Αθήνα, 9 Ιανουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην Επιτροπή Αναθεώρησης στη συζήτηση για τα άρθρα 87-120

 

«Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο αυτό, ενός κυβερνητικά οργανωμένου, ελεγχόμενου και διατυμπανιζόμενου πολιτικά, παραδικαστικού δικτύου, το οποίο, βεβαίως βασίζεται στα πρόθυμα, συντηρητικής καταγωγής, «συνεργεία» που εφάπτονται με το βαθύ κράτος, έχουν προσφέρει παλαιότερα τις υπηρεσίες τους αλλού, τις προσφέρουν τα τελευταία τέσσερα χρόνια στον ΣΥΡΙΖΑ και είναι πάντα πρόθυμα να προσφέρουν και στο μέλλον υπηρεσίες, αλλά θέλω να ελπίζω ότι αυτές δεν θα γίνουν δεκτές, γιατί το φαινόμενο αυτό θα παταχθεί αλύπητα.»

  

Κυρίες και κύριοι βουλευτές, είναι πολύ πλούσια η θεματολογία αυτής της ενότητας, θα κάνω ορισμένες επιλεκτικές αναφορές. Ξεκινώ από τις Ανεξάρτητες Αρχές. Δεν θα επαναλάβω αυτά που ειπώθηκαν το 2001, ήταν έντονος ο προβληματισμός για τον θεσμό των Ανεξάρτητων Αρχών. Είναι προφανές ότι οι Ανεξάρτητες Αρχές υπόκεινται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο, η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας έχει ως βασική αποστολή τον έλεγχο επί των Κοινοβουλευτικών Αρχών, η δε ιδέα του ΣΥΡΙΖΑ να απαιτείται νόμος αυξημένης πλειοψηφίας για τη σύσταση νέας Ανεξάρτητης Αρχής, πέραν των προβλεπομένων στο Σύνταγμα, είναι μία σωστή ιδέα. Είναι εσφαλμένο, όμως, να περιορισθεί η αναγκαία πλειοψηφία στη Διάσκεψη των Προέδρων, τρία πέμπτα στη διάσκεψη των Προέδρων σημαίνει μόνον η κυβερνητική πλειοψηφία. Αντιθέτως, η μεταφορά της αρμοδιότητας σε κανονική Κοινοβουλευτική Επιτροπή θα επέτρεπε να έχουμε πλειοψηφία 3/5 στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή που έχει σύνθεση ανάλογη με τη δύναμη των κομμάτων. Η διάσκεψη δεν έχει σύνθεση ανάλογη με τη δύναμη των κομμάτων.

Επίσης, συμφωνώ ότι πρέπει να διορθωθεί η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον δεν ορίζονται διάδοχα μέλη, παρατείνεται η θητεία των υπηρετούντων μελών, γιατί οι Ανεξάρτητες Αρχές είναι διαρκή όργανα του κράτους. Και, μάλιστα, οι προβλεπόμενες από το Σύνταγμα είναι και άμεσα όργανα του κράτους, άρα δεν δικαιολογείται να παρεμποδίζεται η λειτουργία τους λόγω αδυναμίας ορισμού νέων μελών.

Η δεύτερη παρατήρησή μου αφορά τις διατάξεις για τη Δημόσια Διοίκηση και την Αυτοδιοίκηση. Καμία από τις προτάσεις που έχουν κατατεθεί δεν προσθέτει κάτι κανονιστικά σημαντικό στο Σύνταγμα. Εάν χρειάζεται να ρυθμισθούν θέματα, μπορούν να ρυθμισθούν στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας. Καμία από τις προτάσεις δεν είναι κανονιστικά κρίσιμη σε συνταγματικό επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για το άρθρο 106 του Συντάγματος. Η μεγάλη κρισιμότητα αφορά αυτά που είχαμε πει στο άρθρο 79 για τη δημοσιονομική επίγνωση και για την εφαρμογή των υποχρεώσεων που έχουμε αναλάβει διεθνώς, σε σχέση με τη δημοσιονομική σταθερότητα, ως προϋπόθεση ανάπτυξης βέβαια και ομαλής λειτουργίας ενός βιώσιμου κοινωνικού κράτους.

Η πρόταση για τροποποίηση του ίδιου του άρθρου 110, δηλαδή της αναθεωρητικής διαδικασίας καθεαυτήν, δημιουργεί τα γνωστά προβλήματα που είχαν δημιουργηθεί και το 1985, όταν το ΠΑΣΟΚ υπέβαλε και απέσυρε πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 110, λόγω της έντονης αντίδρασης της επιστήμης του Συνταγματικού Δικαίου. Η ύπαρξη προθεσμίας, όπως λέμε προθεσμίας διασκέψεως ή προθεσμίας ωρίμου χρόνου, είναι διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της αναθεωρητικής διαδικασίας, είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μαζί με την παρεμβολή του εκλογικού σώματος και με την ύπαρξη αυξημένης πλειοψηφίας. Άρα, δεν μπορεί να μην υπάρχει προθεσμία διασκέψεως. Μπορεί η πενταετία να γίνει τριετία, μπορεί η πενταετία να παραμείνει πενταετία για τις νέες διατάξεις, και, γενικότερα, για την αναθεωρητική διαδικασία, αντί για πέντε να απαιτούνται τρία χρόνια, αλλά δεν μπορεί να καταργηθεί η προθεσμία διασκέψεως. Αμφισβητούμε την αυτοαναφορική διάταξη που θεμελιώνει την αυστηρότητα του Συντάγματος, τον ίδιο τον αυστηρό χαρακτήρα του τυπικού Συντάγματος. Άρα, ανοίγουμε μία κερκόπορτα που αφορά τη θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου και της ευρωπαϊκής δημοκρατίας.

Έρχομαι στο κύριο θέμα, που είναι το κεφάλαιο περί Δικαιοσύνης. Θέλω, κυρίες και κύριοι βουλευτές, να σας θυμίσω ότι το κεφάλαιο περί δικαιοσύνης ήταν βασικό αντικείμενο της αναθεωρητικής διαδικασίας της περιόδου 1995-2001. Αναθεωρήθηκαν σχεδόν όλες οι διατάξεις του κεφαλαίου αυτού και εισήχθησαν πολύ σημαντικές νέες εγγυήσεις σε σχέση με την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, σε σχέση με τη λειτουργία του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, σε σχέση με τη διαδικασία επιλογής για τις κορυφαίες θέσεις στη Δικαιοσύνη, σε σχέση με τη βαθμολογική εξέλιξη των δικαστών, την προαγωγή στο βαθμό του Παρέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου και το βαθμό του Συμβούλου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να σταματήσει η επιλογή στο Ελεγκτικό Συνέδριο από δικαστές της τακτικής δικαιοσύνης, αλλά να διευκολυνθεί η εξέλιξη των τακτικών διοικητικών δικαστών στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Προβλέφθηκε διάταξη για να λυθεί το θέμα των Ειρηνοδικείων, των Πρωτοβαθμίων Πολιτικών Δικαστηρίων, διατάξεις οι οποίες υπάρχουν και μπορούν να αξιοποιηθούν νομοθετικά. Διατάξεις σε σχέση με την έννοια της ιδιωτικής διαφοράς, σε σχέση με την έννοια της διοικητικής διαφοράς, σε σχέση με την εκδίκαση ομοειδών ομάδων από ένα δικαστήριο, μίας δικαιοδοσίας. Δεν έχουν αξιοποιηθεί οι τεράστιες δυνατότητες που υπάρχουν μετά την αναθεώρηση του 2001. Μόνο εν μέρει έχει αντιληφθεί ο κοινός νομοθέτης τι περιθώρια αφήνει το Σύνταγμα για παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού, επιτάχυνσης, απλούστευσης και γενικά ικανοποίησης του βασικού αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, για άσκηση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας.

Τώρα, μας λείπει τίποτα στην Ελλάδα σε σχέση με την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης; Είναι κάτι το οποίο έχουν άλλες χώρες και δεν το έχουμε στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα υπάρχει το πλήρες πλέγμα της συνταγματικής προστασίας της εξωτερικής και εσωτερικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Υπάρχει το πλήρες πλέγμα προστασίας της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστή. Γιατί υπάρχουν προβλήματα; Προβλήματα υπάρχουν γιατί γίνονται παρεμβάσεις σε επίπεδο κοινού νόμου και γιατί υπάρχει μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική αλλά και δικαστική πρακτική. Διότι όταν υπάρχει μία κυβέρνηση, η οποία είναι διατεθειμένη να οργανώσει ένα δικό της, κυβερνητικά καθοδηγούμενο, παραδικαστικό κύκλωμα, καμία συνταγματική διάταξη δεν είναι επαρκής. Τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο αυτό, ενός κυβερνητικά οργανωμένου, ελεγχόμενου και διατυμπανιζόμενου πολιτικά, παραδικαστικού δικτύου, το οποίο, βεβαίως βασίζεται στα πρόθυμα, συντηρητικής καταγωγής, «συνεργεία» που εφάπτονται με το βαθύ κράτος, έχουν προσφέρει παλαιότερα τις υπηρεσίες τους αλλού, τις προσφέρουν τα τελευταία τέσσερα χρόνια στον ΣΥΡΙΖΑ και είναι πάντα πρόθυμα να προσφέρουν και στο μέλλον υπηρεσίες, αλλά θέλω να ελπίζω ότι αυτές δεν θα γίνουν δεκτές, γιατί το φαινόμενο αυτό θα παταχθεί αλύπητα.

Βεβαίως πρέπει να πω ότι καλοπροαίρετες, αλλά εσφαλμένες, επιλογές που έγιναν λόγω της κρίσης στο δικονομικό μας σύστημα, δημιούργησαν το όχημα ή το πρόσχημα προκειμένου να λειτουργήσουν παρόμοια φαινόμενα. Όταν αποφασίστηκε να συγκροτηθούν ειδικές Εισαγγελίες, αρχής γενομένης από την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος κατά παράβαση των κανόνων της κατανομής της κατά τόπον και καθ’ ύλην αρμοδιότητας των δικαστηρίων, είχα πει στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι κατασκευάζεται ένας δικονομικός Frankenstein που θα στραφεί κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Αυτό τι σημαίνει και γιατί συνέβη αυτό; Γιατί ο ειδικός Εισαγγελέας, που σημαίνει ότι παρακάμπτεται ο μεγάλος αριθμός των έντιμων και καταρτισμένων εισαγγελικών λειτουργών, λειτουργεί ως προνομιακός συνομιλητής των προϊσταμένων του και ως παράγων του δημοσίου βίου που έχει τη δυνατότητα να κάνει πολιτικές παρεμβάσεις. Παραβιάζεται η αρχή του νόμιμου δικαστή, γιατί είναι προεπιλεγμένος ένας Εισαγγελέας, προσβάλλεται το Σώμα των εισαγγελικών λειτουργών, οι οποίοι θεωρούνται περιορισμένης ικανότητος και δεύτερης κατηγορίας. Διαμορφώνεται το φαινόμενο του Εισαγγελέα «φίρμα», ο οποίος από τη φύση της αποστολής του ρέπει σε ένα είδος εισαγγελικού λαϊκισμού. Και βέβαια αρκεί να ελέγχεις μέσω της ιεραρχικής δομής της Εισαγγελίας, τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και έναν Εισαγγελέα για να ελέγξεις όλη την προδικασία, και να αξιοποιείς την προδικασία για λόγους αμιγώς πολιτικούς ωμά, σε συνεργασία με μία κοινοβουλευτική πλειοψηφία πρόθυμη να παραβιάσει το Σύνταγμα, να ασεβήσει επί του κράτους δικαίου και των εγγυήσεων του και να χρησιμοποιήσει την ποινική διαδικασία ως όπλο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων, ή μάλλον απόπειρας ατελέσφορης εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων. Γιατί όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου στα θέματα αυτά, πέφτει ο ίδιος μέσα, όπως αποδείχθηκε και όπως θα αποδειχθεί μέχρι τέλους.

Επειδή ο κ. Παρασκευόπουλος ρωτά από καθέδρας, τι γίνεται με την υπόθεση Novartis. Με ποια υπόθεση Novartis; Οι μόνοι γιατροί που παραπέμφθηκαν στο Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης αθωώθηκαν μαζί με τον κ. Φρουζή. Οι γιατροί πού είναι; Πού είναι οι πληροφορίες, η ενημέρωση; Πού είναι οι ανακριτικές πράξεις; Προφανώς η τακτική Ανακρίτρια δεν νιώθει ότι έχει δικογραφία έτοιμη για να προχωρήσει σε ανακριτικές πράξεις, δεν καλούνται. Και, πού είναι η αποκάλυψη του μεγάλου οικονομικού σκανδάλου χωρίς συμμετοχή πολιτικών προσώπων; Την αναμένουμε. Για τα πολιτικά πρόσωπα, πού είναι η δικαιοδοσία; Υπάρχει δικαιοδοσία;

Αλλά το χειρότερο από όλα είναι η ομολογημένη κατάχρηση εξουσίας, διότι δυοίν θάτερον ή ο προστατευόμενος μάρτυρας καλώς χαρακτηρίστηκε προστατευόμενος και καλώς χαρακτηρίστηκε δημοσίου συμφέροντος, έχοντας ποινική ασυλία, ή κακώς χαρακτηρίστηκε. Όταν χαρακτηρίστηκε δεν είχε κατηγορηθεί ούτε για δωροδοκία ούτε για ξέπλυμα, τώρα που αποχαρακτηρίστηκε κατηγορείται και για δωροδοκία και απειλείται δημοσιογραφικώς να κατηγορηθεί και για ξέπλυμα. Σε ποια από τις δύο περιπτώσεις υπάρχει κατάχρηση εξουσίας; Εκεί που δεν ασκήθηκε η δίωξη ή εκεί που ασκείται ή θα ασκηθεί η δίωξη;

Μιλάμε για μία καταρράκωση των θεσμών. Αυτά δεν λύνονται με αναθεώρηση. Ή, εάν υπάρξει μία αναθεωρητική παρέμβαση, αυτό αφορά την πλήρη διασφάλιση της δικαστικής ιδιότητας του Εισαγγελέως και την πλήρη αποσαφήνιση της έννοιας της δομής της Εισαγγελίας, ώστε πραγματικά να είναι ανεξάρτητος ο Εισαγγελέας και πραγματικά να ισχύει η αρχή του νόμιμου δικαστή και στη φάση της ποινικής προδικασίας.

Λείπουν διατάξεις για το Πειθαρχικό Δίκαιο των δικαστών στο Σύνταγμα; Όχι, αλλά όταν έχεις ανθρώπους πρόθυμους να απειλούν με πειθαρχικές ή ποινικές διώξεις δικαστικούς λειτουργούς με το παραμικρό, για να τους έχουν υπό την μπότα τους και στη συνέχεια όσους προσχωρούν ή πειθαρχούν να τους απαλλάσσουν προδικαστικά, τους δε άλλους να τους οδηγούν μέχρι και στην οριστική παύση από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, τότε, βεβαίως, δεν έχεις πρόβλημα Συντάγματος, έχεις πρόβλημα κράτους δικαίου. Είναι πολύ σοβαρότερο το πρόβλημα αυτό, το οποίο δεν το αντιμετωπίζεις χωρίς δημοκρατικό φρόνημα και χωρίς πολιτικό πολιτισμό αλλά και πολιτισμό κράτους δικαίου, χωρίς πολιτισμό φιλελεύθερης δημοκρατίας.

Κρατώ από τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας την ιδέα, η επιλογή για τις κορυφαίες θέσεις να γίνεται από Κοινοβουλευτική Επιτροπή και όχι από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η πρόταση αυτή όμως έχει σημασία, εάν η επιλογή γίνεται με αυξημένη πλειοψηφία, 3/5. Εάν γίνεται με κοινή πλειοψηφία, η Κοινοβουλευτική Επιτροπή είναι το υποκατάστατο της κυβέρνησης. Άρα, εάν πάει η αρμοδιότητα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή, αλλάζουν πολλά αλλά με αυξημένη πλειοψηφία.

Δύο λόγια, κ. Πρόεδρε, με την ανοχή σας, για το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Η πρόταση να μετατρέψουμε το ΑΕΔ σε μόνιμο δικαστήριο και να του αναθέσουμε την αρμοδιότητα προληπτικού δικαστικού ελέγχου, όταν η ένσταση αντισυνταγματικότητας στη φάση του κοινοβουλευτικού ελέγχου συγκεντρώνει 2/5, δεν λύνει κανένα απολύτως πρόβλημα. Καθιστά το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αιχμάλωτο της σύγκρουσης μεταξύ πλειοψηφίας και αντιπολίτευσης στη Βουλή. Η δε γνώμη που διατυπώνει δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν λύνει προβλήματα διάχυτου και παρεμπίπτοντος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Θα ακολουθηθεί όλη η διαδικασία του δικαστικού ελέγχου και θα φτάσουμε στο ίδιο αποτέλεσμα τελικά, χωρίς να έχουμε λύσει κανένα πρόβλημα επιτάχυνσης και αποσαφήνισης.

Το πρόβλημα είναι ο δικαστικός κατασταλτικός έλεγχος. Η παγκόσμια τάση αναμφίβολα είναι το λεγόμενο σύστημα Kelsen, το λεγόμενο σύστημα του Συνταγματικού Δικαστηρίου. Μόνο στην ευρύτερη Ευρώπη, πέραν του Συμβουλίου της Ευρώπης περίπου 100 χώρες έχουν το σύστημα αυτό. Στη λεγόμενη Διάσκεψη Συνταγματικής Δικαιοσύνης της Επιτροπής Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης μετέχουν 100 χώρες με Συνταγματικά Δικαστήρια. Η Ελλάδα είναι μία μειοψηφική εκδοχή, χωρίς Συνταγματικό Δικαστήριο, αλλά δεν είναι οι συνθήκες τώρα ώριμες, ούτε πολιτικά ούτε θεσμικά, να συζητήσουμε για την αλλαγή του συστήματος δικαστικού ελέγχου, δηλαδή για την εγκαθίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου που αφαιρεί την αρμοδιότητα από τα Ανώτατα Δικαστήρια. Ο έλεγχος είναι εικονικά διάχυτος, στην πραγματικότητα είναι συγκεντρωμένος στα Ανώτατα Δικαστήρια, είναι στην πραγματικότητα ευθύς λόγω αιτήσεως ακυρώσεως ή πιλοτικής δίκης. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 100 παράγραφος 5, επιλαμβάνεται τελικά η Ολομέλεια του κάθε δικαστηρίου, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, για ορισμένα θέματα του Αρείου Πάγου. Όμως η συνταγματική αντιδικία είναι οργανωμένη τυχαία, δεν υπάρχουν ούτε οι κανονικοί διάδικοι, ούτε οι κανονικοί νομικοί παραστάτες, δεν διεξάγεται η αντιμωλία που πρέπει να διεξαχθεί.

Χωρίς να αλλάξουμε, στη φάση αυτή, τη βασική δομή, δηλαδή διατηρώντας την αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών κλάδων και άρα των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων και σε περίπτωση σύγκρουσης του ΑΕΔ, πρέπει να οργανώσουμε τη δίκη περί της συνταγματικότητας γρήγορα, άμεσα, στο επίπεδο των Ολομελειών και με τη σωστή εκπροσώπηση των απόψεων, με πλήρη διαφάνεια. Γιατί ο έλεγχος είναι πια γενικός και αφηρημένος και πρέπει να οργανωθεί ως τέτοιος, όχι τυχαία, αλλά με έναν θεσμικά διαφανή και ορθολογικό τρόπο. Αυτό μπορεί να γίνει και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος, μπορεί να γίνει με δικονομικές παρεμβάσεις, οι οποίες αρκεί να είναι πλήρεις και λειτουργικές.

Υπάρχει ένα θέμα το οποίο είναι το σταυρικό. Τι γίνεται με τις αποφάσεις οι οποίες έχουν σοβαρές δημοσιονομικές επιπτώσεις, οι οποίες ανατρέπουν το δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας, όπως αυτό καθορίζεται εθνικά και ευρωπαϊκά κατά το άρθρο 79 του Συντάγματος και κατά τους κανόνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου ή διεθνών Συμβάσεων που θεμελιώνονται στο άρθρο 28. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί ο δικαστής να εκδώσει μία απόφαση, έστω με περιορισμένη αναδρομικότητα, έστω ισχύουσα από τη δημοσίευση της απόφασης, έστω από μεταγενέστερο χρόνο όπως το προβλέπει το άρθρο 100, με δημοσιονομικές επιπτώσεις οι οποίες είναι τεράστιες; Δηλαδή θέτουν εκποδών το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η χώρα; Αυτό είναι που πρέπει να μας απασχολήσει.

Αυτό είναι ένα θέμα το οποίο απασχολεί, στην πραγματικότητα, όλες τις χώρες οι οποίες μεταφέρουν τα βασικά πολιτικά και κοινωνικά τους προβλήματα στη δικαιοσύνη. Διότι είναι άλλο να γίνει συζήτηση για ένα θεσμικό ζήτημα, πώς πρέπει πχ να αναθεωρηθεί το πλαίσιο της οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης –για να μιλήσουμε για τις μεγάλες αποφάσεις τις τελευταίας δεκαετίας στο επίπεδο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης– και άλλο να συζητάμε για υποθέσεις, οι οποίες έχουν ως έννομη συνέπεια, σε περίπτωση συμμόρφωσης, την πλήρη, βεβαίως, αλλαγή του δημοσιονομικού πλαισίου εις βάρος των πιο αδύναμων. Εις βάρος αυτών που αγωνίζονται, εις βάρος αυτών που προσδοκούν να λειτουργήσει η οικονομία, να υπάρξει ρυθμός ανάπτυξης, να υπάρξουν επενδύσεις, να υπάρξουν θέσεις εργασίας.

Αυτό θα μπορούσαμε, υπό άλλες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες- ή θέλω να δω εάν υπάρχει και τώρα η δυνατότητα αυτή- με σοβαρότητα και υπευθυνότητα, να γίνει αντικείμενο μίας διάταξης, η οποία να είναι εναρμονισμένη με το Διεθνές Δίκαιο και με το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και η οποία να τεθεί είτε στο άρθρο 79 είτε τώρα, που συζητούμε πλέον για τα άρθρα 87 και επόμενα, στο άρθρο 100, ως νέα παράγραφος 6. Διότι εκεί είμαστε, μετά την παράγραφο 4 που αφορά τις αποφάσεις του ΑΕΔ και μετά την παράγραφο 5 που αφορά τις αποφάσεις των Ολομελειών των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων για θέματα συνταγματικότητας. Άρα, είναι λογικό να έχεις μία παράγραφο 6, η οποία αφορά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις.

Πρόκειται για μία συζήτηση πολύ παλιά, μία συζήτηση η οποία διεξάγεται στη χώρα μας από τη δεκαετία του ‘50, όταν ο βασικός εκπρόσωπος της αντίληψης υπέρ της προστασίας του δημοσιονομικού πλαισίου ήταν ο Αριστόβουλος Μάνεσης, στα έργα του, μία αντίληψη την οποία, τότε, εκπροσωπούσε το Συμβούλιο Επικρατείας, το οποίο δεν είχε προσχωρήσει στην επεκτατική εφαρμογή ευνοϊκών διατάξεων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας προσχώρησε στην αντίληψη αυτή όταν οι διαφορές για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών μεταφέρθηκαν από τα πολιτικά δικαστήρια στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια με το νέο Σύνταγμα του 1975. Τότε άλλαξε και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα θέματα αυτά.

Άρα, λοιπόν, είναι ένα κεντρικό θέμα το οποίο πρέπει να το δούμε με ευθύνη απέναντι στον πολίτη, και ιδίως στον πιο αδύναμο, αυτόν που προσδοκά τη βοήθεια του κράτους, γιατί το κράτος δεν θα μπορέσει να του δώσει τη βοήθεια αυτή, εάν δεν έχει τη δημοσιονομική δυνατότητα. Σας ευχαριστώ. 

 

9.1.2019, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην Επ. Αναθεώρησης για θέματα δικαιοσύνης (άρθρα 87-120) from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΔικαιοσύνηΑγορεύσεις | Παρεμβάσεις 2019