Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου «Δικά μου λόγια», της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ/ Ruth Bader Ginsburg - εκδόσεις Athens Bookstore Publications*

 

Κυρία Πρόεδρε της Δημοκρατίας σας ευχαριστώ πολύ που είστε παρούσα και με την άδειά σας, θέλω να συγχαρώ τον εκδότη  που μας προσέφερε αυτό το βιβλίο. Ένας άνθρωπος που γνωρίζει την πολιτική ζωή, τον δημόσιο βίο γενικότερα, εις βάθος, μπορεί να κάνει και τέτοιες επιλογές όπως αυτές που κάνει ο Γιώργος Μουρούτης. Χαίρομαι λοιπόν και τον ευχαριστώ. Φυσικά, ευχαριστώ θερμά την Πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ, Μαρία Αντωνιάδου, για τη θερμή υποδοχή και για τα γενναιόδωρα λόγια της. Φυσικά και για την πάρα πολύ εύστοχη εισήγησή της, όπως εύστοχη ήταν και η εισήγηση της κυρίας Ζαννή και του φίλου μου Αντύπα Καρίπογλου με τη συγκινητική εισαγωγή για τον Χρήστο  Γραμματίδη, που ήταν πραγματικά μαζί με την Πρόεδρο, οι δυο άνθρωποι που κατέστησαν γνωστό δημόσιο πρόσωπο την “Notorious RBG”  και στην ελληνική κοινή γνώμη.

Έχουμε κοντά μας, όχι μόνον την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλά την πρώτη γυναίκα Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και στη συνέχεια Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Που σημαίνει ότι έχουν σπάσει δυο γυάλινες οροφές από την Κατερίνα Σακελλαροπούλου και αυτό μου επιτρέπει να πω, απευθυνόμενος σε σας κυρία Ζαννή, ότι αν υπάρχει ένας χώρος εξουσίας στην Ελλάδα, όπου υπάρχει έντονη γυναικεία παρουσία, όπου οι γυναίκες έχουν σχεδόν την πληθυσμιακή αναλογία, είναι ο χώρος της δικαιοσύνης και ιδίως ο χώρος των Ανωτάτων Δικαστηρίων, στη σύνθεση των ολομελειών των οποίων θα βρείτε πάρα-πάρα πολλές γυναίκες. Και έχουμε την περίοδο αυτή γυναίκα Πρόεδρο στον Άρειο Πάγο, είχαμε πριν ξανά δεύτερη γυναίκα στο Συμβούλιο της Επικρατείας και έπεται συνέχεια από την επετηρίδα, επειδή είναι ο αριθμός των γυναικών τόσο μεγάλος και η ποιότητα τόσο σημαντική. Βεβαίως, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, όπως είπατε, να υπάρχει ένας σύζυγος, ένας σύντροφος, ένας άνθρωπος δίπλα στη γυναίκα που κατακτά τέτοιες επιδόσεις, ο οποίος να έχει αγάπη, αφοσίωση και αυτοπεποίθηση, ώστε να μην έχει κανένα ψυχικού χαρακτήρα περιορισμό ή φραγμό στο να διαθέσει την υποστήριξή του και να πορευτεί αυτόν τον δρόμο με αγάπη και συντροφικότητα. Έχω υπόψη μου και ένα παριστάμενο παράδειγμα εδώ, λαμπρό από την άποψη αυτή. Θα μου επιτρέψετε να μην αναφέρω το όνομα.

Τώρα, η RBG βεβαίως, κατέστη μια pop προσωπικότητα, όπως και άλλοι δικαστές μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλοι δικαστές που δεν κατάφεραν να καταστούν μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αρκεί να αναφέρω ότι ο πλέον παραπεμπόμενος στη βιβλιογραφία Αμερικανός συγγραφέας, στη νομική βιβλιογραφία, ο R. Posner ήταν Εφέτης στο Ομοσπονδιακό Εφετείο της περιφέρειας του Σικάγο και φυσικά ταυτόχρονα διδάσκων, ούτε καν καθηγητής με την τυπική έννοια του όρου, στο πανεπιστήμιο του Σικάγο, αλλά βεβαίως έχει επηρεάσει πάρα πολύ και τη θεωρία και τη νομολογία, θα έλεγα την ερμηνευτική αντίληψη για το Σύνταγμα, πρωτίστως. 

Το  εξαιρετικό αυτό βιβλίο, που επιμελήθηκαν δύο γυναίκες, καθηγήτριες στο Georgetown - με το οποίο νιώθω ότι έχω μια σχέση, γιατί έχει κάνει η κόρη μου εκεί τις μεταπτυχιακές της σπουδές- μας φέρνει σε επαφή με τον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται τα μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες και μας επισημαίνει, πόσο μεγάλη σημασία έχει να υπάρχει ηθικό υπόβαθρο και ευφυής στρατηγική, στο να καταστείς τελικά μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον σε επιλέξει και σε προτείνει ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, γιατί πρέπει να σ’  εγκρίνει και μάλιστα με επαυξημένη πλειοψηφία, η Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Και έχουμε γνωστά παραδείγματα απόρριψης τέτοιων προτάσεων. Κάποτε είχε συνταραχθεί η διεθνής νομική συζήτηση με την λεγόμενη υπόθεση Bork, που δεν κατάφερε να εγκριθεί και να καταστεί δικαστής, ήταν όμως, σας θυμίζω για όσους δεν το έχετε φρέσκο στη μνήμη σας, ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης,  ο solicitor general την περίοδο του watergate και αναπλήρωσε τον παραιτηθέντα, από ένα σημείο και μετά, υπουργό Δικαιοσύνης επί Νίξον. Άρα, είχε πάρα πολλά βάρη, πέρα από τα βάρη τα ιδεολογικά και τα μεθοδολογικά τα οποία έφερε.

Αντίθετα από την περίπτωση αυτή και άλλες, η RBG είχε οργανώσει πάρα πολύ καλά τα πράγματα, είχε κάνει προσεκτικά και στέρεα βήματα και στην προσωπική της και στην ακαδημαϊκή της και στη δικαστική της διαδρομή. Ο τρόπος με τον οποίο σπούδασε έχει περιγραφεί και αυτό ήταν μια πολύ μεγάλη κατάκτηση, αλλά στη συνέχεια κατάφερε πολύ σύντομα να καταλάβει μια πανεπιστημιακή έδρα στο Columbia, κάτι καθόλου αυτονόητο και καθόλου εύκολο. Από κει να βρεθεί εφέτης Ομοσπονδιακός στην εφετειακή περιφέρεια της πρωτεύουσας και στη συνέχεια να καταστεί μέλος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς να κρύβει ότι ο τοπικός της Γερουσιαστής - θεωρώντας ότι αυτή είναι μια πολίτης της Νέας Υόρκης- συνέβαλε τα μέγιστα στο να την προσέξει ο Πρόεδρος και να την προτείνει. Αν διαβάσετε αυτόν τον περιβόητο λόγο στο ροδόκηπο  του Λευκού Οίκου για την αποδοχή της πρότασης από τον Πρόεδρο Κλίντον και στη συνέχεια την εναρκτήρια δήλωσή της κατά τις ακροάσεις στη Γερουσία, υπό την Προεδρεία του τότε Προέδρου της Επιτροπής Δικαιοσύνης Μπάιντεν, γιατί και αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, θα αντιληφθείτε τι σημαίνει ηθικό υπόβαθρο αλλά και ευφυής στρατηγική, προκειμένου να αποκτήσεις την έγκριση, την ομόφωνη στην πραγματικότητα, της Γερουσίας και να καταλάβεις αυτήν την επίζηλη θέση στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Τώρα, φυσικά οι δύο άξονες όλης της της ζωής, της νομολογιακής παραγωγής, της αντίληψής της, είναι η ισότητα των φύλων, από κάθε άποψη, και η εβραϊκή ταυτότητα. Προβληματίζεται μάλιστα, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, - θα έλεγα περισσότερο σοβαρού και λιγότερο αστείου- για το αν υπάρχει σταθερή εβραϊκή έδρα  στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Αν σε κάθε περίπτωση, πρέπει να υπάρχει ένας δικαστής ο οποίος είναι εβραίος στο θρήσκευμα και είναι υπερήφανη γιατί έχει διαδεχθεί σημαντικά πρόσωπα στη θέση του μέλους του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Αν  ήταν στη ζωή σήμερα η Ginsburg, νομίζω ότι θα είχε ως πρότυπο την Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Εάν ζούσε ο Τοκβίλ, ο οποίος έχει περιγράψει την Αμερικανική Δημοκρατία με τον ευφυέστερο και  βαθύτερο   τρόπο, αυτός ένας Γάλλος, γιατί είχε αναδείξει τη σημασία που έχει το δικαστικό σύστημα, που έχουν οι αρμοδιότητες του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα ήτανε πραγματικά το υπόδειγμά του η Ginsburg, η οποία ενσαρκώνει, ενσάρκωσε αυτό που είχε περιγράψει στο «Η Δημοκρατία στην Αμερική» ο Τοκβίλ. Και αυτό το περιγράφει η ίδια στο βιβλίο, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο έχει απόλυτη συνείδηση του πολιτικού του ρόλου και της θεσμικής του ισχύος. Κανένα Ανώτατο Δικαστήριο Ευρωπαϊκό, Ηπειρωτικό, ούτε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ούτε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν έχει αυτή την αίσθηση. Γιατί, βεβαίως, είσαι το Ανώτατο Δικαστήριο της υπερδύναμης. Το Ανώτατο Δικαστήριο που λύνει θέματα, τα οποία αποκτούν οικουμενική σημασία εξ  ορισμού. Ένα δικαστήριο μικρό, 9 μελών. Ένα δικαστήριο με πραγματική ισοβιότητα. Οι δικαστές δεν φεύγουν με κάποιο όριο ηλικίας. Δεν είναι θεωρητική η ισοβιότητα, ότι θεωρητικώς παραμένεις, ακόμη και αν καταργηθεί η θέση σου δια νόμου, γιατί αυτός είναι ο ορισμός της ισοβιότητας, γιατί είναι κατά κυριολεξία ισοβιότητα εκτός και αν παραιτηθείς για λόγους υγείας ή βαθέως γήρατος. Περιγράφει λοιπόν, τον τρόπο λειτουργίας του δικαστηρίου, το ύφος, την μέθοδο της προσέγγισης των άλλων μελών.

Η σχέση, αυτή η pop σχέση της προοδευτικής Ginsburg και του συντηρητικού έως και υπερσυντηρητικού Scalia, είναι ένα υπόδειγμα διαχείρισης των συσχετισμών στο εσωτερικό του δικαστηρίου. Εδώ, όταν έχεις δικαστήρια με 55 ή 60 μέλη, όταν έχεις ολομέλειες οι οποίες είναι των 25 μελών και οι πλήρεις ολομέλειες είναι των 55 μελών, φυσικά δεν μπορείς να κάνεις παρόμοια διαχείριση, ούτε όταν αλλάζουν οι πρόεδροι κάθε χρόνο. Όλες αυτές οι πρακτικές είναι παλιά υπόθεση στα Ανώτατα Δικαστήρια.

Στο Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν το λέει η Ginsburg στο βιβλίο, όταν απέκτησε την πραγματική του ισχύ με τον περιβόητο Marshall Πρόεδρο πολιτικής καταγωγής, υπήρξαν  δικαστές που ήταν πολιτικοί πριν γίνουν δικαστές, η Sandra Day O'Connor ήτανε μια πολιτικός, η οποία έγινε δικαστής, πριν από τη Ginsburg διορισθείσα. Ο Marshall  λοιπόν, ο οποίος έχει εκδώσει και την πρώτη απόφαση για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, είχε εγκατεστημένους τους δικαστές στο ίδιο ενδιαίτημα, οι δικαστές ζούσαν, στα μέσα του 19ου αιώνα, στο ίδιο κτήριο. Ήταν σε ιδρυματικές συνθήκες και το πλεονέκτημα που είχαν  ήταν ότι τους κερνούσε ένα κρασί παραγωγής τους τύπου μαδέρα, με το οποίο συνόδευαν τα γεύματα και τα δείπνα τους.

Έχει, λοιπόν, πάρα πολύ μεγάλη σημασία να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το δικαστήριο, πώς διαμορφώνονται οι συσχετισμοί και πώς συντάσσονται οι αποφάσεις και πώς εκφωνούνται οι αποφάσεις, οι οποίες, βεβαίως, είναι αιτιολογημένες πλήρως αλλά όχι με τον δικό μας ηπειρωτικό, δικανικό, μερικές φορές «συμβολαιογραφικό» τρόπο, αλλά με έναν πολύ πιο ελεύθερο συλλογισμό, που εστιάζει εξ αρχής στο κρίσιμο ζήτημα. Αλλά αυτό σημαίνει ότι μπορεί να έχεις συγκλίνουσες γνώμες, μπορεί να έχεις και μειοψηφίες οι οποίες δηλώνονται με έναν τρόπο, θα έλεγα, πανηγυρικό και έντονο.

Δεν είναι αυτονόητο ότι δημοσιοποιούνται οι μειοψηφίες. Αυτό προβλέπεται στο δικό μας Σύνταγμα ρητά και επιβάλλεται επώνυμα και δημόσια, - κάτι που δεν ίσχυε πριν το Σύνταγμα του 1975, είχαμε δημοσίευση ανώνυμη της μειοψηφίας. Αλλά ενώ έχουμε, ας πούμε, δημοσίευση της μειοψηφίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν έχουμε στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την ενότητα της νομολογίας, δεν δημοσιεύει μειοψηφίες. Στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας, οι μειοψηφούντες πολλές φορές δεν διατυπώνουν τη μειοψηφία τους, τη δηλώνουν αλλά δεν τη διατυπώνουν, όπως έγινε με την τελευταία απόφαση για τον έλεγχο “Ultra Vires” - το λέω για όσους ασχολούνται  πιο «τεχνικά» με τα θέματα αυτά- δηλαδή, την αμφισβήτηση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης τον Μάιο του 2020, λίγο πριν την μεγάλη ποσοτική χαλάρωση λόγω πανδημίας, τη γνωστή αυτή απόφαση που τελικά την « αποκήρυξε»  η Γερμανική Κυβέρνηση πριν από λίγες μέρες, κάνοντας αντίθετη δήλωση, έχει μια μειοψηφία η οποία δεν γραφτεί, δεν έχει διατυπωθεί, είναι μια, ας το πούμε, notional μειοψηφία.

Έχει  πολύ μεγάλη σημασία αυτό για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι δικαστές  την μεθοδολογική σύγκρουση. Αυτό  είναι ένα ζήτημα ιδεολογικά κρίσιμο.  Εάν η προσέγγιση (τα απλουστεύω λίγο, τα έχουμε συζητήσει πολλές φορές με την Πρόεδρο), ανήκει στο λεγόμενο «οριτζιναλιστικό» ρεύμα, δηλαδή οι δικαστές αναζητούν   την αρχική πρόθεση, επιμένουν  στο κείμενο,  στις  συνθήκες  παραγωγής του Συντάγματος ή των τροποποιήσεών του,  είναι συντηρητική η προσέγγιση αυτή δηλώνει μια συντηρητική διάθεση, αφήνει τα υπόλοιπα στον νομοθέτη. Και υπάρχουν οι οπαδοί του “living constitution”, αυτοί που θέλουν ένα ζωντανό κείμενο να εξελίσσεται. Το ότι είναι κάποιος «οριτζιναλιστής» δεν σημαίνει ότι είναι και ακτιβιστής ή δεν σημαίνει ότι είναι και αυτοπεριορισμένος δικαστής, ότι κάνει self-restraint δικαστής. Ούτε το αντίστροφο, το ότι είμαι μεθοδολογικά ανοιχτός σε μια εξελικτική ερμηνεία, δεν σημαίνει ότι είμαι και ακτιβιστής. Μπορεί να είμαι αυτοπεριορισμένος στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, γιατί εδώ το ζήτημα δεν είναι το τι κάνει ο δικαστής εφαρμόζοντας τον νόμο, αλλά το τι κάνει ο δικαστής παραμερίζοντας τον νόμο ως αντισυνταγματικό στο όνομα του Συντάγματος, δηλαδή πώς παρεμβαίνει αντιτιθέμενος στη συγκυριακή επιλογή που επικαλείται δημοκρατική νομιμοποίηση, επειδή αυτός ενεργεί επί τη βάση μιας δικαιοκρατικής νομιμοποίησης φιλελεύθερης, η οποία όμως είναι και αυτή, κατά βάθος, δημοκρατική, αλλά μια άλλης Δημοκρατίας. Μιας Δημοκρατίας του μακρού ιστορικού χρόνου, που έχει κάνει διευθετήσεις συνταγματικές, που πρέπει να παραμείνουν ισχυρές και να μην θιγούν απ’ τον συγκυριακό νόμο. Στην πραγματικότητα, επειδή παντού οι αποφάσεις εκδίδονται και εκτελούνται στο όνομα του λαού, συγκρούονται δυο εκδοχές της Δημοκρατίας - μια συγκυριακή, μια ιστορική. Στην πραγματικότητα ισχύει αυτό, μια πιο, θα έλεγα, εμφανής όψη του ίδιου πράγματος είναι ότι έχουμε τη Δημοκρατία αλλά έχουμε και το κράτος δικαίου, που πρέπει να συνυπάρχουν με τη Δημοκρατία, γιατί αλλιώς η Δημοκρατία δεν υφίσταται.

Η Ginsburg λοιπόν, για να μην σας κουράζω, βεβαίως είναι οπαδός της εξελικτικής ερμηνείας, αυτό που λένε οι δικαστές στο Στρασβούργο “interpretation evolutive”, του “living constitution”, αλλά δεν είναι ακτιβίστρια. Ο Scalia το αντίθετο. Έχει πολύ μεγάλη σημασία αυτή η διασταύρωση. Φυσικά στην τυπολογία του συστήματος δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας, λέγεται πολλές φορές, -έτσι απλουστεύουν το φαινόμενο- ότι και αυτοί  στην Αμερική έχουν  διάχυτο έλεγχο όπως εμείς. Ούτε εμείς ούτε αυτοί έχουν διάχυτο έλεγχο, το Ανώτατο Δικαστήριο εκεί και εδώ τα Ανώτατα Δικαστήρια  συγκεντρώνουν τον έλεγχο , κυρίως το Συμβούλιο Επικρατείας, λόγω της φύσης των  θεμάτων. Γιατί τα θέματα είναι τέτοια που ανήκουν στη δικαιοδοσία του.

Από μεριάς δε «πολιτικότητος» των  δικαστών, ο καθένας ξέρει ποια είναι η ιδεολογική ταυτότητα των 6 συντηρητικών δικαστών σήμερα και η ιδεολογική ταυτότητα των 3 προοδευτικών δικαστών που έχουν απομείνει και όλοι κοιτούν με αγωνία τον Πρόεδρο, ο οποίος είναι μια κυμαινόμενη ψήφος και έχει δείξει ότι έχει δικαστικό ήθος πολύ ενδιαφέρον,  είναι μια επιλογή του Προέδρου Μπους του νεότερου, μήπως και ισορροπήσουν τα πράγματα ή βεβαίως, το δικαστήριο πιέζεται από μια κοινή γνώμη, η οποία δεν μπορεί να δεχθεί και πάρα πολύ μεγάλες οπισθοδρομήσεις, όπως έγινε με τον πρόσφατο χειρισμό για την υπόθεση της άμβλωσης, δηλαδή για τις νομοθεσίες του Μισισιπή, του Τέξας και ούτω καθεξής.

Άρα, έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, να δούμε το βιβλίο αυτό και ως ένα εγχειρίδιο για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η συνταγματική δικαιοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι δικαστές που έχουν συνείδηση της σημασίας του ρόλου τους και της ισχύος τους. Κανείς άνθρωπος που ασκεί εξουσία και που μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα, δεν στερείται της συνείδησης αυτής. Όλοι την έχουν. Όλες και όλοι την έχουν. Ο καθένας την ασκεί με τη διακριτικότητα και τη λεπτότητα αλλά και με την αποτελεσματικότητα του ρόλου του και ανάλογα με την προσωπικότητά του. Διότι, αν έχεις σθένος και διατυπώνεις την άποψή σου και μπορείς να είσαι με την ίδια άνεση στην πλειοψηφία και στη μειοψηφία  το κάνεις, αν δεν μπορείς, μπορείς να είσαι πιο υποχωρητικός. Όταν όμως είσαι 1 στους 9 και είσαι εκτεθειμένος σε τόσο μεγάλη δημοσιότητα για το σύνολο των υποθέσεων, βεβαίως εκεί δεν μπορείς να κρύβεσαι.

Άρα, εκεί γίνεσαι με πολύ πιο μεγάλη ευκολία pop icon, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αναζητείς τη συμπόρευσή σου με το κοινό αίσθημα.  Διότι η στιγμή που ο δικαστής καταξιώνεται, που γίνεται ένας ιστορικά σημαντικός δικαστής, είναι η στιγμή που θα διαφωνήσει με το κοινό περί δικαίου αίσθημα στο όνομα του κράτους δικαίου, στο όνομα του Συντάγματος και θα πάρει μια αντιδημοφιλή θέση, όχι μια δημοφιλή θέση. Το να πάρει ο δικαστής δημοφιλή θέση είναι εύκολο και είναι και κάτι που ανοίγει την πόρτα του δικαστικού λαϊκισμού.

Νομίζω ότι η Ginsburg ήταν στη ζωή της πάρα πολύ συγκροτημένη, πάρα πολύ γαλβανομένη μέσα από τη συνείδηση του φύλου της, τη συνείδηση της θρησκείας της, τις εμπειρίες της - τις προσωπικές, τις ακαδημαϊκές, τις δικαστικές - και ήταν βέβαια μια ισχυρή προσωπικότητα, η οποία επηρέασε τη νομολογία και άφησε αυτήν τη μνήμη. Για να γίνει δηλαδή κούπα, για να την έχει και να βάζει τα μολύβια της η Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας στο γραφείο της, δεν ήταν τυχαίο ή σκουλαρίκια, ας πούμε. Πέρασε από μια διαδικασία για να γίνει ένα σύμβολο που σημαίνει πάρα πολλά. Βεβαίως, όπως σας είπα, τώρα αν ζούσε η Ginsburg και ήταν εδώ, μπορεί να την βλέπαμε να φορούσε   μπλούζα, ας πούμε, με  τη φωτογραφία τη κυρίας Προέδρου. Αλλά αυτό μπορεί να το κάνει κάποια άλλη Αμερικανίδα δικαστής στο μέλλον, μια νεότερη της Ginsburg. Σας ευχαριστώ πολύ.

 

* Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα της Βιβλιοθήκης ΕΣΗΕΑ. Για το έργο και τη συγγραφέα μίλησαν επίσης, ο Αντύπας Καρίπογλου, δικηγόρος, η Μαρία Αντωνιάδου, πρόεδρος ΕΣΗΕΑ, και η Μαίη Ζαννή, συνιδρύτρια WOMEN ACT. Την εκδήλωση συντόνισε η δημοσιογράφος Κατερίνα Παναγοπούλου.

 

Tags: ΔικαιοσύνηΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2021