Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2019

Ευάγγελος Βενιζέλος

 

Η Δημοκρατία σε κρίση και το πεδίο της πολιτικής*

 

Η Δημοκρατία είναι πάντα σε κρίση γιατί η Δημοκρατία είναι από τη φύση της πάντα συγκρουσιακή. Είναι πλουραλιστική και ανταγωνιστική. Δεν υπάρχει περίπτωση να λειτουργεί ένα δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης χωρίς να υπάρχουν εντάσεις, συγκρούσεις, αμφισβητήσεις. Χωρίς να υπάρχουν εκκρεμότητες, χωρίς να υπάρχει αντιπαράθεση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στη θεωρία της Δημοκρατίας το πιο «στρατιωτικό» κεφάλαιο είναι η θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τα οποία εκλαμβάνονται, ήδη από τον 19ο αιώνα ως οιονεί στρατιωτικοί σχηματισμοί, που προετοιμάζονται, εξοπλίζονται, αγωνίζονται, νικούν, ηττώνται, αναπτύσσουν στρατηγική, κάνουν τακτικούς χειρισμούς, είναι σε διάταξη μάχης. Δεν είναι δηλαδή καθόλου τυχαίο ότι στην πολυκομματική, αντιπροσωπευτική δημοκρατία, η ορολογία με την οποία εκφράζεται ο ανταγωνισμός των κομμάτων, άρα ο πυρήνας της Δημοκρατίας, είναι μια ορολογία κατεξοχήν, και θα έλεγα εντυπωσιακά, στρατιωτική γιατί πάντα υπάρχει ένα ανοιχτό μέτωπο που πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Αναφερόμαστε, βεβαίως, στη «Δημοκρατία των σύγχρονων» όχι στη «Δημοκρατία των αρχαίων». Αναφερόμαστε στη Δημοκρατία ως ένα πολύ συγκεκριμένο και πρόσφατο ιστορικό προϊόν που κατά τη γνώμη μου δεν ταυτίζεται γενικά και αόριστα με τη νεωτερικότητα, αλλά με τη θεσμική νεωτερικότητα η οποία διαμορφώνεται πλήρως από τον 18ο αιώνα και μετά με τις δύο μεγάλες επαναστάσεις , την αμερικανική και την γαλλική. Και τα δύο μεγάλα συνταγματικά κείμενα του 18ου αιώνα το αμερικανικό σύνταγμα και το γαλλικό σύνταγμα που είναι οι ολοκληρωμένες πλέον και σύγχρονες μορφές συντάγματος που περιγράφουν την συνταγματική δημοκρατία.

Αυτό που ονομάζουμε Δημοκρατία, είναι, προφανώς, η σύγχρονη νεωτερική αντιπροσωπευτική πολυκομματική Δημοκρατία, η δυτική Δημοκρατία, η φιλελεύθερη Δημοκρατία, η συνταγματική Δημοκρατία. Αυτή έχει βεβαίως μια πολύ συγκεκριμένη κοιτίδα ,ιστορική και γεωγραφική, που είναι η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική , αλλά αποκτά, ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δηλαδή μετά από μια πολύ μεγάλη πρώτη φάση που έχει διανύσει, οικουμενικά χαρακτηριστικά. Οχι επειδή αυτό συμβαίνει μεταφυσικά, ή έστω με βάση κάποια αντίληψη φυσικοδικαιϊκή η οποία τείνει από ένα σημείο και μετά να είναι και αυτή μεταφυσική, αποκτά οικουμενικά χαρακτηριστικά επειδή κατισχύει ιδεολογικά. Αποκτά στοιχεία ηγεμονίας, αποκτά στοιχεία επιβολής. Και βεβαίως αναγνωρίζεται πια και αναγορεύεται σε οικουμενική αξία, που κατοχυρώνεται από το Διεθνές Δίκαιο, άρα γίνεται το κυρίαρχο μοντέλο διακυβέρνησης. Με αποτέλεσμα όποιος δεν εκπληροί τις βασικές τουλάχιστον προϋποθέσεις ενός δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης να είναι αποκλίνουσα περίπτωση, να εντάσσεται στις περιπτώσεις παθογένειας του διεθνούς πολιτικού συστήματος και να έχει, εκ μόνο του λόγου αυτού, ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα ελλείματος νομιμοποίησης της εξουσίας του, η οποία μπορεί να είναι ακαταγώνιστη μπορεί να είναι αποτελεσματική, μπορεί να νομιμοποιείται με διαφορετικούς τρόπους – θα μιλήσω για τέτοια παραδείγματα – αλλά, πάντως, δημοκρατική δεν είναι.  

Και εφόσον δεν είναι δημοκρατική δεν είναι ούτε δικαιοκρατική, άρα το έλλειμμα δεν είναι μόνο έλλειμμα ύπαρξης και λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, είναι και έλλειμμα ύπαρξης και λειτουργίας των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, δηλαδή της προστασίας κυρίως των θεμελιωδών δικαιωμάτων, όλων. Διότι δεν αρκεί η ύπαρξη μονο πολιτικών δικαιωμάτων χωρίς τα αμυντικά δικαιώματα, χωρίς τα δικαιώματα συλλογικής δράσης, χωρίς τα στοιχειώδη κοινωνικά δικαιώματα, δεν διαμορφώνεται το περιβάλλον, το επίπεδο πολιτικού πολιτισμού και άρα και κοινωνικού πολιτισμού που απαιτείται για να λειτουργεί αυτό που λέγεται δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης. Το οποίο, επαναλαμβάνω, για να μην χάσουμε τον ειρμό, γεννιέται από μια κρίση, έχει συγκρουσιακή καταγωγή, και εξελίσσεται πάντα συγκρουσιακά.

Άρα δεν μπορεί να υπάρχει δημοκρατικό πολιτικό σύστημα εκτός κρίσης ,εφόσον η κοινωνία στην οποία αναφέρεται είναι ζωντανή . Εκτός κι αν εννοούμε ότι η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών από το 2007 και μετά, στις ΗΠΑ και μετά στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ευρωζώνη προκαλεί κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στην Ευρωπαϊκή Δημοκρατία, δηλαδή την Δημοκρατία στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά αυτό είναι ένα επιμέρους φαινόμενο, πολύ χρήσιμο για τη συγκυρία, αλλά ένα από τα πολλά φαινόμενα που αντιμετωπίζει στην ιστορική διαδρομή της η Δημοκρατία , στον μακρύ ιστορικό χρόνο.

Αυτή λοιπόν η δημοκρατία είναι μια αναντικατάστατη δημοκρατία παρά τις αγωνιώδεις και ατέλειωτες προσπάθειες που κάνει η πολιτική θεωρία να εμφανίσει, εργαστηριακά πάντα, άλλες εκδοχές της σύγχρονης δημοκρατίας. Δεν θα ασχοληθώ με αυτές, γιατί με ενδιαφέρει εδώ η Δημοκρατία ως ένα απτό, θεσμικό κεκτημένο, το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από την πολιτική και συνταγματική ιστορία της Δύσης τους τελευταίους τρεις αιώνες. Μπορούμε να μιλάμε ώρες ατέλειωτες για άλλες εκδοχές της Δημοκρατίας, να μιλάμε δηλαδή για την συμμετοχική Δημοκρατία, για τη διαβουλευτική Δημοκρατία, για τη σχέση που έχει η δημοκρατία με την αμφισβήτηση των τεκμηρίων αντιπροσώπευσης. Ζητήματα τα οποία μπορούμε να δούμε στη συζήτηση αν κάποιος θελήσει, αλλά όλα αυτά έχουν περιορισμένη εμβέλεια και επίπτωση εάν δεν αφομοιώνονται στους θεσμούς, εάν δεν υιοθετούνται στο θεσμικό σύστημα της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής, φιλελεύθερης Δημοκρατίας, όπως αυτή σταδιακά διαμορφώνεται.

Αυτή λοιπόν η Δημοκρατία, για να μην σας κουράζω με παράπλευρες αναλύσεις, βεβαίως είναι μια Δημοκρατία - όπως λέω και στο βιβλίο μου στο οποίο είχε την καλοσύνη να αναφερθεί ο Γιάννης Παπαδόπουλος προηγουμένως - εξ ορισμού και εκ φύσεως αιχμάλωτη δύο χαρακτηριστικών: Το ένα χαρακτηριστικό είναι ο συγκυριακός της χαρακτήρας. Είναι από τη φύση της συγκυριακή , γιατί η Δημοκρατία είναι από τη φύση της περιοδική. Δεν υπάρχει εφάπαξ Δημοκρατία. Δεν υπάρχει Δημοκρατία η οποία εκδηλώνεται μια φορά και μετά παγιώνεται, θεωρείται αμετάκλητη και όλα κινούνται σε ένα τετελεσμένο χρόνο. Θα μπορούσε αυτό θεσμικά να συμβεί στις περιπτώσεις της αιρετής μοναρχίας, υπάρχουν τέτοιες περιπτώσεις στην ιστορία των πολιτευμάτων, αλλά πρόκειται για εξαιρετικά φαινόμενα τα οποία δεν αξίζει τον κόπο να μας απασχολήσουν. Η περιοδικότητα, άρα η συγκυρία, η επαναληπτικότητα, η επαναξιολόγηση, η λογοδοσία, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, είναι συστατικό στοιχείο της Δημοκρατίας.

Όμως, όταν λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις, λειτουργεί η ιστορία εν τω γίγνεσθαι, πρέπει να υπάρχει επαρκής βαθμός επίγνωσης και διορατικότητας για τη βαθύτερη επίπτωση που έχουν οι αποφάσεις αυτές. Αυτή όμως επιμερίζεται σε μεγάλα σώματα, στα εκλογικά σώματα, άρα, κανείς πολίτης ατομικά δεν νοιώθει το βάρος της ευθύνης να λειτουργεί με τέτοιο λόγο γνώσης ώστε οι επιλογές του να έχουν επίγνωση, διορατικότητα, ιστορικότητα, να κρίνονται εκ των υστέρων και αυτό να επιδρά εκ των προτέρων στην επιλογή του. Άρα οι μεγάλοι αριθμοί, η συλλογικότητα, στην πραγματικότητα διαλύει αυτή την υποχρέωση επίγνωσης και διορατικότητας. Και όταν η ιστορία πια αξιολογεί το προϊόν των δημοκρατικών αποφάσεων, πολλές φορές αυτό εμφανίζεται αρνητικό, ανεπαρκές, επικίνδυνο, για τη ζωή του έθνους ή για τη ζωή του κράτους ή για τη ζωή των κοινωνιών, ανάλογα με το ποια ιδεολογική επιλογή κάνει ο καθένας, για την ομάδα αναφοράς στην οποία θέλει να δώσει την έμφασή του.

 

Αυτή λοιπόν είναι η πρώτη θεμελιώδης αντίφαση από την οποία απορρέουν όλα τα θέματα, στην πραγματικότητα, της ηθικής της δημοκρατίας. Γιατί η ηθική της δημοκρατίας που είναι η ηθική της πολιτικής, όπως έχει πει ο Μαξ Βέμπερ και το ξέρετε όσοι ασχολείσθε με την πολιτική θεωρία, θα είναι είτε ηθική της ευθύνης είτε ηθική της πεποίθησης, άρα δεν μπορείς να επιμερίσεις το πολιτικό κόστος, αν τα κριτήριά σου είναι μόνο συγκυριακά. Γιατί το πολιτικό κόστος αποτιμάται ιστορικά. Και όταν αποτιμάται ιστορικά μπορεί να μην υπάρχουν καν τα υποκείμενα τα οποία έχουν λάβει τις αποφάσεις αυτές, και στα οποία θα έπρεπε να καταλογιστεί το πολιτικό κόστος.

Άρα το πολιτικό κόστος επίσης διαχέεται και διαφεύγει λόγω της περιοδικότητας, της επαναληπτικότητας και της συγκυριακότητας της δημοκρατίας. Όλοι μιλούν με άνεση -γιατί ρητορικά είναι πολύ εύκολο να το κάνουν- για την αδιαφορία τους για το πολιτικό κόστος. Αδιαφορία για το πολιτικό κόστος είναι σαν να είσαι αδιάφορος για τη δημοκρατική σου νομιμοποίηση. Είναι σαν να είσαι αδιάφορος για την επιλογή του εκλογικού σώματος. Είναι σαν να είσαι αδιάφορος για την αντιπροσώπευση της κοινωνίας. Και βεβαίως, αν δεν είσαι αδιάφορος , αλλά έχεις ως μόνο κριτήριο σου τη νομιμοποίηση, την αντιπροσώπευση, αλλά και τον μη καταλογισμό του πολιτικού κόστους, τότε, βεβαίως, γίνεσαι επικίνδυνος διότι οδηγείσαι στη δεύτερη μεγάλη εκ γενετής αντίφαση της Δημοκρατίας που είναι μετά τη σύγκρουση συγκυρίας και δημοκρατίας, η σύγκρουση μεταξύ λαϊκισμού και δημοκρατίας, ας πούμε, της ωμής αλήθειας, και της ευθύνης . Είναι όμως μια Δημοκρατία αδιάφορη για το εκλογικό αποτέλεσμα; Μια δημοκρατία μπορεί ,από ένα σημείο και μετά, να ενοχλείται από το γεγονός ότι παρεμβάλλονται διαδικασίες εκλογικές και δημοψηφικές που οδηγούν σε «εσφαλμένα» αποτελέσματα ; Αυτό είναι το τεράστιο πρόβλημα και η τεράστια αντίφαση.

Υπάρχει μια γενετική σχέση της δημοκρατίας, λόγω της μαζικότητάς της, με την απλοποίηση καταρχάς των θεμάτων. Την παρουσίαση των θεμάτων με έναν εύληπτο τρόπο που δίνει έμφαση στα ουσιώδη. Από την ανάγκη όμως να εμφανίσει τα ουσιώδη μπορεί να φτάσει στην εξάλειψη των αποχρώσεων και την αφαίρεση της επιχειρηματολογίας . Με τον τρόπο αυτό   οδηγείται με μεγάλη ταχύτητα στον λαϊκισμό, στη συνθηματολογία, στη δημαγωγία καταρχάς, άρα σε μορφές πολιτικού λόγου και πολιτικής πρακτικής, που τροφοδοτούν τη Δημοκρατία, ψηφίζονται από τα εκλογικά σώματα, ξαναψηφίζονται από τα εκλογικά σώματα, αλλά μπορεί να συγκρούονται με το θεμελιώδες ηθικό και αξιακό περιεχόμενο της Δημοκρατίας που είναι εν τέλει η ευθύνη. Ευθύνη απέναντι στον λαό, ευθύνη απέναντι στον εντολέα, που αντιπροσωπεύεις δημοκρατικά και σε νομιμοποιεί, ευθύνη απέναντι στην ιστορία, ευθύνη απέναντι σε άλλες φαντασιακές κοινότητες, όπως είναι το έθνος, το γένος, η ανθρωπότητα, η οποία κινδυνεύει από την κλιματική αλλαγή; Διότι τώρα, για κάθε απόφαση είσαι υπεύθυνος ενώπιον μιας αλληλουχίας οντοτήτων φαντασιακών και πραγματικών. Δεν είναι το μέγεθος της Ελλάδος, που είναι το μέγεθος μιας μεσαίας ευρωπαϊκής χώρας, το κρίσιμο, πρέπει να δούμε πως λειτουργεί η Δημοκρατία σε χώρες όπως είναι οι ΗΠΑ, η Κίνα, κ.ο.κ. Άρα παίρνεις αποφάσεις οι οποίες αφορούν την κοινωνία, τον λαό και το έθνος, τους πολίτες σου, τους συμμάχους σου, αυτούς που επηρεάζεις οικονομικά, αυτούς που επηρεάζεις στρατιωτικά, που είναι άλλοι λαοί, άλλες κοινωνίες, και εν τέλει είναι η ανθρωπότητα, όταν οι αποφάσεις αφορούν τη χρήση πυρηνικών όπλων, ή την πρόσληψη που έχεις για την κλιματική αλλαγή και για τις απειλές που υπάρχουν από τη βιοτεχνολογία, από την εξέλιξη της 4ης ή της 5ης Βιομηχανικής Επανάστασης, κ.ο.κ.

Το ζήτημα είναι ότι εδώ και πολύ καιρό πια, αυτό το σύστημα το δημοκρατικό με τα γενετικά του προβλήματα έχει υποστεί μια πολύ σημαντική αμφισβήτηση. Έχει χάσει την ακεραιότητα του βασικού αφηγήματός του σε σχέση με την ευημερία . Διότι, πράγματι, ιστορικά αυτοί οι τρεις αιώνες της αντιπροσωπευτικής, συνταγματικής δημοκρατίας στη Δύση, και μετά οικουμενικά, είναι οι αιώνες της μεγάλης ανάπτυξης. Μιας ανάπτυξης που υπερκαλύπτει την ανάπτυξη των προηγούμενων αιώνων που καταγράφονται ιστορικά. Είναι οι αιώνες της ευημερίας. Είναι οι αιώνες της εντυπωσιακής ανόδου του επιπέδου της τεχνολογίας και του επιπέδου ζωής και του επιπέδου του προσδοκίμου επιβίωσης για κάθε ανθρώπινη οντότητα. Αυτή λοιπόν η περίοδος ταυτίζεται με τη Δημοκρατία, με τις παραλλαγές της Δημοκρατίας και με την επιβολή της Δημοκρατίας και έτσι διαμορφώθηκε το δόγμα ότι Δημοκρατία ίσον ευημερία, ότι προϋπόθεση της ανάπτυξης με ανταγωνιστικότητα και τεχνολογική πρόοδο είναι η Δημοκρατία . Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν η απόδειξη ότι χωρίς Δημοκρατία δεν μπορείς να κερδίσεις ούτε στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης, της τεχνολογικής ανάπτυξης, του ανταγωνισμού και της προοπτικής. Δηλαδή, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του υπαρκτού σοσιαλισμού είναι η μεγαλύτερη ιστορική απόδειξη της σύνδεσης, Δημοκρατίας, οικονομικής ευμάρειας και ανταγωνιστικότητας. Αυτό όμως, από τότε, δηλαδή τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μετά αμφισβητείται, διότι διαμορφώνονται άλλα μοντέλα, τα οποία δείχνουν ότι μπορείς να έχεις πολύ μεγάλη ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα χωρίς δημοκρατία. Όπως συμβαίνει στην Κίνα.

Υπάρχουν επίσης μοντέλα χωρών, ας το πούμε έτσι, «ισχνής Δημοκρατίας» που έχουν μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον, όπως είναι η Ινδία η οποία είναι ένα εντυπωσιακό παράδειγμα πρώιμης δημοκρατικής και κοινοβουλευτικής χώρας, η οποία όμως έχει ένα κρυμμένο δυναμικό – θα υπερκαλυφθεί η απόσταση από την Κίνα, αλλά προς το παρόν η Κίνα είναι πολύ μπροστά χωρίς να επικαλείται μια δημοκρατική ιδεολογία. Επικαλείται μια αντιδημοκρατική ιδεολογία, την ιδεολογία της αξιοκρατίας, της meritocracy. Η meritocracy είναι ο συνδυασμός του κομμουνιστικού κόμματος που ελέγχει την εξουσία και την οικονομία και του Κομφουκιανισμού, ο οποίος είναι πολύ κοντά στον πλατωνισμό. Αυτό είναι μια άλλη ιδεολογία, είναι ένα άλλο αφήγημα.

΄Η υπάρχουν χώρες οι οποίες είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οικονομικά που είναι ανοιχτά ανάπηρες Δημοκρατίες, μη φιλελεύθερες Δημοκρατίες, αυταρχικές Δημοκρατίες. Αυταρχικές Δημοκρατίες έχουμε και στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχουμε Δημοκρατίες που λειτουργούν μαζικά, αλλά συγκεντρώνουν τη δύναμη σε ένα πρόσωπο, ακόμη κι αν το σύστημα είναι κοινοβουλευτικό , όπως συμβαίνει ας πούμε με τον κ. Όρμπαν. Άλλωστε και τα αυταρχικά πολιτεύματα του Μεσοπολέμου από Δημοκρατίες ξεκίνησαν – ας μην μπούμε σε αυτό τώρα. Όμως παύει πια η ισότιμη πραγματικά μεταχείριση της αντιπολίτευσης, των μειονοτήτων, των διαφορετικών απόψεων, παύουν να ισχύουν οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου, πλήττεται η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, πλήττονται τα ατομικά δικαιώματα, αναπτύσσεται μια εθνικιστική, εθνολαϊκιστική αντίληψη, η οποία είναι ξενοφοβική, ρατσιστική, όλα αυτά φτιάχνουν ένα ολόκληρο φαινόμενο, που είναι η αυταρχική Δημοκρατία, η μη φιλελεύθερη Δημοκρατία (illiberal).

Αυτό λοιπόν καταλαμβάνει και την περιοχή της Ευρώπης, της Ευρωπαϊκής Ένωσης,   δηλαδή θέτει στην πραγματικότητα σε αμφιβολία το θεσμικό οικοδόμημα, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, η οποία είναι μια ιστορική διεργασία, μεταξύ δημοκρατικών και φιλελεύθερων χωρών που πιστεύουν στην ελεύθερη οικονομία , αλλά και στο κοινωνικό κράτος. Δηλαδή στην κοινωνική συνοχή και στις κρατικές επεμβάσεις που διορθώνουν ακραίες ανισότητες. Αυτό δεν χρηματοδοτείται. Προσκρούει στη δημογραφική κρίση των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Προσκρούει στο αδιέξοδο του μοντέλου ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η Ευρώπη γηράσκει, μικραίνει πληθυσμιακά, χάνει ποσοστά στην κατανομή του παγκόσμιου ΑΕΠ, και ανταγωνίζεται μοντέλα που κάνουν αυτό που λέμε dubbing , όχι πια με την έννοια των τιμών σε σχέση με το κόστος παραγωγής, αλλά με την έννοια των δημοκρατικών και κοινωνικών ευαισθησιών. Δηλαδή πουλάνε ένα οικονομικό προϊόν χωρίς το κόστος της Δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους. Άρα και το κόστος του πολιτικού φιλελευθερισμού.

Δημιουργείται ένα τεράστιο θέμα από την άποψη αυτή. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να συνεχιστεί μια πορεία η οποία θέτει τη Δημοκρατία αντιμέτωπη με τα υπαρξιακά θέματά της:   μέχρι που φθάνει η ανοχή της . Τι αντοχή και τι ανοχή έχει η δημοκρατία. Η Δημοκρατία είναι Δημοκρατία για όλους, άρα είναι Δημοκρατία και για τους εχθρούς της, είναι δημοκρατία και για αυτούς που αμφισβητούν τις αξίες της. Μέχρι ποίου σημείου όμως ;

Η δημοκρατία   έχει και πάλι να αντιμετωπίσει αυτούς που δεν την πιστεύουν αξιακά, αλλά τη χρησιμοποιούν θεσμικά. Αυτό είναι τεράστιο θέμα σε όλη την Ευρώπη. Η απάντηση είναι, μια όχι «αμυνόμενη» , γιατί αυτός είναι ένας πολύ   συγκεκριμένος τεχνικός όρος, αλλά μια συστρεφόμενη δημοκρατία, η οποία, στην πραγματικότητα, φοβάται τον λαό της. Δηλαδή, είναι μια δημοκρατία, η οποία αντιμετωπίζει με φόβο τις εκλογές. Είναι μια δημοκρατία που αντιμετωπίζει με φόβο τα δημοψηφίσματα. Γιατί θεωρεί ότι μπορεί τα αποτελέσματα να μην είναι ορθολογικά και να ανατρέπουν θεμελιώδεις παραδοχές. Παραδοχές της εθνικής στρατηγικής, της ευρωπαϊκής στρατηγικής, της δυτικής αντίληψης, του φιλελευθερισμού, της ανεκτικότητας, της πολυφωνίας. Αντιδρά δτο ενδεχόμενο να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας στη Γαλλία η κα Λεπέν ,όπως είχε αντιδράσει παλιότερα στο ενδεχόμενο εκλογής του πατέρα της . Αντιδρά στο ενδεχόμενο να χρειάζεται η συμμετοχή του AfD στη Γερμανία για να σχηματιστεί κυβέρνηση. Όπως αντέδρασε με φόβο όταν οι πρώτοι ακροδεξιοί μετείχαν στην αυστριακή κυβέρνηση πριν από είκοσι χρόνια.

Άρα υπάρχει μια φοβικότητα η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι όταν η Δημοκρατία δεν λειτουργεί συγκυριακά , αλλά λειτουργεί ιστορικά, παίρνει αποφάσεις οι οποίες οριστικοποιούνται, καθίστανται νομικά υποχρεωτικές, δηλαδή συνταγματικές ή οιονεί συνταγματικές και στη συνέχεια οι κοινωνίες θεωρούν ότι είναι αιχμάλωτες αυτών των δημοκρατικά μεν ληφθεισών, αλλά οριστικών και όχι περιοδικών αποφάσεων. Εννοώ ότι όταν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση φθάνει στο σημείο από το 1992 ,από το Μάαστριχτ , και μετά να πει ότι «εγώ διαμορφώνω το σύμφωνο σταθερότητας και κλειδώνω τις επιλογές της οικονομικής μου πολιτικής, έχω ένα ενιαίο νόμισμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαμορφώνει τη νομισματική πολιτική και τα κράτη δεν έχουν καμία αρμοδιότητα , ούτε τα πολιτικά όργανα. Έχω μια δημοσιονομική πολιτική με όριο στο δημοσιονομικό έλλειμα και όριο στο δημόσιο χρέος, έχω μια πολιτική σε σχέση με τον δανεισμό , την χρηματοδότηση με ομόλογα κυμαινόμενου κόστους από χώρα σε χώρα, γιατί η κάθε χώρα έχει το δικό της ρίσκο» , αυτό μπορεί οι ευρωπαϊκές κοινωνίες να μη το δέχονται πια. Ποιες κοινωνίες; Όχι η ελληνική η οποία έχει υποστεί αυτή τη τεράστια πίεση, γιατί είναι σχετικά μικρή, η Ελλάδα είναι μια μεσαία ευρωπαϊκή χώρα, αλλά κοινωνίες όπως η γαλλική, η ιταλική, όπως η ισπανική.

Και το ερώτημα είναι αν η Δημοκρατία μπορεί να αναδιαρθρωθεί τώρα πια εθνικά και ευρωπαϊκά, ώστε να επανέλθει το πεδίο της πολιτικής. Το πεδίο της πολιτικής ποιο είναι; Είναι το πεδίο της δημοκρατίας ή είναι το πεδίο της εξουσίας ή είναι το πεδίο του κράτους; Μάλλον το κράτος δεν αρκεί γιατί έχεις και ευρωπαϊκό επίπεδο και διεθνές επίπεδο. Θα μπορούσε να είναι είτε το πεδίο της Δημοκρατίας , είτε το πεδίο της εξουσίας. Μα είναι άλλη η πολιτική η οποία είναι αυταρχική και άλλη η πολιτική, όπως την εννοούμε εντός δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου .

Θα επανέλθει η πολιτική σημαίνει θα επανέλθει η Δημοκρατία στα θέματα που έχουν οριστικοποιηθεί και έχουν κλειδώσει, κλειδώνοντας και τις ανισότητες; Και αν αυτό γίνει, θα διασωθεί το οικοδόμημα-   οικονομικό , νομισματικό και ανταγωνιστικό - ή θα καταρρεύσει. Διότι εδώ δεν είσαι μόνος, δηλαδή δεν μπορείς να πεις δίνω ό,τι μισθούς θέλω, ό,τι επιδόματα θέλω , όποια νομισματική χρηματοδότηση θέλω. Γιατί μετά μπορεί να καταρρεύσουν ορισμένες χώρες μέλη στον διεθνή ανταγωνισμό, μπορεί να τις αποκλείσουν οι διεθνείς αγορές, μπορεί να μην έχουν χρηματοδότηση, μπορεί να μην έχουν αγορές να πουλήσουν τα προϊόντα τους .   Μπορείς έτσι να έχεις πολύ ωραία Δημοκρατία και πολύ ωραία πολιτική, αλλά μπορεί να μην έχεις οικονομία. Αυτό είναι το θέμα για την Ευρώπη, στην πραγματικότητα . Αυτή είναι κατά βάθος η κρίση των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία . Αυτή είναι η κρίση στη Γερμανία με την πτώση των συμβατικών κομμάτων, αυτή είναι   η κρίση στην Ιταλία με το κυβερνητικό σχήμα το οποίο είναι λαϊκιστικό, κ.ο.κ.

Αυτά λοιπόν είναι προβλήματα τα οποία στην πραγματικότητα μας θέτουν προ του ερωτήματος μιας μετα-δημοκρατίας αλλά αυτό είναι πολύ βαρύ. Εχω επιχειρήσει να αναπτύξω το 2008 μια έννοια, της μετα-αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας η οποία δεν είναι κάτι λιγότερο, αλλά κάτι περισσότερο από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία που σημαίνει ότι λειτουργούν διαφορετικά οι λογικές της αντιπροσώπευσης και οι λογικές της πλειοψηφίας. Δεν μπορείς με απλές συγκρουσιακές πλειοψηφίες να κάνεις αυτή τη μεγάλη πολιτική. Θέλεις μεταπλειοψηφικές αποφάσεις και συναινέσεις , αλλά η συναινετική Δημοκρατία ενέχει τον κίνδυνο μιας Δημοκρατίας η οποία αποκοιμίζεται και χαλαρώνει και γίνεται αναποτελεσματική διότι δεν ξέρεις πότε τελειώνει αυτή η συζήτηση. Μπορεί να είναι μια συζήτηση ατέλειωτη. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο στοίχημα, το οποίο προσπάθησα να το παρουσιάσω , χωρίς όμως να διαθέτουμε τότε την εμπειρία της κρίσης που μεσολάβησε και η οποία μας έχει κάνει όλους σοφότερους . Αρα μας επιτρέπει να κάνουμε μια προσέγγιση η οποία είναι πιο υπεύθυνη ιστορικά, διότι πρέπει να έχουμε λύσεις οι οποίες να αφορούν τους θεσμούς, την πολιτική αλλά και την οικονομία. Γιατί αν δεν έχεις λύσεις για την οικονομία, κάνεις μια συζήτηση η οποία είναι «τζάμπα» συζήτηση, ανεύθυνη εξ ορισμού γιατί είναι μια συζήτηση άνευ κόστους,οικονομικού και εντέλει ιστορικού .-

 

* Ομιλία στο Διεθνές Συνέδριο DEMOCRACY IN CRISIS, 31.01.2019, Αθήνα, Μουσείο Ακρόπολης

 

Tags: Ευρωπαϊκή ΈνωσηΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019