9 Δεκεμβρίου 2006, Θεσσαλονίκη


« Και όμως υπάρχει ευρωπαϊκή σοσιαλιστική αριστερά»


Θα προσπαθήσω να συνδέσω όλους αυτούς τους πολύ σημαντικούς προβληματισμούς που ακούσαμε, με ορισμένα πιο πρακτικά και επίκαιρα ερωτήματα όπως, για παράδειγμα: Ποια μπορεί να είναι μία προοδευτική θέση στο ερώτημα για το μέλλον του ΟΤΕ; Υπάρχει μία προοδευτική θέση που θα μπορούσε να διατυπώσει μία Ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αύριο στον τόπο μας για το μέλλον των πανεπιστημίων και γενικότερα της εκπαίδευσης, για το ζήτημα των εργασιακών σχέσεων, για τα ζητήματα που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους;

Για να δώσουμε όμως πρακτικές απαντήσεις έχουμε ανάγκη από μία θεωρία. Τίποτα δεν είναι πιο πρακτικό και πιο αριστερό από τη θεωρία. Όποιος διατείνεται ότι μπορεί να δώσει προοδευτικές απαντήσεις με εμπειρικό τρόπο οδηγείται συνήθως  σε επικίνδυνα συντηρητικές επιλογές. Ο πυρήνας της ιδεολογικής ηγεμονίας του συντηρητισμού και του νεοφιλελευθερισμού είναι η κατάργηση της αξιακής και ιδεολογικής προσέγγισης της πολιτικής.

Αυτή είναι  η βασική αιτία που οδηγεί τους πολίτες, τις κοινωνίες, ιδίως στην Ευρώπη, να δυσπιστούν απέναντι στην πολιτική, δηλαδή απέναντι στο βασικό ερώτημα αν υπάρχει πολιτικό διακύβευμα, αν μπορούν να υπάρξουν διαφορετικές πολιτικές επιλογές. Εάν δεν πείσουμε τους πολίτες ότι είναι εφικτές άλλες κυβερνητικού χαρακτήρα επιλογές, εφαρμόσιμες, επιλογές χρηματοδοτήσιμες, επιλογές δημοσιονομικά υποστηρίξιμες  θα έχουμε χάσει για μία ακόμη φορά το παιχνίδι, γιατί όταν κυριαρχεί η δυσπιστία, κυριαρχεί η φοβικότητα, ο αμυντισμός, ο συντηρητισμός. Μάλιστα σε μία Ευρώπη που έχει αποδεχθεί εδώ και δεκαετίες μία αποιδεολογικοποιημένη προσέγγιση της πολιτικής.

Ένα βασικό άλλωστε στοιχείο της υποταγής της ευρωπαϊκής πολιτικής και συνολικά της Ευρωπαϊκής ηπείρου στην αμερικανική πολιτική ηγεμονία, βρίσκεται στο γεγονός ότι η αμερικανική πολιτική παρότι πολλές φορές ακραία επιθετική και ακραία συντηρητική - ο ίδιος ο Μπουσισμός όπως έχει επικρατήσει να λέγεται - είναι ως πολιτικό ρεύμα και ως πολιτική πρακτική πολύ περισσότερο «ιδεολογικοποιημένο» από ό,τι η  πολιτική που επικρατεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ιδίως στο επίπεδο των ενωσιακών οργάνων και όχι τόσο των κρατών- μελών και των εθνικών κοινωνιών. Μπορεί  η πολιτική αυτή να είναι απόλυτα απορρίψιμη, μπορεί να είναι θεολογικού ή και θεοκρατικού χαρακτήρα, μπορεί να είναι ιδεοληπτικός ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται αυτή τη στιγμή ο κ. Μπους, αλλά είναι σαφώς πιο «ιδεολογικός» και αυτό προσδίδει μία δυναμική και του επιτρέπει να ασκεί την ηγεμονία έως ότου συναντήσει τα όρια του συσχετισμού των δυνάμεων. Και τα όρια του συσχετισμού των δυνάμεων είναι αυτά που καταγράφει η Επιτροπή για τη μελέτη του προβλήματος του Ιράκ, που ουσιαστικά σηματοδοτεί ένα νέο κύκλο, ένα κύκλο προς την απόσυρση και την εσωστρέφεια. Αλλά είναι ένας κύκλος που  τον έχουμε δει ιστορικά πάρα πολλές φορές να γράφεται και να ξαναγράφεται σε σχέση με την αμερικανική εξωτερική πολιτική στον εικοστό αιώνα.

Πολλές φορές είδαμε φαινόμενα απόσυρσης και απομονωτισμού και άλλες τόσες φορές είδαμε φαινόμενα ακραίου διεθνούς επεμβατισμού των ΗΠΑ.
 
Για να δώσουμε λοιπόν  μια απάντηση γι αυτά τα πρακτικά θέματα - εάν θέλουμε, για παράδειγμα, έναν ΟΤΕ στον οποίο να υπάρχει ιδιώτης στρατηγικός επενδυτής ή έναν ΟΤΕ στον οποίο να ελέγχει το Δημόσιο ως καταστατική μειοψηφία τις βασικές επιλογές, έναν ΟΤΕ ο οποίος να έχει μεγάλη κεφαλαιοποίηση και να μπορεί να συνεργαστεί με άλλους τηλεπικοινωνιακούς οργανισμούς όπως είναι ο αυστριακός ή ο γερμανικός, να παρέχει καλές και φτηνές υπηρεσίες στους πολίτες, να παρέχει καθολικές υπηρεσίες σε όλους τους πολίτες, να διαμορφώνει συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού στο δημόσιο δίκτυο που εξυπηρετεί και τις ιδιωτικές υπηρεσίες, τους ιδιωτικούς παρόχους σταθερής και σε πολύ μεγάλο βαθμό κινητής τηλεφωνίας, για να δώσουμε μία απάντηση σε σχέση με το πανεπιστήμιο πρέπει να έχουμε ξεκαθαρίσει την ταυτότητα μας, δηλαδή το ιδεολογικό μας στίγμα και την προδιάθεση μας γύρω από τα θέματα για τα οποία επιχείρησα να σας μιλήσω προηγουμένως.

Άρα μιλάμε για την ενδεχόμενη ύπαρξη μιας Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Υπό ποιες συνθήκες, ας θυμηθούμε:

Πρώτον, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτό σημαίνει μετά την καταρράκωση της βασικής εσχατολογίας της Αριστεράς. Η αριστερά έχασε τη δυνατότητα της να ονειρεύεται το δικό της επίγειο παράδεισο. Και αυτό έχει προκαλέσει μία βαθύτατη ιδεολογική κρίση.

Δεύτερον, μιλούμε για μία Ευρωπαϊκή αριστερά μέσα σε ένα ριζικά διαφορετικό σύστημα διεθνούς ισχύος, ένα σύστημα που έχει μονοπολικά και αυτοκρατορικά χαρακτηριστικά και για την ύπαρξη αυτού του συστήματος την κορυφαία ευθύνη την έχει η Ευρώπη η οποία έχει πράγματι μία καντιανή μακαριότητα τα θέματα αυτά, δεν αναλαμβάνει κινδύνους και δεν έχει σαφή τοποθέτηση για κανένα μεγάλο θέμα της διεθνούς πολιτικής. Δεν έχει σαφή τοποθέτηση για το τι πρέπει να γίνει σε σχέση με την Κίνα. Η κινεζική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών από την εποχή του Νίξον είναι πολύ πιο συγκροτημένη από ότι η  Ευρωπαϊκή πολιτική. Δεν έχει μία συγκροτημένη και θαρραλέα αντίληψη για τα προβλήματα που υπάρχουν στην αφρικανική Ήπειρο, για την κατάσταση των χωρών της υποσαχάριας Αφρικής, δεν ευαισθητοποιείται στην πραγματικότητα για  τα φαινόμενα της ακραίας φτώχειας, της πείνας, της παιδικής θνησιμότητας, των απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης. Δεν έχει μία σοβαρή δυνατότητα παρέμβασης στην αραβοϊσραηλινή διένεξη και δεν μπορεί να επιβάλει τη δική της προσέγγιση για ζητήματα όπως το Ιράκ ή η σχέση με  τη Συρία και το Ιράν. Μήπως έχει μία άποψη η οποία να είναι αξιόπιστη για το Κυπριακό ή για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις; Γιατί λοιπόν πρέπει να ψάξουμε πιο μακριά τα παραδείγματα μας ;

Τρίτον, μιλούμε για μία Ευρωπαϊκή αριστερά μέσα σε ένα κλίμα Ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής, νομισματικής και θεσμικής αμηχανίας. Μιλάμε για μία Ευρώπη η οποία έχει περιέλθει σε αδιέξοδο, μία Ευρώπη που δεν μπορεί να κάνει μεγάλα βήματα ούτε προς την κατεύθυνση της θεσμικής ολοκλήρωσης της - όπως φάνηκε μετά την απόρριψη του σχεδίου του Ευρωπαϊκού Συντάγματος- για μία Ευρώπη η νομισματική πολιτική της οποίας- η πολιτική επιτοκίων για παράδειγμα, που αφορά κάθε νοικοκυριό στην Ελλάδα που έχει πάρει ένα στεγαστικό ή ένα καταναλωτικό δάνειο - δεν καθορίζεται μέσα από μία στοιχειώδη πολιτική συνεννόηση, γιατί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δεν υπακούει ως όργανο στις θεσμικές προδιαγραφές άλλων κοινοτικών οργάνων, ούτε στην ισοτιμία των κρατών- μελών, ούτε στην πληθυσμιακή αναλογία. Υπακούει στην αναλογία  με την οποία κάθε χώρα συμμετέχει στο συνολικό ευρωπαϊκό ΑΕΠ. Ουσιαστικά πρόκειται για τον βασικό  κανόνα συγκρότησης και λειτουργίας μιας ανώνυμης εταιρείας. Και βέβαια ενώ η Ευρώπη ουσιαστικά είναι ακίνητη στα ζητήματα μεγάλου πολιτικού και θεσμικού ενδιαφέροντος, υπάρχουν πάρα πολύ μεγάλες και γρήγορες πρωτοβουλίες στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, δηλαδή ουσιαστικά προχωρούμε σ΄ένα όσο γίνεται πιο νεοφιλελεύθερο οικονομικό Σύνταγμα της  Ευρώπης όπως φάνηκε στην οδηγία για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών παρά  την δραστική βελτίωση της. Αλλά  η αντίφαση ποια είναι;  Ότι μένουμε ακίνητοι και ακούνητοι στο πολιτικό Σύνταγμα της Ευρώπης, κάνουμε όμως σημαντικές κινήσεις,  εντυπωσιακές στο οικονομικό Σύνταγμα.

Αυτό όπως αντιλαμβάνεστε δημιουργεί ακόμη μεγαλύτερη δυσπιστία στους πολίτες. Οι πολίτες θεωρούν ότι οι εθνικές κυβερνήσεις τους είναι εγκλωβισμένες σε δείκτες, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια άλλων επιλογών. Δηλαδή για μας - που ετοιμαζόμαστε να νικήσουμε στις επόμενες εκλογές και να σχηματίσουμε την επόμενη κυβέρνηση της χώρας- το βασικό ερώτημα είναι: «μα δε θα κινείστε πάντα μέσα στους δείκτες του Συμφώνου σταθερότητας ; Πάντα δεν θα υπάρχει το μεγάλο άγχος του τρία τοις εκατό στο δημοσιονομικό έλλειμμα, της μείωσης του δημόσιου χρέους, πάντα δεν θα υπάρχει όλη αυτή  η στρατηγική της σύγκλιση  η οποία υπαγορεύει πολιτικές»;  Εκεί πρέπει να δίνεις την απάντηση ότι: «ναι, εγώ πρέπει να συμβιβάσω και μπορώ, ως προοδευτική κυβέρνηση, να συμβιβάσω τους δείκτες της δημοσιονομικής και μακροοικονομικής σταθερότητας με πολιτικές επιλογές κοινωνικά ευαίσθητες, αξιακού χαρακτήρα, προοδευτικές που κρατούν μία κοινωνία συνεκτική, μία κοινωνία αλληλέγγυη, μία κοινωνία η οποία είναι δίκαιη. Αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει ένα δίκαιο κράτος, γιατί η κοινωνία είναι   αφ ΄εαυτού της άδικη, άνιση, καταπιεστική και πρέπει το κράτος με τους θεσμούς του να έρχεται και να τη συγκρατεί, να τη μετατρέπει σε ένα κράτος δικαίου, σε ένα  κοινωνικό κράτος δικαίου, ώστε να απαλύνει τις αδικίες και τις ανισότητες που παράγει μέσα της, από  μέσα της η κοινωνία.

Μιλάμε, τέταρτον, για μια ευρωπαϊκή αριστερά μέσα σε συνθήκες βαθιάς κρίσης δημοσιονομικής και δημογραφικής του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Το περίεργο είναι ότι όλοι έχουν αποδεχθεί ότι υπάρχει κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, αλλά δεν αναλύουν τα αίτιά της. Δεν αναλύουν και τα πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της κρίσης αυτής. Γιατί λέμε με τόση ευκολία ότι ναι υπάρχει δημοσιονομική και δημογραφική κρίση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου; Γιατί μιλάμε στην Ελλάδα για μια κρίση του ασφαλιστικού συστήματος και δεν λέει κάποιος το πάρα πολύ απλό ότι πώς είναι δυνατόν να κάνουμε σοβαρές αναλογιστικές μελέτες όταν δεν έχουμε συμφωνήσει- με ευθύνη της κυβέρνησης - στη βάση υπολογισμού, δηλαδή στο πόσο είναι το ΑΕΠ της χώρας. Εάν προχωρήσει η κυβέρνηση, με την συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην εφάπαξ αναπροσαρμογή του ΑΕΠ κατά 26%, η Ελλάδα εμφανίζεται να είναι ένα κράτος οικονομικά πολύ «φιλελεύθερο». Ένα κράτος μικρό σε όγκο, ως ύψος δημοσίων δαπανών - το 48% που είναι τώρα θα γίνει περίπου 37% - ένα κράτος με πολύ μικρή φορολογική επιβάρυνση σε σχέση με τα δεδομένα του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και ένα κράτος με πολύ μικρές κοινωνικές δαπάνες σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Άρα με μεγάλες ανισότητες. Ένα κράτος στο οποίο δυστυχώς η δαπάνη υγείας είναι κατά 47% ιδιωτική, δηλαδή σχεδόν όσο και στις ΗΠΑ μόνο που εκεί καλύπτεται από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες, ενώ εδώ καλύπτεται από την τσέπη του ασφαλισμένου - ανασφάλιστου.

Άρα αντιλαμβάνεστε ότι δεν μπορούμε να αποδεχόμαστε ως δεδομένο ότι υπάρχει μια αυταπόδεικτη δημογραφική και δημοσιονομική κρίση, όταν υπολογίζαμε στις αρχές της δεκαετίας του 90 μια ελληνική κοινωνία των δέκα εκατομμυρίων και βρεθήκαμε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με μια αγορά εργασίας των ένδεκα εκατομμυρίων και με ενσωματωμένη στην αγορά εργασίας μια δύναμη ενός εκατομμυρίου μεταναστών που αλλάζει τα δεδομένα ριζικά.

Μιλάμε, πέμπτον, για μια αριστερά η οποία πρέπει να ζήσει και να οργανώσει τις ιδέες της υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Παγκοσμιοποίηση κυρίως επικοινωνιακή, αισθητική, ιδεολογική φοβούμαι και δευτερευόντως παγκοσμιοποίηση με την έννοια της ροής κεφαλαίων και της κινητικότητας των εργαζομένων.

Και βέβαια μιλάμε, έκτον, για μια αριστερά που πρέπει να λειτουργήσει μέσα στις συνθήκες της κοινωνίας της πληροφορίας, του διαδικτύου, της νέας οικονομίας, των ραγδαίων εξελίξεων της τεχνολογίας.

Μια αριστερά, έβδομον, η οποία έχει να αντιμετωπίσει τα αυτονόητα του νεοφιλελευθερισμού και όταν τα αυτονόητα του δημοσίου λόγου είναι νεοφιλελεύθερα υπάρχει μια ηγεμονία. Δεν μιλάμε σήμερα με έννοιες όπως ελευθερία, ισότητα, αλληλεγγύη, δικαιώματα, αλλά κυριαρχούν οι έννοιες ανταγωνιστικότητα, παραγωγικότητα, επιχειρηματικότητα, ευελιξία. Μα οι λέξεις είναι τα πράγματα. Οι λέξεις είναι οι ιδέες, οι λέξεις είναι οι πολιτικές, οι λέξεις είναι οι επιλογές. Εάν κυριαρχούν αυτές οι λέξεις, δηλαδή λέξεις οι οποίες έχουν μια νεοφιλελεύθερη καταγωγή, αντιλαμβάνεστε ότι η αριστερά ξεκινάει με ένα θεμελιώδες συγκριτικό μειονέκτημα το οποίο καλείται να αντιμετωπίσει.

Και βέβαια μιλάμε, όγδοον, για μια αριστερά, η οποία στην Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίσει μια προϊούσα κρίση των ευρωπαϊκών πολυπολιτισμικών κοινωνιών. Δηλαδή το να λες ότι η λύση σου είναι η πολυπολιτισμική κοινωνία και ο σεβασμός των δημοκρατικών θεσμών, δεν σημαίνει τελικά τίποτα. Διότι η κοινωνία πολιτικά υποαντιπροσωπεύεται. Υπάρχουν μεγάλα τμήματά της εκτός πολιτικού συστήματος, υπάρχει υποαντιπροσώπευση των μεταναστών, υποαντιπροσώπευση των ανέργων, υποαντιπροσώπευση ανθρώπων που ωθούνται στις τάσεις της αποχής και του άκυρου και λευκού, σε έναν πολιτικό αγνωστικισμό. Και βεβαίως έχουμε αυτή την στιγμή μια κοινωνία η οποία πολλές φορές συστρέφεται σε συντηρητικές, ξενοφοβικές και ρατσιστικές συμπεριφορές, τις οποίες τις ζούμε και στην Ελλάδα, αλλά τις ζούμε πολύ πιο έντονα σε μια κοινωνία η οποία έχει μια παράδοση κοινωνικού κράτους και φιλελευθερισμού πολιτικού, που είναι η πατρίδα της γαλλικής επανάστασης, η Γαλλία.

Άρα λοιπόν αυτήν την αριστερά ψάχνουμε. Ψάχνουμε όμως την αριστερά την κυβερνητική, μιλούμε για την ευρωπαϊκή «κυβερνητική» αριστερά. Δηλαδή για μια αριστερά που δεν μιλάει ανέξοδα, αλλά για μια αριστερά που έχει την ευθύνη να εφαρμόσει ως κυβερνητική πρακτική αυτά που λέει. Μιλούμε δηλαδή για την αριστερά των ευρωπαϊκών, σοσιαλιστικών, σοσιαλδημοκρατικών και εργατικών κομμάτων εξουσίας. Είναι πολύ πιο εύκολο να μιλήσεις για την αριστερά των κινημάτων στην Ευρώπη. Του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, του κινήματος των δικαιωμάτων. Όμως πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη μας ότι η αριστερά των κινημάτων στην Ευρώπη γειτνιάζει με τη δεξιά των κινημάτων. Γιατί όπως υπάρχει μια αριστερά των κινημάτων, υπάρχει και μια νέα άκρα δεξιά που μπορεί να μην είναι η παλιά ακροδεξιά, αλλά είναι μια δεξιά η οποία έχει άλλου είδους πια κοινωνικές αναφορές και ρίζες, την οποία πρέπει πάρα πολύ σοβαρά να την προσέξουμε. Τη βλέπουμε στην Γαλλία, την βλέπουμε στην Ολλανδία, τη βλέπουμε να εμφανίζεται μπροστά μας και δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε. Και είναι μια αντιπαγκοσμιοποιητική δεξιά, μια δεξιά η οποία υψώνει τη σημαία της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, από τη δική της οπτική γωνία.

Και αυτό κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη αποσαφήνισης του αξιακού οπλοστασίου της ευρωπαϊκής «κυβερνητικής» αριστεράς, η οποία πρέπει να πάψει, αν μη τι άλλο, να είναι αμήχανη και σιωπηλή και πρέπει να αντιληφθεί ότι διέπεται και η ίδια από πολύ σημαντικές εσωτερικές διαφορές. Διότι είναι διαφορετικό να έχεις το μυαλό σου το φαινόμενο Θαπατέρο ή Σώκρατες, και διαφορετικό να έχεις το φαινόμενο Τόνι Μπλερ.

Άρα μιλούμε για μια βεντάλια πρακτικών και μια βεντάλια αποχρώσεων η οποία είναι πάρα πολύ μεγάλη. Και πρέπει εδώ να πούμε πάρα πολύ καθαρά ότι η σύγκρουση μπορεί να είναι ανάμεσα σε μια ηπειρωτική και μια αγγλοσαξονική αντίληψη. Η σύγκρουση μπορεί να είναι ανάμεσα σε ένα «αριστερό και σε ένα «δεξιό» κράτος και αυτό να είναι πολύ πιο ισχυρό στην πολιτική των κυβερνήσεων από ότι η σύγκρουση μεταξύ ενός αριστερού και ενός δεξιού κόμματος. Μεταξύ ενός κόμματος που μετέχει στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και ενός κόμματος που μετέχει στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Αυτά είναι φαινόμενα τα οποία είμαστε υποχρεωμένοι να τα αντιμετωπίσουμε, αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί και ευθύβολοι στις αναλύσεις μας.

Και βέβαια πρέπει να ανυψώσουμε ως πρώτο θέμα τη διαφύλαξη του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Πρέπει η αριστερά να αποενοχοποιηθεί, γιατί η υποστήριξη του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου κάνει μερικούς να πιστεύουν ότι υποστηρίζουμε ένα παρασιτικό, ιδρυματικό φαινόμενο. Ένα φαινόμενο που δεν παράγει. Ένα φαινόμενο που διεκδικεί δίκαιη αναδιανομή χωρίς να συνεισφέρει στην αύξηση του εθνικού και άρα του ευρωπαϊκού πλούτου. Για ένα φαινόμενο το οποίο δεν παράγει θέσεις εργασίας. Για ένα φαινόμενο το οποίο φορτώνει τελικά βάρη στον προϋπολογισμό.

Ενώ εμείς  αντιλαμβανόμαστε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο όχι ιδρυματικά, αλλά αναπτυξιακά, ως πεδίο παραγωγής ευκαιριών, ως πεδίο παραγωγής νέων θέσεων εργασίας, ως πεδίο παραγωγής νέων ευκαιριών επένδυσης.

Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να αποενοχοποιηθεί η ευρωπαϊκή σοσιαλιστική αριστερά, η οποία πιστεύει, πολύ συχνά, ότι κάθε υπεράσπιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου είναι φοβικού, αμυντικού ή συντηρητικού χαρακτήρα. Είναι άλλο η φοβική, συντηρητική και αμυντική αντίληψη και άλλο πράγμα η επιθετική προσέγγιση των φαινομένων αυτών με έναν τρόπο που δεν υπακούει σε στερεότυπα. Άρα πρέπει να είναι εναντίον των στερεοτύπων η ευρωπαϊκή αριστερά.

Και βέβαια μετά από την υπεράσπιση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου με την έννοια του αναπτυξιακού μοντέλου, έχουμε ως στόχο της ευρωπαϊκής «κυβερνητικής» αριστεράς την υπεράσπιση της πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης, την υπεράσπιση της χειραφέτησης της Ευρώπης. Η Ευρώπη είναι ιστορικά μια αριστερή ήπειρος σε σχέση με αυτά που συμβαίνουν σε άλλες ηπείρους και άρα πρέπει να υπερασπιστούμε το θεσμικό μέλλον και τη διεθνοπολιτική υπόσταση και τη στρατηγική της Ευρώπης και βεβαίως πρέπει όλα αυτά να τα εντάξουμε μέσα στον αστερισμό των βασικών μας ιδεών.

Τι ήταν η αριστερά; Η αριστερά ήταν πάντα ένα μεγάλο ανθρωπιστικό κίνημα. Ουμανιστικό. Είναι πάντα ουμανιστικό κίνημα. Πρέπει να μιλάει με όρους αξιακούς. Πρέπει να υπερασπίζεται τις θεμελιώδεις αξίες. Η αριστερά ήταν πάντα ο υπερασπιστής του κράτους δικαίου. Ήταν πάντα ο υπερασπιστής του πολιτικού φιλελευθερισμού, με την έννοια του δημοκρατικού κράτους δικαίου, όχι του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Ήταν πάντα ο υπερασπιστής των δικαιωμάτων, των συνταγματικών αξιών, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Η ευρωπαϊκή «κυβερνητική» αριστερά ήταν πάντα προσανατολισμένη όχι μόνον, όπως είπα, στην αναδιανομή, αλλά και στην παραγωγή, στην παραγωγή μεγαλύτερου εθνικού και άρα ευρωπαϊκού πλούτου.

Άρα πρέπει να διαμορφώσουμε το δικό μας νέο αξιακό κώδικα. Όταν όλοι μιλούν για ανταγωνιστικότητα εμείς επίσης πρέπει να μιλούμε για μια ανταγωνιστικότητα που οδηγεί όμως σε μια πιο δίκαιη αναδιανομή. Διότι η εθνική ανταγωνιστικότητα και η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα πρέπει να έχει και έναν κοινωνικό στόχο. Όταν μιλούν όλοι και ανάμεσα τους και εμείς για παραγωγικότητα, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για παραγωγικότητα της εργασίας, πρέπει να μιλήσουμε και για παραγωγικότητα του κεφαλαίου, πρέπει να δούμε πώς ο συντελεστής κεφάλαιο συνεισφέρει στην υπόθεση αυτή.

Και βέβαια πρέπει να κρατούμε πάντα ζωντανό τον στόχο της πλήρους απασχόλησης. Να πούμε ότι είναι εφικτός ο στόχος της πλήρους απασχόλησης. Όταν μιλούν για ευελιξία και εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε για ισότητα ευκαιριών, για ασφάλεια και για συνοχή. Είπε ο Γιάννης ο Κουκιάδης προηγουμένως ότι δεν μπορούμε να αγνοήσουμε νέα φαινόμενα της αγοράς εργασίας και νέες εργασιακές σχέσεις. Ναι, αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης προϋπόθεση. Όσο πιο ευέλικτες και ανασφαλείς γίνονται οι εργασιακές σχέσεις ως ιδιωτικές σχέσεις, τόσο μεγαλύτερος και πιο κρίσιμος γίνεται ο εξασφαλιστικός και εγγυητικός ρόλος του κοινωνικού κράτους δικαίου. Έχεις ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη από ένα εργατικό δίκαιο συλλογικό και ατομικό. Έχεις ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη από επιθεωρήσεις εργασίας, έχεις ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη από κανόνες υγιεινής και ασφάλειας. Έχεις ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη από ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα και από ένα δημόσιο σύστημα υγείας. Έχεις ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη από ένα κράτος πρόνοιας, το οποίο σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση διαμορφώνει όρους απασχόλησης, αλλά και όρους αξιοπρεπούς διαβίωσης για κάθε οικογένεια και για κάθε πολίτη σε τοπικό επίπεδο.

Άρα διευρύνεται ο ρόλος και η σημασία του κράτος με μεταφορά κόστους όμως. Διότι όταν απαλλάσσεις την αγορά από το κόστος αυτό και το μεταφέρεις στο κράτος, πρέπει να δεις και τις πηγές χρηματοδότησης. Άρα πρέπει να δεις από πού αντλείς τα έσοδα αυτά μέσα σε μια κοινωνία η οποία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει κατά τρόπο ίσο μια επιχείρηση εντάσεως κεφαλαίου που μειώνει θέσεις εργασίας, συμβάλει στην παραγωγικότητα, αλλά δεν συμβάλει στην απασχόληση και μια επιχείρηση στον τομέα των υπηρεσιών που είναι επιχείρηση εντάσεως εργασίας με πολλούς εργαζόμενους. Προφανώς χρειάζεται διαφορετική μεταχείριση στις ασφαλιστικές εισφορές της επιχείρησης αυτής.

Και βέβαια όλα αυτά πρέπει να οδηγούν στο να πείθεις τον πολίτη ότι μπορείς να υπερασπιστείς το βασικό περιβάλλον του, δηλαδή δεν μπορείς να φλερτάρεις με την ιδέα ότι μπορεί να βρεις την ασφάλεια ή την ικανότητα διαχείρισης κρίσεων έξω από το σεβασμό των ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων. Σε αυτά τα ερωτήματα η ευρωπαϊκή σοσιαλιστική και σοσιαλδημοκρατική αριστερά πρέπει να δίνει απαντήσεις οι οποίες έχουν σαφήνεια, καθαρότητα. Δεν μπορεί να παίζουμε με τις έννοιες αυτές.

Και δυστυχώς αυτό δεν είναι καθόλου σαφές στην διαπραγμάτευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορείς να δεις κυβερνήσεις οι οποίες π.χ. σέβονται μια γκολική παράδοση, οι οποίες είναι ευαίσθητες ενώ είναι συντηρητικές, και κυβερνήσεις οι οποίες είναι σοσιαλιστικές ή εργατικές, οι οποίες είναι πολύ πιο αδιάφορες για τα θέματα των δικαιωμάτων, της προσωπικής ασφάλειας, του σεβασμού των κοινών συνταγματικών παραδόσεων και αξιών.

Άρα λοιπόν τα διλήμματα είναι συνεχή. Γι’ αυτό πρέπει πράγματι η αποενοχοποιημένη αριστερά να μιλήσει για τη δική της μεταρρυθμιστική στρατηγική. Η προοδευτική μεταρρύθμιση είναι μια μεταρρύθμιση που έχει ως βασικό μέτρο αξιών τον πολίτη και την κοινωνία. Τι είναι πραγματική μεταρρύθμιση; Αυτό που προσφέρει υπηρεσίες γρηγορότερες, καλύτερες, φθηνότερες, με δυνατότητα πρόσβασης όλων. Έτσι ο πολίτης εξετάζει το αποτέλεσμα μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Τι να την κάνουμε τη μεταρρύθμιση σε οποιοδήποτε τομέα, εάν η πρόσβασή του πολίτη δυσκολεύει και εάν οι υπηρεσίες που του παρέχεις, διοικητικές ή άλλες, είναι υπηρεσίες βραδείες, ακριβές και αναπαράγουν φαινόμενα διαφθοράς.

Άρα ο βαθμός ικανοποίησης του πολίτη και της κοινωνίας είναι το κριτήριο του ποιοτικού ελέγχου των μεταρρυθμίσεων. Η διαφορά είναι πάντα πολιτική. Το πεδίο των μεταρρυθμίσεων είναι το κράτος. Μια στρατηγική ανάπτυξης, ένα μοντέλο εθνικής ανταγωνιστικότητας εθνικής μεταβιομηχανικό, πρέπει να απαντά κυρίως στα θεσμικά και πολιτικά προβλήματα που τίθενται. Η αποκέντρωση, η αυτοδιοίκηση, η αιρετή περιφέρεια για παράδειγμα, η δυνατότητα να έχεις έναν ισχυρό δήμο με ρόλο στα θέματα της πρόνοιας, της απασχόλησης και της παιδείας είναι ζητήματα πολιτικά, θεσμικά τα οποία όμως είναι βαθύτατα μεταρρυθμιστικά. Δηλαδή η στρατηγική των μεταρρυθμίσεων έχει πάντα στο επίκεντρο το κράτος.

Ποιο κράτος; Όχι το «κρατικιστικό» κράτος που είναι αναποτελεσματικό, γραφειοκρατικό και εκβιάζει τον πολίτη. Ο πολίτης αντιπαθεί βαθιά το κράτος αυτό. Δυστυχώς όμως περιμένει τα πάντα ή σχεδόν τα πάντα από ένα κράτος ικανό διαχειριστή κρίσεων, ένα κράτος που σέβεται τον πολίτη, ένα κράτος γρήγορο, αποτελεσματικό, ευέλικτο, αλλά πάντως κράτος. Και το κράτος δεν είναι ένας μηχανισμός, μια διοικητική μηχανή, είναι μια κοινωνική σχέση, είναι η μείζων κοινωνική σχέση, είναι η σχέση των σχέσεων και ο θεσμός των θεσμών.

Κάποιοι βγάζουν τον εαυτό τους έξω από αυτό το σκηνικό. Θεωρούν ότι βρίσκονται εκτός του κράτους, ενώ βεβαίως το κράτος, όπως το αντιλαμβανόμαστε, ως κράτος δικαίου, ως κοινωνικό κράτος, ως κράτος που σέβεται τον πολίτη, ως κράτος εντιμότητας και διαφάνειας και δημοκρατικής συμμετοχής, είναι αυτό που θα οργανώσει μια κοινωνία άδικη, άνιση, βάρβαρη. Μια κοινωνία η οποία παράγει ανισότητες και θα τη μετατρέψει σε μια κοινωνία δίκαιη, σε μια κοινωνία η οποία μπορεί πράγματι να διασφαλίσει τη συνοχή και την αλληλεγγύη της.

Και βέβαια αυτό είναι ένα στοίχημα το οποίο όταν το διατυπώνει κανείς με γενικούς και αφηρημένους όρους μπορεί να ακούγεται γοητευτικό. Πρέπει να παραμείνει εξίσου γοητευτικό και στην εξειδίκευσή του. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα και για εμάς τώρα μέσα από τον καθημερινό αντιπολιτευτικό μας λόγο και μέσα από τις προγραμματικές μας επεξεργασίες: να πείθουμε ότι έχουμε πλήρως αντιληφθεί τι δεν κάναμε σωστά ή τι πήγε για λόγους αντικειμενικούς λάθος μέσα σε ένα πλαίσιο ιστορικό πολύ σημαντικό. Γιατί έχει παραχθεί ένα έργο το οποίο είναι οφθαλμοφανές και αναμφισβήτητο, αλλά εξίσου αναμφισβήτητες είναι και οι νέες ανισότητες και οι δυσαρέσκειες που έχουν δημιουργηθεί. Και πρέπει έχοντας κατανοήσει πλήρως το παρελθόν μας, να οργανώνουμε το πολιτικό μας παρόν με τον τρόπο που το οργανώνουμε διεκδικώντας το μέλλον όχι του ΠΑΣΟΚ και της επόμενης κυβέρνησής του και των στελεχών του, αλλά το μέλλον μιας χώρας που θέλει ένα μικρό κλικ για να διατηρήσει όλα τα πλεονεκτήματα που έχει λόγω της φύσης, του πολιτισμού και της ιστορίας και των ανθρώπων της και να γίνει η πιο ανταγωνιστική και ταυτόχρονα η πιο αλληλέγγυα και συνεκτική κοινωνία της Ευρώπης.

Είναι εφικτό αυτό. Υπάρχουν οι ενδογενείς πόροι. Γιατί ο πρώτος ενδογενής πόρος είναι οι άνθρωποι. Χρειαζόμαστε ιδέες, χρειαζόμαστε πολιτική βούληση, χρειαζόμαστε στοχοθεσία, χρειαζόμαστε, με λίγα λόγια, να ξαναπιστέψουμε σε μια αξιακή και ιδεολογική προσέγγιση της πολιτικής. Οι πολίτες δεν ελέγχουν τόσο την τεχνική επάρκεια των κυβερνήσεων και άρα των κομμάτων που διεκδικούν την κυβέρνηση. Θεωρούν ότι υπάρχει πια διαχειριστική επάρκεια, πλην ακραίων φαινομένων όπως η σημερινή κυβέρνηση. Αυτό που θέλουν, προκειμένου να πειστούν, είναι οι ηθικές και πολιτικές προϋποθέσεις. Η κοινωνική ευαισθησία, η αποφασιστικότητα, η πολιτική. Και χαίρομαι γιατί το ΠΑΣΟΚ διαμορφώνει τώρα τις προϋποθέσεις και της κοινωνικής του ευαισθησίας και της πολιτικής του αποτελεσματικότητας.

 


* Την εκδήλωση διοργάνωσε  το περιοδικό Monthly Review στη Θεσσαλονίκη, με  γενικό θέμα: Το παρόν και το μέλλον της ευρωπαϊκής Αριστεράς και θέμα της  Α’ Συνεδρίας : Υπάρχει ευρωπαϊκή Αριστερά;

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2006Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2006