίσης.

Στην πραγματικότητα αυτό που μας απασχολεί είναι η ταυτότητά μας σε σχέση με την Δύση,  αλλά αυτό δημιουργεί μια σειρά από παρενέργειες πάρα πολύ σημαντικές. Έχουμε υποβαθμίσει στη συνείδησή μας το μέγεθος της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Έχουμε συλλάβει την ευρωπαϊκή αντιμετώπιση της κρίσης ως ένα είδος συνωμοσίας των ευρωπαίων εταίρων κατά της Ελλάδος. Αντιμετωπίζουμε τα προγράμματα στήριξης και προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας ως τιμωρητικού χαρακτήρα μέτρα, τα οποία επιβάλλονται εις βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων, λόγω της ιδιοσυστασία τους, λόγω της ιδιαιτερότητας  του χαρακτήρα τους  σε σχέση με ένα ευρωπαϊκό πρότυπο, λόγω συνεπώς του ελληνικού εξαιρετισμού που είναι μια έννοια που πρέπει να κρατήσουμε γιατί είναι κρίσιμη.

Η ταυτοτική αυτή κρίση συνδέθηκε επίσης με τις ψευδαισθήσεις τις επίμονα καλλιεργούμενες μιας δήθεν μη δυτικής αλληλεγγύης που αναζητήθηκε σε χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Κίνα, η Ρωσία και είναι ίσως γνωστό το πως εξελίχθηκαν τα πράγματα με τη Βενεζουέλα και τη Ρωσία. Δεν είναι γνωστό ότι στην κορύφωση της ελληνικής δημοσιονομικής κρίσης, το χαρτοφυλάκιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κίνας περιείχε ελληνικά ομόλογα αξίας μόλις έξι δισεκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή ήταν συγκρίσιμο με το χαρτοφυλάκιο ελληνικών ομολόγων που είχε μια κυπριακή τράπεζα για να έχουμε μια αίσθηση των μεγεθών. Τόσο μικρή ήταν η έκθεση της κεντρικής τράπεζας της Κίνας απέναντι στα ελληνικά, κρατικά, κυρίαρχα δηλαδή, ομόλογα.

Αυτή η ψευδαίσθηση, νομίζω, ότι διαλύθηκε φαινομενικά  πάρα πολύ γρήγορα, αν και κατά βάθος διατηρείται με ένα αποφατικό τρόπο, με έναν «θαυματουργό» τρόπο γιατί δεν εξαλείφεται ποτέ αυτή η επιμονή μας να προσβλέπουμε στον μη δυτικό κόσμο, σε μια αντίληψη της  Ανατολής που μπορεί να είναι εγγύτερη ή απώτερη αλλά παραμένει σταθερή. Για εμάς έχει  πάντα ισχύ  ο κανόνας που λέει ότι από την Ανατολή έρχεται το φως όχι μόνο  του ήλιου,  ex oriente lux.

Επίσης η ταυτοτική αυτή κρίση βρήκε ένα πολύ πλούσιο και καλλιεργημένο υπόστρωμα, γεμάτο από παράπονα. Η ελληνική ταυτότητα είναι μια παραπονεμένη ταυτότητα. Έχουμε πολλές αιτιάσεις σχετικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με το κυπριακό, με τη θέση μας μέσα στην Ευρώπη, αυτή η αίσθηση της αποξένωσης, της απομάκρυνσης, της περιφερειακότητας, του διαφορετικού, τεκμηριώνεται γιατί συνεχώς μας λείπουν έμπρακτες αποδείξεις σε σχέση με την αλληλεγγύη. Αλληλεγγύη όταν έχουμε μια τοπική ρητορική απειλή, αλληλεγγύη όταν έχουμε ένα γεγονός το οποίο είναι αυταπόδεικτο όπως η συνεχιζόμενη κατοχή ενός μεγάλου μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Αυτή η πρόσληψη των πραγμάτων επηρεάζει πολύ κρίσιμα πρακτικά ζητήματα, όπως την αντίληψη που έχουν οι Έλληνες σε σχέση με το ισοζύγιο των δοσοληψιών μεταξύ Ελλάδος και Ευρωπαϊκής Ένωσης καθ’ όλη την μακρά περίοδο της συμμετοχής της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 1981 και μετά, για να συνεχίσω στις παρατηρήσεις του κυρίου Βαλλιάνου. Στις ερωτήσεις που τίθενται  με δημοσκοπικό τρόπο, οι Έλληνες στη μεγάλη τους πλειοψηφία είναι πεπεισμένοι ότι οφελημένη από τη σχέση αυτή έχει εξέλθει μέχρι στιγμής η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ελλάδα είναι αυτή η οποία έχει συνεισφέρει ετεροβαρώς στη σχέση αυτή. Δεν είναι αντιληπτή στην κοινή συνείδηση αυτή η πολύ απλή σχέση που διαμορφώνεται με βάση την κοινοτική, την ευρωπαϊκή διαρκή διαπραγμάτευση που είναι σκληρή και διακυβερνητική ανάμεσα σε καθαρούς πληρωτές και καθαρούς λήπτες- αυτή είναι άλλωστε η βασική αιτιολογία του Brexit. Το Ηνωμένο Βασίλειο δεν ήθελε να διατηρείται αυτή η διαρκής ανισότητα ανάμεσα σε μια Βρετανία καθαρό πληρωτή και άλλες χώρες της Ένωσης που είναι καθαροί λήπτες ακόμη και όταν  είναι μέλη της νομισματικής ένωσης και δεν έχουν το προνόμιο της εθνικής νομισματικής πολιτικής όπως το είχε διατηρήσει  μέχρι τώρα το Ηνωμένο Βασίλειο ή χώρες όπως η Δανία που έχει και αυτή μια ρήτρα εξαίρεσης αντίστοιχη και συγκρίσιμη με τη Βρετανική.

Αυτή όλη η καχυποψία, αυτή όλη η ενοχοποίηση της Δύσης και ιδιαίτερα των ευρωπαίων εταίρων και λιγότερο του αμερικανικού παράγοντα ο οποίος εμφανίζεται πιο φιλικός γιατί δεν μετέχει στην οικονομική επιβάρυνση για την αντιμετώπιση της κρίσης, έχει οξύνει αυτή την αμφιταλάντευση. Και αυτό μας φέρνει ξανά στο κεντρικό ζήτημα που είναι, για να το πω όσο μπορώ πιο επιγραμματικά και πιο συνοπτικά, η σύγκρουση ανάμεσα στην ιστορική εμπειρία του νεοελληνικού κράτους και τον αταβισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Η βασική μου θέση είναι , ότι ενώ έχουμε ένα κράτος που γεννήθηκε ως δυτικό, μεγάλωσε και ολοκληρώθηκε χάρη στη Δύση, έχουμε μια κοινωνία η οποία σχεδόν διαρκώς φαντασιώνεται μια  Ανατολή στην οποία θέλει να ανήκει με την μορφή του ελληνικού εξαιρετισμού, διατηρώντας όμως ταυτοχρόνως όλα τα πλεονεκτήματα της ένταξης στη Δύση. Αν ήθελα να συμπυκνώσω το ελληνικό ταυτοτικό πρόβλημα σε μια φράση, θα επέλεγα τη φράση αυτή.

Αυτή είναι η μήτρα που καθιστά την ένταξη και την παραμονή της Ελλάδος στη Δύση ενοχική. Γιαυτό προκαλεί αντιδράσεις μια αυτονόητη φράση, η φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή «Ανήκομε εις την Δύση». Και γιαυτό τίθεται συχνά  υπό αίρεση και αμφισβήτηση ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της χώρας.

Η αλήθεια είναι ότι, αυτό εν πολλοίς  οφείλεται στο γεγονός ότι έχουμε αποφύγει να ορίσουμε στην ελληνική δημόσια συζήτηση τι είναι Δύση, πώς αντιλαμβανόμαστε συλλογικά τη Δύση. Αυτό επηρεάζει την καμπύλη της εθνικής ιδεολογίας γιατί η Δύση, κυρίως την εποχή του πολιτικού ρομαντισμού, ήταν ο αποδέκτης της εθνικής διεκδίκησης για ίδρυση κράτους στο όνομα της αρχαίας εθνικής κληρονομιάς με δευτερεύον επιχείρημα τον χριστιανικό χαρακτήρα του τοπικού πληθυσμού, προκειμένου να θεμελιωθεί το αίτημα της απόσχισης από την οθωμανική αυτοκρατορία και να δημιουργηθεί ως εθνικό κράτος το νεοελληνικό κράτος. Ως βάση όμως της ελληνικής εθνικότητας λειτούργησε η χριστιανική πίστη, όχι το ορθόδοξο δόγμα τυπικά,  η χριστιανική πίστη γενικότερα ανεξαρτήτως δογματικής εκδοχής, και θεμελιώθηκε εκεί η διεκδίκηση της κρατικότητας με προέχον χαρακτηριστικό την αρχαιοελληνική κληρονομιά και δευτερεύον χαρακτηριστικό τη χριστιανική ταυτότητα του πληθυσμού. Η καμπύλη όμως που στη συνέχεια διαγράφτηκε είναι αντιφατική και ενδιαφέρουσα και επηρεάζει τις ελληνικές, εθνικές ταυτότητες όχι για λόγους ιδεοληπτικούς, πολιτιστικούς και εν γένει  «αθώους».

Νομίζω λοιπόν  ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός, και τα θέτω αυτά υπό την κρίση του παρόντος  Θάνου Βερέμη και άλλων ειδικότερων εμού, η Επανάσταση της ανεξαρτησίας και το αίτημα της ίδρυσης του ελληνικού κράτους που βρήκε ευήκοα ώτα στους φιλέλληνες της εποχής ήταν μια θεωρία γεωπολιτικά ανεπαρκής για τη συνέχεια του νεοελληνικού κράτους. Ήταν μια θεωρία επαρκής για το πρώτο βήμα, για τη συγκρότηση του κράτους, για τη διακήρυξη και την αποδοχή της ανεξαρτησίας, αλλά ήταν μια θεωρία, ένα ιδεολόγημα, ένα αφήγημα, ανεπαρκές για τη φάση της εθνικής ολοκλήρωσης. Δηλαδή για την εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους. Προκειμένου να συγκροτηθεί και να προβληθεί το αφήγημα αυτό ως εθνική ιδεολογία εσωτερικά νομιμοποιητική  και ως εθνικό αφήγημα εξωτερικά πειστικό, έπρεπε να συγκροτηθεί η Μεγάλη Ιδέα. Άρα έπρεπε να αναχθεί το νέο ελληνικό κράτος στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στη θεωρία, στην ιδεολογία της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού. Δηλαδή, στην Παπαρηγοπούλια αντίληψη της περιοδολόγησης και της συνέχειας της ελληνικής Ιστορίας. Αυτό νομίζω ότι δίνει μια βάση πολύ πιο απτή, υλική, στρατηγική, σε αυτή την  καμπύλη της εθνικής αφήγησης και της πρόσληψη της Δύσης. Γιατί, η αναγωγή στην καθ’ ημάς Ανατολή ήταν και ένα επιχείρημα το οποίο είχε άμεση σχέση με την εθνική ολοκλήρωση και τις μεγάλες κινήσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία και για ορισμένες παρεξηγήσεις οι οποίες υπάρχουν στην καταγωγική σχέση Ελλάδας και Δύσης. Παρότι η Δύση αντιλαμβάνεται την Ελλάδα, -γιατί πρέπει να το δούμε και από αυτή την οπτική γωνία- ως στοιχείο της δικής της ταυτότητας καταγωγικά και όχι οριενταλιστικά, όπως αντιλαμβάνεται άλλες εκδοχές της Δύσης. Εν τούτοις και η ευρωπαϊκή και γενικότερα η δυτική προσέγγιση σε σχέση με την ελληνική ταυτότητα και την ελληνικότητα εμπεριέχει ενοχικά στοιχεία. Δεν υπάρχει μονομερής ενοχή. Υπάρχει μια αμοιβαία ενοχή από την άποψη αυτή. Γιατί, και η Δύση αντιλαμβάνεται ότι έχει σοβαρά προβλήματα ορισμού της ταυτότητάς της η οποία είναι κολοβή χωρίς αναγωγή στην Ελλάδα, στην ελληνικότητα. Και αυτό το βλέπουμε σε ορισμένα στοιχεία τα οποία είναι θεμελιώδη, διαρθρωτικά:

Δεν είναι δυνατόν να  οικοδομηθεί ο δυτικός ορθολογισμός χωρίς αναγωγή στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, δεν είναι δυνατόν να αποκτήσει την πλήρη ταυτότητά της η δυτική χριστιανοσύνη, η Christendom, χωρίς αναφορά στον ανατολικό χριστιανισμό  αυτό  αφορά το Grec Orthodoxe,  εξού και το Grec Catholique το οποίο συνιστά ένα ολόκληρο ρυθμό για τη δυτική εκκλησία . Αλλά, για σκεφθείτε, αυτό συνεχίζεται με άλλα πολύ κρίσιμα  θεμέλια της δυτικής ταυτότητας. Θα μπορούσα να αναφέρω πρόχειρα τη συμμετοχή στο ολυμπιακό κίνημα που πέρα από ένα είδος ιδεολογήματος είναι και μια τεράστια αγορά για τον δυτικό πρωτίστως  κόσμο - για να αποφύγω τις αναφορές τις συνήθεις στην ελληνική διασπορά, στην παρουσία μας στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, στην ελληνική ναυτιλία κοκ.

Αυτό μας επηρεάζει και μέσα από μια άλλη διαδρομή η οποία είναι αποκλίνουσα και ενδιαφέρουσα. Η Ελληνική Ορθοδοξία, όπως έχει αναλυθεί με πολύ μεγάλη επιτυχία από πολλούς δόκιμους ερευνητές, παρότι δημιουργεί την εντύπωση μιας αντιδιαφωτιστικής κίνησης εν τούτοις στέγασε και υπέθαλψε τον νεοελληνικό διαφωτισμό και μετέφερε σε πολύ μεγάλο βαθμό στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας τη σύγκρουση μεταξύ Διαφωτισμού και Αντι-διαφωτισμού. Όχι ότι αυτό απουσιάζει από την Καθολική Εκκλησία, αν δει κανείς τον ρόλο των Ιησουϊτών κυρίως, που οικοδόμησαν τον δυτικό ορθολογισμό και το δυτικό πανεπιστήμιο, αλλά, σε εμάς είναι κάτι που δεν γίνεται αντιληπτό, είναι κάτι το οποίο δεν είναι ενεργό στον δημόσιο λόγο σε σχέση με τον ελληνικό διαφωτισμό.

Αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι αντιφάσεις απλά και μόνο ιδεολογικές, είναι αντιφάσεις οι οποίες έχουν επηρεάσει το σώμα της κοινωνίας και το σώμα της οικονομίας. Διότι όλοι ξέρουμε ότι το ελληνικό κράτος προηγείται πάντων και πασών τα τελευταία διακόσια χρόνια. Προηγείται στην πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας των πολιτών και ως εκ τούτου προηγείται και του εκσυγχρονισμού των δομών της ελληνικής οικονομίας και ο εξαιρετισμός σε σχέση με την ταυτότητα μετατρέπεται και σε εξαιρετισμό σε σχέση με την κοινωνική διαστρωμάτωση, αλλά και σε σχέση με την δομή της ελληνικής οικονομίας και την ικανότητά της να παρακολουθεί τις εξελίξεις. Για να πω το τέλος αυτού του συλλογισμού ,ίσως η πρόκληση της 4ης βιομηχανικής επανάστασης είναι μια πολύ ωραία ευκαιρία να ισορροπήσουμε σε σχέση με τις ελλείψεις μας, δηλαδή, να μπορέσουμε τώρα να συμφιλιωθούμε με το μοντέλο ανάπτυξης που κυριαρχεί σταδιακά παγκοσμίως, επειδή είμαστε γενετικά, μέσα από τον αταβισμό για τον οποίο μίλησα, ικανοί να προσαρμοστούμε σε αυτή την πρόκληση ενώ δεν ήμασταν ικανοί να προσαρμοστούμε στην πρόκληση της 2ης βιομηχανικής επανάστασης που ήταν αυτή που διαμόρφωσε κυρίως αυτό που λέμε δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο, που βρίσκεται στα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της  ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η περιπέτειά μας αυτή, η αμφιταλάντευση, νομίζω ότι αποτυπώνεται με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο στις περιπέτειες των εθνικών ονομάτων. Όπως είχε την ευκαιρία να γράψει από την δεκαετία  του 1960 ένα πρόσωπο αντιφατικό λόγω της προσωπικής πολιτικής του περιπέτειας αλλά πάντως πολύ σημαντικό για την εγκαθίδρυση των πατερικών μελετών που είναι ο Παναγιώτης Χρήστου σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο για τις περιπέτειες των εθνικών ονομάτων των Ελλήνων. Επειδή ο Π. Βαλλιάνος αναφέρθηκε στους δυτικούς Έλληνες, μα αυτή είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο Ελλάς και Greece, στους Έλληνες και στους Greeks. Οι Γραικοί όμως ήταν η δυτική εκδοχή του Ελληνισμού. Ήταν πρωτίστως οι Ηπειρώτες, όπως η ανατολική  εκδοχή ήταν οι Ίωνες. Και είναι πολύ σημαντικό ότι ακόμη κι όταν επικράτησε η γεωπολιτική της εθνικής ολοκλήρωσης και η Μεγάλη Ιδέα υπό την έννοια αυτή, ποτέ δεν μιλήσαμε εμείς εδώ για τον εγχώριο πληθυσμό τον εγκατεστημένο πληθυσμό, τον αυτόχθονα κατά βάση πληθυσμό- για να θυμηθούμε τη διάκριση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων-, για Ρωμιούς εδώ, θέλαμε πάντα να έχουμε μια κρατική ταυτότητα. Και αυτό, βεβαίως, έχει επηρεάσει τα πάντα. Από την αρχική αντίληψη περί ανασκαφών με καταστροφή των βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων, προκειμένου να αναδειχθούν τα μνημεία της κλασσικής εποχής, μέχρι το πολύ μεταγενέστερο ενδιαφέρον για την Προϊστορία, για τον Κυκλαδικό Πολιτισμό και, βεβαίως, την εμμονή από ένα σημείο και μετά στην Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή όπως τη λέμε Ιστορία, αναφερόμενοι στο Βυζάντιο - μετά το Βυζάντιο.

Βεβαίως, αυτά τα ζητήματα τα ταυτοτικά, δεν είναι ζητήματα αμιγώς ελληνικά. Δηλαδή ο εξαιρετισμός μας δεν είναι και τόσο μεγάλος όσο δείχνει δια γυμνού οφθαλμού. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, δεν γίνεται συζήτηση μόνο για ελληνικότητα. Γίνεται εξίσου καλά συζήτηση για «αγγλικότητα», γίνεται συζήτηση για «βελγικότητα», για το τι σημαίνει η βελγική εθνική ταυτότητα. Αλλά, εδώ η συζήτηση κυριαρχείται από συνεχή δίπολα, τα οποία καθιστούν την αυτοπρόσληψή μας αποφατική. Είμαστε και εκείνο και το άλλο, και μελιζόμενοι και μη διαιρούμενοι και φλεγόμενοι και μη καιόμενοι. Αυτό  είναι ,κατά τη γνώμη μου , το καθοριστικό στοιχείο  της καμπύλης της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας, ότι είναι μία αποφατική ιδεολογία.

Τα δίπολα από που να τα πιάσουμε; Από τη σύγκρουση μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών, μεταξύ  Αθανασίου  Παρίου ,  Μάρκου  Ευγενικού και Βησσαρίωνα; Είναι το δίπολο μεταξύ κλασικισμού και βυζαντινής συνέχειας, μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, μεταξύ Αυτοκεφαλίας και Οικουμενικού Πατριαρχείου, μεταξύ διαφωτισμού και αντιδιαφωτισμού, μεταξύ δυτικού προτύπου και ελληνικής ιδιοσυστασίας, τελικά μεταξύ εκσυγχρονισμού, κοινοτισμού και παραδοσιοκρατίας; Δεν έχουμε ξεφύγει ποτέ από τα δίπολα αυτά,  τα οποία αναζωπυρώθηκαν νομίζω σε ακραίο βαθμό τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης.

Υπό την έννοια αυτή, πιστεύω ότι τώρα, για πρώτη φορά ίσως, διαμορφώνεται μια περίεργη εκ του πλαγίου ευρεία εθνική συναίνεση. Είναι η συναίνεση του καθαρού μυαλού, καθώς  τώρα όλοι  έχουμε αντιληφθεί ότι δεν υπήρχαν οι εναλλακτικές λύσεις  που κάποιοι πίστευαν ότι υπάρχουν. Τώρα πια γίνεται ένας περίεργος συναγωνισμός ως προς τη δυτικότητα, την ευρωπαϊκότητα, την ελληνοαμερικανική φιλία. Αλλά, βλέπετε, ταυτόχρονα προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι κινούμαστε πάντα με αποστάσεις από τον ιδεώδη τύπο της δυτικής και πιο συγκεκριμένα της ευρωπαϊκής συμπεριφοράς. Αυτό επηρεάζει κρίσιμες αποχρώσεις της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας της χώρας.

Δεν διευκολύνουμε τον σχηματισμό ενιαίας θέσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε σχέση με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα. Γιατί, ο ελληνικός εξαιρετισμός μας κάνει να πιστεύουμε ότι κινέζικες επενδύσεις υπάρχουν μόνο στο λιμάνι του Πειραιά και γενικότερα στην Ελλάδα, όταν πολύ σημαντικότερες κινεζικές επενδύσεις υπάρχουν σε όλο τον νέο δρόμο του μεταξιού, υπάρχουν σε όλες τις χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, σε πάμπολλα λιμάνια, σε πάμπολλα σιδηροδρομικά δίκτυα και σε πάμπολλα ενεργειακά δίκτυα. Αλλά καμιά από τις άλλες χώρες, πλην της Ελλάδος και της Ουγγαρίας του Όρμπαν, δεν σκέφτηκε ότι πρέπει να παρεμποδίσει την κοινή ευρωπαϊκή θέση για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, κάτι που σε τελευταία ανάλυση δεν είχε κανέναν λόγο να το ζητήσει ούτε η κινεζική κυβέρνηση. Η Ελλάδα δεν προβαίνει σε απελάσεις Ρώσων διπλωματών, μετά από το  γνωστό επεισόδιο με τη  χρήση χημικών όπλων στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά βρίσκει την ευκαιρία λίγο αργότερα, με πολύ μεγάλη νευρικότητα, να απελάσει για αδιευκρίνιστους λόγους Ρώσους διπλωμάτες και στη συνέχεια προσπαθεί να εξομαλύνει την κατάσταση αυτή με μια άνευ αντικειμένου επίσκεψη του Πρωθυπουργού στη Ρωσία. Υπάρχει μία ενοχή, που σε καταδιώκει στην εξωτερική σου πολιτική και όλοι πολύ πέραν του κυβερνώντος συνασπισμού, βρίσκουν την ευκαιρία να δηλώσουν ότι και αυτοί αποδέχονται στοιχεία της ελληνικής εξαιρετικότητας σε σχέση με την ευρωπαϊκή και γενικότερα τη δυτική αντίληψη, βεβαίως, μέσα σε μια συγκυρία εξαιρετικά δύσκολη, που υπονομεύει την έννοια της Δύσης και της δυτικότητας, λόγω των επιλογών του Προέδρου Τράμπ.

Και κλείνω με μια επιμνημόσυνη αναφορά στη Μεγάλη Βρετανία, ενόψει του Brexit και του αδιεξόδου. Είναι η χώρα, που στην ελληνική ιστορία νομίζω πως συμβολίζει, όσο καμιά άλλη, τη δυτική στρατηγική αντίληψη για τη σχέσεις της Ελλάδας με τη Δύση. Είναι η χώρα, με την ευρύτερη έννοια του όρου, δηλαδή, όχι μόνο το κράτος, αλλά και η οικονομία, που στηρίζει την ελληνική ανεξαρτησία με τον πιο απτό τρόπο, μέσα από τα δάνεια της ανεξαρτησίας, διευκολύνοντας να γεννηθεί ως ανεξάρτητο ένα κράτος που αποδεικνύει την κυριαρχία του, επειδή διαμορφώνει κυρίαρχο χρέος, πριν αναγνωριστεί διεθνώς. Γεννιέται χρεωμένο, αλλά υπερήφανο και κυρίαρχο επειδή είναι χρεωμένο και επειδή έχει εκ γενετής, ως έμβρυο ιστορικό, συνειδητοποιήσει, ότι κυριαρχία σημαίνει δημοσιονομική κυριαρχία, σημαίνει αποδοχή από την αγορά. Και στη συνέχεια, μέσα από την ιστορική σχέση Ελευθερίου Βενιζέλου και Λόιντ Τζορτζ είναι το κράτος, η αυτοκρατορία την εποχή εκείνη, που στηρίζει όλες τις προσπάθειες της εθνικής ολοκλήρωσης της Ελλάδος μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή. Και στη συνέχεια είναι η χώρα, που λίγο πριν παραδώσει τη σκυτάλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, διασφαλίζει την παραμονή της Ελλάδος στο μεταπολεμικό δυτικό στρατόπεδο. Κάτι που η ίδια η Ελλάδα το εισπράττει με τη βαθιά  και ανεξίτηλη ενοχή που ξέρουμε και η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι διαβάζουμε και αφομοιώνουμε την Ιστορία μέσα από την εμπειρία της δικτατορίας, η οποία διευκόλυνε πάρα πολύ την ιδεολογική κατίσχυση των ηττημένων του Εμφυλίου Πολέμου και ως εκ τούτου οδήγησε σε αντιφάσεις αξεπέραστες όλη την ιδεολογία της μεταπολίτευσης.

Ως εκ τούτου, νομίζω ότι αυτή η κατάληξη του Brexit, που είναι η ακραία εκδοχή του βρετανικού εξαιρετισμού, του νησιού απέναντι στην Ηπειρωτική Ευρώπη, πρέπει να μας κάνει να είμαστε εξαιρετικά προσεχτικοί και σώφρονες. Λειτουργεί παιδαγωγικά ως το πιο σημαντικό παράδειγμα για το που μπορεί να οδηγήσει η εσφαλμένη χρήση της αντίληψης περί εξαιρετισμού.

Όσο και αν, όπως  έχει πει ο φίλος μου Γιάννης Χασιώτης, ο Θεός είναι σκανδαλωδώς φιλέλλην, δεν αρκεί αυτός ο υπολανθάνων θαυματουργικός φιλελληνισμός του Θεού προκειμένου να σωζόμαστε την τελευταία στιγμή, στο παρά ένα, πρέπει να ξεπεράσουμε αγκυλώσεις που αφορούν την  αυτοσυνειδησία μας και χαίρομαι γιατί συναντήσεις όπως η σημερινή συμβάλουν στο να το πετύχουμε αυτό, αν το πετύχουμε.       

 

* Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην ημερίδα που διοργάνωσε η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας στην Ακαδημία Αθηνών στις 12 Δεκεμβρίου 2018 με θέμα «Ελλάδα και Δύση».

 

Tags: Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2018