3 Ιουλίου 2006


«Η Παρακαταθήκη του Ανδρέα Παπανδρέου»


Ευχαριστώ και συγχαίρω τους «Έλληνες Σοσιαλιστές» και τον Παντελή Οικονόμου για την πρωτοβουλία  να οργανώσουν μια βραδιά στοχασμού με αφορμή τα 10 χρόνια από τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου.

Όλες οι εκδηλώσεις που αναφέρονται σε έναν μεγάλο πολιτικό,  σε μια ιστορική προσωπικότητα, σε έναν λαϊκό ηγέτη που έχει ταυτίσει το όνομά του και το πέρασμά του με μια μεγάλη και κρίσιμη περίοδο της σύγχρονης  πολιτικής ιστορίας του τόπου μας είναι καλοδεχούμενες. Ιδιαίτερη όμως σημασία αποδίδω σε συναντήσεις διαλόγου που μας επιτρέπουν να εμβαθύνουμε στο φαινόμενο «Ανδρέας Παπανδρέου».

Επίσης, επιτρέψτε μου να σας πω ότι με συγκίνησε η αναφορά του συντονιστή της συζήτησης Νίκου Σωτηριάδη στην ομιλία του Ανδρέα Παπανδρέου το 1991 στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, γιατί ανήκω σε αυτούς που είχαν το προνόμιο να συζητήσουν μαζί του γύρω από το περιεχόμενο της ομιλία πριν αυτή εκφωνηθεί.

Δίπλα στην ιστορία των πολιτικών ιδεών υπάρχει η ιστορία των ανθρώπων. Εκείνο το ταξίδι του Ανδρέα Παπανδρέου στη Μαδρίτη ήταν αφορμή μιας μεγάλης πίκρας, γιατί ο τρόπος με τον οποίο τον υποδέχθηκαν οι Ισπανοί φίλοι μέσα στην περίοδο των βαριών κατηγοριών εναντίον του στην Αθήνα  δεν ήταν ο συνηθισμένος, αυτός που ίσχυε κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας του από το 1981 μέχρι το 1989. Το ταξίδι αυτό λοιπόν ήταν για τον Ανδρέα μια αφορμή πολιτικού και ιδεολογικού στοχασμού γύρω από το μέλλον του σοσιαλισμού και μια αφορμή ανθρωπολογικού και φιλοσοφικού στοχασμού γύρω από τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Γιατί πολιτική είναι σε τελική ανάλυση η ενασχόληση με τους ανθρώπους, είναι δηλαδή μια άσκηση ήθους που έχει σημασία όταν διεξάγεται όχι εργαστηριακά, αλλά με πραγματικούς όρους και μέσα σε δύσκολες συνθήκες.

Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι εκείνη η φάση, 1989- 1993, ήταν η περίοδος μιας διπλής τεράστιας δοκιμασίας για τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ήταν, πρώτον, η δοκιμασία της ηθικής του υπόστασης, αλλά και της πολιτικής και οργανωτικής υπόστασης του κόμματός του, του ΠΑΣΟΚ, και όλης της δημοκρατικής παράταξης. Ήταν  η δοκιμασία της υπόστασης του κομματικού  και άρα σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό του πολιτικού συστήματος της χώρας, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το 1977 και μετά. Ήταν, δεύτερον, η περίοδος της μεγάλης δοκιμασίας της ευρωπαϊκής σοσιαλιστικής Αριστεράς  λόγω της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού και λόγω της διαμόρφωσης του ισχύοντος και σήμερα συστήματος διεθνών συσχετισμών. Έπρεπε η ευρωπαϊκή Αριστερά να επινοήσει πλέον ένα άλλο πλαίσιο ιστορικής, ιδεολογικής και πολιτικής αναφοράς. Άρα, ο Ανδρέας έπρεπε, εκείνη την περίοδο, να ανασυστήσει τον εαυτό του, να επινοήσει τον νέο Ανδρέα. Και νομίζω ότι αυτό το κατάφερε με τον καλύτερο τρόπο, όπως έδειξαν και τα αποτελέσματα των εκλογών του 1993, που σήμαναν τη μεγάλη επιστροφή του Ανδρέα Παπανδρέου  και του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Πρέπει επίσης να σας πω ότι δεν με ενοχλεί καθόλου η συμμετοχή εκπροσώπων άλλων πολιτικών δυνάμεων, της άλλης πλευράς, της συντηρητικής παράταξης, της Νέας Δημοκρατίας, της κυβέρνησης, στις εκδηλώσεις για τον  Ανδρέα Παπανδρέου, όπως χαιρετίζω και την παρουσία στελεχών, εκπροσώπων, απλών πολιτών της παραδοσιακής αριστεράς και του Συνασπισμού σε αυτές τις εκδηλώσεις. Ο Ανδρέας ανήκει στην Ιστορία, ανήκει σε όλο τον ελληνικό λαό, θέλησε να είναι  ο Πρωθυπουργός όλων των Ελλήνων και πρέπει να μείνει στη συνείδηση όλων των Ελλήνων. Ορισμένοι στο ΠΑΣΟΚ μπορεί να έχουν ένα αίσθημα φόβου ή ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας και ανησυχίας διότι ενδεχομένως διαπιστώνουν ότι όταν εμείς οι ίδιοι αφήνουμε ένα κενό στη διαχείριση της μνήμης του Ανδρέα Παπανδρέου, δηλαδή ένα κενό στην αφομοίωση της παρακαταθήκης του Ανδρέα Παπανδρέου μέσα στις σημερινές συνθήκες, βεβαίως κάποιοι θα σπεύσουν να οικειοποιηθούν και να αξιοποιήσουν αυτό το κενό, καθώς στην πολιτική φύση δεν δικαιολογείται το κενό. Υπάρχει άλλωστε πάντα  ο φόβος του κενού και στην ιστορία και στην πολιτική. Γι’ αυτό εμείς οι ίδιοι πρέπει να είμαστε έτοιμοι να καλύψουμε αυτό το κενό της μνήμης και αυτό είναι  το καλύτερο μνημόσυνο που μπορούμε να επιτελέσουμε για τον Ανδρέα Παπανδρέου.

* * *

Τώρα, τι ήταν, κατά τη γνώμη μου, ο Ανδρέας; Ήταν, όπως όλα τα μεγάλα φυσικά και πολιτικά φαινόμενα, κάτι το αντιφατικό και το «υπερβατικό». Δηλαδή, αν θέλω να μιλήσω με όρους θεολογικούς, ήταν ένα αποφατικό φαινόμενο:
  • Ήταν πολιτικός ως στόφα και ήταν βεβαίως διανοούμενος από πλευράς μορφωτικής υποδομής. Ο διανοούμενος είναι πάντα επιφυλακτικός, είναι πάντα προβληματισμένος και ενίοτε προβληματικός, είναι διστακτικός. Ο πολιτικός είναι γρήγορος, είναι αποφασιστικός, έχει αίσθηση του χρόνου, έχει αίσθηση της ιστορίας. Και ο Ανδρέας είχε και αίσθηση της συγκυρίας και αίσθηση του ιστορικού χρόνου.
  • Επίσης, ο  Ανδρέας Παπανδρέου ήταν αναμφισβήτητα πατριώτης, είχε βαθειά αίσθηση της εθνικής ταυτότητας, αλλά ήταν και ένας κοσμοπολίτης με πολύ ανοικτό διανοητικό ορίζοντα και πολύ μεγάλο εύρος  πληροφοριών.
  • Ο  Ανδρέας Παπανδρέου  ήταν επίσης υιός του Γεωργίου Παπανδρέου, ήταν όμως και «πατροκτόνος» σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό, από πλευράς ιδεολογικής και πολιτικής.
  • Εισήλθε στην πολιτική με προνομιακούς όρους και εξέφρασε στην πολιτική τους μη προνομιούχους.
  • Ήταν αμερικανοτραφής και στη συνείδηση πολλών, που τον βλέπουν κάπως απλουστευτικά, εμφανίστηκε ως αντιαμερικανός, ενώ είχε πολύ πιο εκλεπτυσμένη αντίληψη για το ρόλο των ΗΠΑ, για το ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διατύπωσε έναν λόγο, στην πρώτη φάση του ΠΑΣΟΚ, αντι-δυτικό, ο οποίος ήταν βέβαια ένας λόγος αντι-εξαρτησιακός,  με ιστορικό βάθος.
  • Επίσης, ήταν ένας βολονταριστής,  ένας λάτρης  των ανατροπών, αλλά αυτός ο μεγάλος βολονταριστής ήταν και απόλυτα ρεαλιστής. Είχε εξαιρετικά καλή αίσθηση του συσχετισμού των δυνάμεων, σε όλα τα θέματα, είτε θέματα εξωτερικής πολιτικής, είτε θέματα συσχετισμού οικονομικών δυνάμεων που επηρεάζουν την χάραξη των μεγάλων γραμμών της αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Σημαίνουν ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε την σπάνια ευκαιρία και το μοναδικό προνόμιο να αγγίξει με τα χέρια του τα πρωτογενή υλικά της ιστορίας. Γιατί το επέτρεπε η ιστορική στιγμή, αλλά και γιατί το επέτρεπε η προσωπικότητά του και η ικανότητά του να αναμοχλεύσει αυτά τα πρωτογενή ιστορικά υλικά, τα οποία σε όλες τις περιόδους που έδρασε ο Ανδρέας Παπανδρέου, δηλαδή και στην πρώτη φάση της δεκαετίας του ’60 και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης και κατά την πρώτη πρωθυπουργία του και κατά τη  μαύρη παρένθεση του ’89 και στην μεγάλη του επιστροφή το ’93, ήταν εν εξελίξει. Έζησε σε ιστορικές φάσεις που διαδοχικά είχε η κάθε μία από αυτές την δική της χάρη και βεβαίως την δική της πρόκληση.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, λοιπόν, μας αφήνει ως παρακαταθήκη την υποχρέωση να συνδυάζουμε την συγκυρία με το ιστορικό βάθος, την ιδεολογία με τον πραγματισμό. Κατάφερε να διαμορφώσει το τρίπτυχο που σήμερα είναι το μεγάλο ζητούμενο για το ΠΑΣΟΚ: την κοινωνική ευαισθησία, την πολιτική αξιοπιστία με την έννοια της ικανότητας επαφής με τις μεγάλες λαϊκές μάζες και βεβαίως την κυβερνητική ικανότητα. Γιατί αυτό που έκανε εν τέλει ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ότι εγκαθίδρυσε στην Ελλάδα την μεγάλη ελληνική «κυβερνητική» αριστερά. Θέλουμε να την πούμε ευρωπαϊκή σοσιαλιστική αριστερά; Θέλουμε να την πούμε ελληνική κεντροαριστερά, όπως αυτή εξελίχθηκε μεταδικτατορικά, ενώ προδικτατορικά  ήταν ο συνδυασμός του προοδευτικού κέντρου και της μετριοπαθούς κομμουνιστικής αριστεράς; Αυτό το μεγάλο ρεύμα, αυτήν τη μεγάλη παράταξη, την συγκρότησε, την συνέθεσε και την εξέφρασε ως πολυσυλλεκτική, πλειοψηφική και κυβερνητική ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Για να το πετύχει αυτό, διαχειρίστηκε ένα κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδες φαινόμενο, το οποίο ισχύει και σήμερα ως πρόκληση:  τον ενδιάθετο ριζοσπαστισμό της ελληνικής κοινωνίας. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επιβλήθηκε ως ριζοσπάστης και εξέφρασε έναν εθνικό ριζοσπαστισμό, έναν πολιτικό ριζοσπαστισμό, έναν κοινωνικό ριζοσπαστισμό.

Ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός ήταν αυτοφυής. Η ελληνική κοινωνία άλλαξε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, μεταβλήθηκε η διαστρωμάτωσή της και ασφυκτιούσε. Ήταν μία θεσμικά και πολιτικά εγκλωβισμένη κοινωνία και άρα έπρεπε να εκφραστεί μία κοινωνική δυναμική, η οποία δεν χωρούσε στα παλαιά στερεότυπα. Αυτό συμβαίνει και τώρα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Συμβαίνει με διαφορετικούς όρους, πιο ήπιους, λιγότερο κραυγαλέους. Αλλά συμβαίνει. Κι αν δει κανείς πως εξελίσσεται π.χ. το κίνημα στα πανεπιστήμια, μπορεί αυτό να γίνει και με κραυγαλέους όρους.

Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός αφορούσε τα πάντα. Καταρχάς, ένα νέο τύπο κόμματος που και τώρα είναι το ζητούμενο. Ο  Ανδρέας Παπανδρέου αξιοποίησε το λενινιστικό κόμμα, το «κόμμα νέου τύπου», το μετέφερε στα δικά του μέτρα, προσέθεσε την προσωπικότητά του, την αρχηγική του ισχύ, την προσωπική του γοητεία, την μαζικότητά του, και έφτιαξε αυτό που λέγεται ΠΑΣΟΚ, το οποίο επηρέασε στη συνέχεια και την ελληνική δεξιά, αλλά και την ελληνική παραδοσιακή αριστερά. Τώρα εμείς μιλούμε για το ανοιχτό κόμμα, για μια νέα μορφή κόμματος, η οποία να ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες. Εν συνεχεία εξέφρασε αυτό το πολιτικό ριζοσπαστισμό, με πολλούς τρόπους, κυρίως στο θεσμικό επίπεδο, διότι ήξερε πάρα πολύ καλά ότι το μεγάλο ατού του ΠΑΣΟΚ, σε σχέση με άλλα σοσιαλιστικά κόμματα, ήταν η ενσωμάτωση ενός ριζοσπαστικού κέντρου που ήταν στην Ελλάδα, για λόγους ιστορικούς  πάντα αντι- δεξιό και αντί – βασιλικό. Γι’ αυτό και δε μπορούσε ποτέ να συγκροτηθεί μια κατά κυριολεξία κεντροδεξιά, μια χριστιανοδημοκρατία ή ένα κέντρο τύπου Γαλλίας στην Ελλάδα.

Τέλος,  ο εθνικός ριζοσπαστισμός του Ανδρέα Παπανδρέου παραπέμπει στις ίδιες τις ιστορικές βάσεις συγκρότησης του νέου ελληνικού κράτους. Είναι αυτό το αντι – εξαρτησιακό ένστικτο του Έλληνα, δηλαδή η κόκκινη γραμμή της αντίστασης και αμφισβήτησης που  εκφράζει ως βαθύ αίσθημα ενοχής το ελληνικό έθνος, το οποίο έχασε στρατιωτικά στον πόλεμο της ανεξαρτησίας, συγκροτήθηκε ως κράτος με τη μορφή προτεκτοράτου, δηλαδή με τη μορφή προϊόντος του διεθνούς  συσχετισμού των μεγάλων δυνάμεων της εποχής και είχε εκ γενετής αυτό  το πρόβλημα: να αποσείσει τους όρους της γέννησής του. Και αυτό δεν αφορούσε μόνον τις εξαρτήσεις σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά και τις εξαρτήσεις σε οικονομικό επίπεδο, γιατί η Ελλάδα  ότι ήταν ένα νέο κράτος του 19ου αιώνα που γεννήθηκε με μεγάλο εξωτερικό δημόσιο χρέος. Γεννήθηκε με το χρέος των δανείων της ανεξαρτησίας.

Αυτά τα ήξερε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Διότι ο Ανδρέας είχε μία κουλτούρα μεσοπολέμου, την οποία δεν διέθετε κανείς άλλος ενεργός Έλληνας πολιτικός της δεκαετίας του ’80 στην οποία ήταν πρωθυπουργός ο Ανδρέας Παπανδρέου, και πολύ περισσότερο της δεκαετίας του ’90. Υπήρχαν  τέτοιοι άνθρωποι στη δεκαετία του ’50, του ’60 έως και τη δεκαετία του ’70, αλλά αυτά τα μορφωτικά και διανοητικά στοιχεία δεν υπήρχαν στην ελληνική πολιτική σκηνή, όταν κυριάρχησε ο  Ανδρέας Παπανδρέου με ικανότητα επιβολής των απόψεών του το 1981.

Και βεβαίως αυτός ο Παπανδρέου, ο οποίος διέθετε αυτά τα στοιχεία, άφησε πίσω του μια σειράς από πράγματα, τα οποία εμείς πρέπει να αποφασίσουμε εάν τα υπερασπιζόμαστε ή όχι. Μου κάνει εντύπωση η αναδρομική επίθεση που κάνει ακόμη και τώρα η Νέα Δημοκρατία στην δεκαετία του ’80, που θέλει να τη χαρακτηρίσει ως   δεκαετία αναπτυξιακά, μακροοικονομικά και δημοσιονομικά, χαμένη και επικίνδυνη. Και αναρωτιέται κανείς: Ήταν πράγματι αναπτυξιακά, μακροοικονομικά και δημοσιονομικά χαμένη η δεκαετία του ’80; Το γεγονός ότι το δημόσιο χρέος πήγε από το 29% στο 80%, ήταν μια «βαριά αρνητική κληρονομιά» που την παραδώσαμε στο κ. Μητσοτάκη προκειμένου να διογκώσει όλα τα αρνητικά μεγέθη και στη συνέχεια την παραλάβαμε εμείς το 1993 προκειμένου να πετύχουμε την ένταξη στην ΟΝΕ και στη ζώνη του Ευρώ; Αποδεικνύεται από τη βαθύτερη μελέτη των στοιχείων - και έχει ενδιαφέρον αυτή η συζήτηση - ότι δεν είναι η κοινωνική πολιτική και η βίαιη αποκατάσταση ανισοτήτων τα πρώτα δύο έτη της πρώτης δεκαετίας του ΠΑΣΟΚ που προκάλεσαν αυτή την εξέλιξη. Δεν ήταν δηλαδή η εισοδηματική και μισθολογική πολιτική του ’81-83, ούτε η επέκταση των κοινωνικών ασφαλίσεων και της τοπικής αρμοδιότητας του ΙΚΑ, ούτε η συγκρότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, ούτε οι συντάξεις στους αντιστασιακούς, ούτε η εφαρμογή του νέου οικογενειακού δικαίου ή η ισότητα ανδρών και γυναικών, αυτή που προκάλεσε  το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας. Αλλά ήταν η ίδια η διαχείριση του δημοσίου χρέους, αυτού που υπήρχε το 1981, γιατί πρωτίστως λόγω του πληθωρισμού και λόγω των μεγάλων επιτοκίων και λόγω των περιβόητων «ραντιέρηδων» που ήταν η προσφιλής έκφραση του Ανδρέα Παπανδρέου εκείνη την περίοδο, προκλήθηκε η ραγδαία επιδείνωση των δημοσιονομικών αυτών μεγεθών.

Αυτό  μπορεί να μας οδηγήσει και σε ένα άλλο ερώτημα που τίθεται συχνά στις μέρες μας:  είναι δυνατόν να κάνεις κοινωνική πολιτική με δανεικά; Η  απάντησή μου είναι πως και βεβαίως μπορείς να κάνεις κοινωνική πολιτική με δανεικά, όπως μπορείς να κάνεις και πολιτική υποδομών με δανεικά, αρκεί να έχεις δίπλα σε αυτή την πολιτική ένα φορολογικό σύστημα με αρχή, μέση και τέλος, δηλαδή με αναπτυξιακή και αναδιανεμητική λογική που κατανέμει σε περισσότερες γενιές δημοσιονομικό βάρος προκειμένου να διασφαλίσεις όρους ανάπτυξης και  κοινωνικής συνοχής. Άρα, δεν πρέπει να έχουμε ως παράταξη κάποιο σύμπλεγμα ενοχής, γιατί  δεν ήταν η κοινωνική μας πολιτική αυτή που επιβάρυνε  τα δημοσιονομικά μεγέθη αυτά.

Από την άλλη μεριά, σίγουρα αξίζει να συγκρατήσουμε το θεσμικό έργο της περιόδου εκείνης που είναι για εμάς μια πολύ σημαντική παρακαταθήκη, γιατί τελικά στο επίπεδο των θεσμών και στο επίπεδο του θεσμού των θεσμών,  του θεσμού που συμπυκνώνει όλο τον κοινωνικό συσχετισμό  δυνάμεων, στο επίπεδο του κράτους, διαμορφώνεται το πεδίο της πολιτικής.  Αν δεν έχεις μια πολιτική για τους θεσμούς, δεν έχεις πολιτική για τίποτα. Αξίζει λοιπόν, να συγκρατήσουμε το γεγονός ότι η πολιτική της δεκαετίας του ’80 ήταν  κατ’ εξοχήν μια θεσμικού χαρακτήρα πολιτική. Από την εκκλησιαστική περιουσία μέχρι το οικογενειακό δίκαιο και από το Εθνικό Σύστημα Υγείας μέχρι τον νόμο - πλαίσιο για τα πανεπιστήμια.

Και επειδή αναφέρθηκα στην παρένθεση  ̉89- ̉93, τελειώνω θυμίζοντας  ότι οι βάσεις όλης της δεκαετίας του  ̉90 και της πρώτης δεκαετίας του 2000, δηλαδή όλης της  νέας αντίληψης για την πολιτική αλλά υπό προοδευτική γωνία,  τέθηκαν στην περίοδο 1993-1995. Οι μεγάλοι μακροοικονομικοί, δημοσιονομικοί και αναπτυξιακοί στόχοι της ένταξης στην ΟΝΕ, η οργάνωση του Β’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και η ένταξή του σε μία νέα αντίληψη του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, η πολιτική με την Τουρκία με άξονα τη ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι πολιτικές που διαμορφώνονται μέχρι την Άνοιξη του 1995. Τότε τίθενται οι βάσεις και της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής και της εξωτερικής πολιτικής. Είναι σημαντικό ότι αυτό το πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται μέχρι τη στιγμή εκείνη, είναι αυτή τη στιγμή το ευρύτατα αποδεκτό πλαίσιο˙ όπως βέβαια ο καθένας το βλέπει από τη δική οπτική γωνία και αυτό σημαίνει ηγεμονία.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου διαχειρίστηκε την πολιτική ηγεμονία του ΠΑΣΟΚ και αν κάτι μένει ως παρακαταθήκη, αν μια λέξη συμπυκνώνει αυτό που αφήνει ο Ανδρέας Παπανδρέου είναι η ικανότητα του ίδιου και του ΠΑΣΟΚ να διαμορφώνει τις προϋποθέσεις της πολιτικής ηγεμονίας, με την έννοια που έχει ο όρος στην πολιτική θεωρία. Ο Ανδρέας Παπανδρέου διαμόρφωσε το ΠΑΣΟΚ ως την αριστερότερη δυνατή εκδοχή ενός μεγάλου πλειοψηφικού, πολυσυλλεκτικού κόμματος εξουσίας και κατάφερε σε δύο περιόδους, σε δύο πολύ κρίσιμες δεκαετίες με ριζικά διαφορετικές διεθνείς συνθήκες η μία από την άλλη, να επιβάλλει  την άποψή του και να διαμορφώσει το πλαίσιο αναφοράς ολόκληρης της χώρας. Αυτό είναι ήδη πάρα πολύ. Είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο στην ελληνική πολιτική Ιστορία.

 


*  Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στην «Αθηναΐδα»

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2006Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2006