1 Ιουνίου 2006


Σύγχρονες μορφές κρίσης του δημοκρατικού κράτους δικαίου: Το δίπολο «ελευθερία – ασφάλεια» ως εγγύηση και ως υπονόμευση των θεμελιωδών δικαιωμάτων».


1.    Η ελευθερία και η ασφάλεια είναι δύο έννοιες, για την ακρίβεια δύο αξίες, απολύτως συνδεδεμένες μεταξύ τους, συνυφασμένες δε και oι δύο με το δημοκρατικό κράτος δικαίου, με το συνταγματικό κράτος, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί καθ’ όλη τη μακρά περίοδο της νεωτερικής εποχής, από τον 18ο έως το τέλος του 20ου αιώνα.

Ασφάλεια  σημαίνει προστασία, πρωτίστως, της ζωής και της ελευθερίας. Ως  εκ τούτου, η προσωπική ασφάλεια  που κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 του ελληνικού Συντάγματος, αλλά και στις αντίστοιχες διατάξεις  όλων των δυτικών ή δυτικότροπων συνταγμάτων και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, είναι το σημαντικότερο ίσως στοιχείο του  σκληρού πυρήνα του κράτους δικαίου1.

Σε αυτήν την έννοια της ασφάλειας, από ένα ιστορικό σημείο και μετά, προστίθεται και μία έντονη κοινωνική διάσταση που είναι πάρα πολύ κρίσιμη για το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης: Δεν μπορούμε να μιλούμε για ασφάλεια μόνο στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού κράτους δικαίου, αλλά στο ευρύτερο πλαίσιο ενός δημοκρατικού κοινωνικού κράτους δικαίου2.

2. Η έννοια της ασφάλειας είναι όμως στενότατα συνδεδεμένη και με την έννοια της κυριαρχίας.  Τόσο με την έννοια της εσωτερικής κυριαρχίας, από την οποία απορρέει η έννοια της εσωτερικής ασφάλειας, όσο και με την έννοια της εξωτερικής κυριαρχίας,  από την οποία απορρέει η αντίστοιχη έννοια της εξωτερικής ασφάλειας3.

Η σχέση ελευθερίας και ασφάλειας που χαρακτηρίζει την νεωτερική εποχή, συνδέεται συνεπώς  με μια συνολική αντίληψη για την οργάνωση της διεθνούς κοινωνίας, την οποία θα ονόμαζα βεστφαλικού τύπου αντίληψη για το κράτος, την κυριαρχία, τους διεθνείς οργανισμούς,  την διεθνή κοινότητα,  το διεθνές σύστημα ισχύος4.

Από τον 17ο αιώνα, δηλαδή από  την συνθήκη της Βεστφαλίας, με έναν εντυπωσιακά μεγάλο ιστορικό διασκελισμό, βρισκόμαστε ξαφνικά στο τέλος του «σύντομου» 20ου αιώνα. Βρισκόμαστε ξαφνικά στο τέλος της εποχής της νεωτερικότητας, θεσμικά, συνταγματικά, πολιτικά. Βρισκόμαστε δηλαδή στην κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και της ισορροπίας και των βεβαιοτήτων του διπολικού κόσμου. Βρισκόμαστε, με άλλα λόγια,  αντιμέτωποι με μία μετανεωτερική, για την ακρίβεια μία μετά- βεστφαλική έννοια της ασφάλειας.

3. Αυτή η νέα έννοια της ασφάλειας αποκόπτεται καταρχάς, σχεδόν πλήρως, από την έννοια της κυριαρχίας και πιο συγκεκριμένα από την έννοια της εξωτερικής κυριαρχίας. Γίνεται, για την ακρίβεια, η ίδια η έννοια της ασφάλειας ο κύριος μοχλός αμφισβήτησης και αλλοίωσης της έννοιας της κυριαρχίας5. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι διαμορφώνονται εκ των πραγμάτων διεθνείς προδιαγραφές ασφάλειας (και χρησιμοποιώ τον όρο προδιαγραφές εντός ή εκτός εισαγωγικών ανάλογα με την ιδεολογική προδιάθεση που έχει ο καθένας) που υπερβαίνουν απολύτως και τον ρόλο των, υποτίθεται, κυρίαρχων κρατών, και τον ρόλο των κλασικών διεθνών οργανισμών. Κυρίως τον ρόλο του ΟΗΕ,  αλλά και πολύ σημαντικών περιφερειακών οργανισμών, όπως ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη και η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ δε μιλώ καν για το Συμβούλιο της Ευρώπης.

Αυτό σημαίνει ότι, μέσω των διεθνών προδιαγραφών ασφάλειας, διαμορφώνεται μια άλλη έννοια της διακινδύνευσης6 που αποσυνδέεται από το πεδίο του εθνικού κράτους. Μια παγκόσμια έννοια της διακινδύνευσης που συνδέεται πλέον με μία «παγκόσμια κατάσταση ανάγκης», η οποία κλιμακώνεται με έναν τρόπο τελείως διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο οργανώνεται η κατάσταση ανάγκης στο πλαίσιο του εθνικού κράτους και των εθνικών συνταγμάτων το δεύτερο μισό του 19ου και ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Αυτή η νέα παγκόσμια αντίληψη για την κατάσταση ανάγκης, και άρα για το ρίσκο, κλιμακώνεται από την διαρκή επαγρύπνηση μέχρι τον «απόλυτο» συναγερμό7.

4. Αυτό μας οδηγεί σε ένα νέο σύστημα διεθνούς ισχύος που κυριαρχείται  από τελείως διαφορετικές οντότητες, οι οποίες έχουν ελάχιστη σχέση με την θεωρία του διεθνούς δικαίου, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα8. Νέες οντότητες σημαίνει κάτι πέραν του κράτους ως υποκειμένου του διεθνούς δικαίου και κάτι πέραν του κλασικού διεθνούς οργανισμού. Αναφέρομαι κυρίως  στη διεθνή τρομοκρατία,  στις διάφορες μορφές οργανωμένου εγκλήματος, στις  μεγάλες οικονομικές οντότητες, κυρίως χρηματοπιστωτικές ή ελεγκτικές, (οι οποίες ασκούν πολύ μεγάλη επιρροή στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου, αλλά και στην επενδυτική και δημοσιονομική αξιολόγηση των κρατών και άρα στον έλεγχο της οικονομικής τους κυριαρχίας, γιατί η δημοσιονομική σταθερότητα, η μακροοοικονομική ισορροπία και η δανειοληπτική ικανότητα κάθε κράτους,  που συνδέεται με τους μηχανισμούς του διεθνούς δανεισμού και τους μηχανισμούς της διαχείρισης του δημοσίου χρέους,  εξαρτάται  από τις εκτιμήσεις και τις κατατάξεις διεθνών ελεγκτικών και χρηματοοικονομικών οργανισμών που μπορούν να επηρεάσουν την εσωτερική πολιτική κατάσταση και το διεθνές κύρος, άρα τη διεθνή θέση ενός κράτους, πολύ περισσότερο από ό,τι αυτό συνέβαινε πριν από μερικές δεκαετίες).

Νέες οντότητες είναι επίσης οι διάφορες πολύ σημαντικές μορφές διεθνών μη κυβερνητικών οργανώσεων, τα διεθνή δίκτυα ενημέρωσης και βεβαίως οι διάφοροι «υπεράνθρωποι», που μπορεί να είναι είτε ο ηγέτης μιας τρομοκρατικής οργάνωσης,  όπως ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, είτε ένας μεγάλος επενδυτής, όπως ο Σόρος, είτε ένας πολύ σημαντικός, ενεργός ακτιβιστής και διανοούμενος, όπως ο Τσόμσκι. Ο καθένας από αυτούς μπορεί να έχει επιρροή πολλαπλάσια της επιρροής μικρών ή μεσαίων κρατών. Εάν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη την πολιτική αμηχανία περιφερειακών οντοτήτων, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορούμε να διαπιστώσουμε, κατά ένα παράδοξο τρόπο, ότι ο διεθνής πολιτικός λόγος και άρα ο διεθνής πολιτικός παρεμβατισμός τέτοιων ανθρώπων, όπως και ορισμένων μη κυβερνητικών οργανώσεων ή παραγόντων της διεθνούς αγοράς χρήματος και κεφαλαίου, είναι πολύ σημαντικότερος.

Δεν έχουμε όμως μόνον νέες οντότητες. Έχουμε και νέες διαδικασίες, νέους συσχετισμούς,  νέες πρακτικές. Έχουμε επίσης μία τελείως διαφορετική ρητορεία, η οποία εμφανίζεται ως μία διεθνής ηγεμονική ρητορεία των ΗΠΑ και ως μία εσωτερική, αμήχανη ρητορεία των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά βεβαίως και πολλών άλλων κρατών στον κόσμο9.

5. Αυτό οδηγεί σε μεταβολή όλων των κρίσιμων εννοιών που συνδέονται με το κρατικό φαινόμενο, με το φαινόμενο της κυριαρχίας και με το φαινόμενο της ασφάλειας. Έχουμε – για παράδειγμα - μία άλλη έννοια του πολέμου10: έχουμε πολέμους «παιδαγωγικούς», «αστυνομικούς», «εικονικούς» και πολέμους «επινοημένους», με κατασκευασμένο εχθρό. Και φυσικά έχουμε μία ριζική μεταβολή της έννοιας της επέμβασης11. Έχουμε επεμβάσεις ανθρωπιστικές και προληπτικές, οι οποίες μας φέρνουν –όπως είδαμε- αντιμέτωπους με μια ριζικά διαφορετική έννοια της διακινδύνευσης, η οποία μετατρέπεται από αποτρεπτική σε επιθετική. Η «επιθετική διακινδύνευση» είναι μία τελείως διαφορετική κατάσταση από την «αμυντική διακινδύνευση», δηλαδή από  την υποχρέωση αποφυγής του κινδύνου της επέλευσης του ζημιογόνου γεγονότος. Άρα, έχουμε αποτροπή (ιδεολογική, πολιτική, επικοινωνιακή και εν τέλει στρατιωτική) του κινδύνου. Επιτιθέμεθα – υποτίθεται - ως διεθνής κοινότητα  στον κίνδυνο και δεν περιμένουμε να αντιδράσουμε σε αυτόν, όταν επέλθει ως ζημιογόνο γεγονός.

Αυτό μας οδηγεί σε μια σειρά από άλλα φαινόμενα, τα οποία είναι ακόμη πιο σημαντικά: έχουμε ένα εθνικό κράτος, η κυριαρχία του οποίου εξαρτάται από την ικανότητα του να διαχειρίζεται  και άρα να προβλέπει κρίσεις, μικρές και μεγάλες12. Μπορεί η κρίση να είναι μια φυσική καταστροφή, ένα πρόβλημα του χρηματιστηρίου, μια πολεμική απειλή, μια ισχυρή διπλωματική πίεση για το αν ένα κράτος θα μετάσχει - ας πούμε - σε μία διεθνή επέμβαση, π.χ. σε μία αποστολή του ΟΗΕ για τη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας σε μια περιοχή.

Όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, για να μην πάω πιο μακριά, βρίσκονται αντιμέτωπα με τέτοιες κρίσεις που είναι διπλωματικές, αλλά και πολιτικές με την έννοια της εσωτερικής πολιτικής. Έχει ενδιαφέρον το πως αντιδρούν σε σχέση με το Ιράκ  οι νέες κυβερνήσεις στην Ιταλία και στην Ισπανία, ή η κυβέρνηση των Φιλιππίνων, με αφορμή καθημερινά γεγονότα στο Ιράκ που επηρεάζουν την εσωτερική πολιτική κατάσταση και άρα τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων και την νομιμοποίηση των κυβερνήσεων στις χώρες που έχουν μετάσχει σε διάφορες αποστολές στο Ιράκ. Όλα  αυτά εντάσσονται σε μία διαδικασία συνεχούς επιρροής  και αναδιαμόρφωσης των τάσεων της κοινής γνώμης, η οποία βεβαίως αντιδρά με έναν τρόπο που είναι πάρα πολύ συχνά αντιφατικός.

Αυτό το «κράτος των κρίσεων» είναι και ένα «κράτος σε κρίση», με βάση το επίπεδο θεσμικής συγκρότησης και λειτουργίας του συνταγματικού κράτους που έφτασε στην ωριμότητά του το β’ μισό του 20ου αιώνα στην Ευρώπη. Αυτή η κατάσταση σε εθνικό επίπεδο αντιστοιχεί σε ένα «διεθνές σύστημα κρίσεων» που διαμορφώθηκε εκ των πραγμάτων και το οποίο είναι ταυτόχρονα ένα «διεθνές σύστημα σε κρίση».

6. Αυτό μας οδηγεί, με τη σειρά του, σε μία άλλη προσέγγιση της έννοιας του συντάγματος που είναι συνώνυμο ιστορικά με το κράτος δικαίου και την δημοκρατία και άρα με την προστασία της ελευθερίας και της ασφάλειας. Τώρα καλούμαστε να χειριστούμε ένα «σύνταγμα – κέλυφος». Για να περιγράψω πιο προκλητικά το φαινόμενο, θα έλεγα: ένα «σύνταγμα χωρίς κράτος και  χωρίς κυριαρχία», εννοώντας κατά κυριολεξία ένα σύνταγμα που αντιστοιχεί σε κράτος με περιορισμένη κυριαρχία ή σε μία διεθνή οντότητα όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση με δοτές αρμοδιότητες που αποκτά όμως σταδιακά μία σχεδόν «κρατική» συγκρότηση13. Η μερική αυτή αποσύνδεση των δύο εννοιών (σύνταγμα και κυριαρχία), σηματοδοτεί μια νέα εποχή, είναι ουσιαστικά ένα νέο επιστημολογικό παράδειγμα και για την επιστήμη του εσωτερικού δημοσίου δικαίου και για την επιστήμη του διεθνούς δικαίου.

7. Αυτή η περιγραφή, αν αληθεύει, μας φέρνει αντιμέτωπους με τα δύο κορυφαία προβλήματα της διεθνούς συζήτησης: Καταρχάς, με το πρόβλημα, της «πολιτικοποίησης της παγκοσμιοποίησης», το πρόβλημα της παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης14. Μας  θυμίζει αυτή η συζήτηση ότι ο ΟΗΕ εκ γενετής, δηλαδή ήδη από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ήταν ένας βαθιά ασύμμετρος οργανισμός, γιατί η ίδια η ύπαρξη του  Συμβουλίου Ασφαλείας και των μονίμων μελών με δικαίωμα αρνησικυρίας σε σχέση με τη Γενική Συνέλευση, στην οποία ισχύει η αρχή της θεσμικής ισοτιμίας των κρατών – μελών, συνιστά μία διαρρύθμιση,  η οποία δεν είναι  δημοκρατική. Είναι μια διευθέτηση που απηχεί το διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Το είδαμε αυτό και  στην πρόσφατη αντιπαράθεση γύρω από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και στον τρόπο ανάδειξης των μελών της πρώτης σύνθεσής  του. Το βλέπουμε επίσης πολύ συχνά  στον τρόπο με τον οποίο καλείται ο ΟΗΕ να νομιμοποιήσει ή να ανεχθεί διάφορες μορφές  στρατιωτικών επεμβάσεων, οι οποίες, από το 1989, έχουν εντυπωσιακά πολλαπλασιαστεί15.

8. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα που  αφορά ιδίως εμάς του Ευρωπαίους, είναι  βεβαίως η πολλαπλή ανεπάρκεια της  Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αναδεικνύεται έντονα μετά την απόρριψη της Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα με το γαλλικό και το ολλανδικό δημοψήφισμα. Ανεπάρκεια θεσμική, στρατηγική, αναπτυξιακή, κοινωνική. Παρατηρούμε  μία υποχώρηση της κοινωνικής Ευρώπης, μια υπαναχώρηση της πολιτικής Ευρώπης, αλλά μία προώθηση της φιλελεύθερης αντίληψης για την οικονομική Ευρώπη μέσα από την προσπάθεια να εγκριθεί το αρχικό κείμενο της  οδηγίας για την απελευθέρωση των υπηρεσιών που επιδίωξε να καταστεί το  νεοφιλελεύθερο οικονομικό «σύνταγμα»  μιας Ευρώπης  που δεν μπόρεσε ή δε θέλησε να αποκτήσει ένα ενιαίο, κωδικοποιημένο πολιτικό σύνταγμα. Η  συνταγματική κρίση της Ευρώπης φαίνεται συνεπώς να ξεπερνιέται εύκολα στο πεδίο του οικονομικού συντάγματος, να μετατρέπεται σε υποχώρηση στο πεδίο του κοινωνικού συντάγματος και σε πλήρη ακινησία στο πεδίο του πολιτικού συντάγματος16.

9. Αυτή η κατάσταση συνοδεύεται και από μία εξαιρετικά επικίνδυνη αντιστροφή της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Εμείς, μέσα στην «καντιανή», ας το πούμε έτσι, βεβαιότητα και αφέλειά μας, αντιλαμβανόμαστε το διεθνές  και το περιφερειακό σύστημα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σχεδόν ειδυλλιακά! Αντιλαμβανόμαστε τα Σύμφωνα του ΟΗΕ και κυρίως την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως έναν μηχανισμό που συνεχώς ενισχύει την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που παρέχει προστασία σταθερά μεγαλύτερη από αυτήν που παρέχει το εθνικό κράτος. Και αναμφίβολα εξακολουθεί να παίζει  πάρα πολύ σημαντικό ρόλο η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, και η προστασία της ιδιοκτησίας και η προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας οφείλουν πάρα πολλά στη νομολογία του Στρασβούργου17. Αυτό όμως είναι μία ελλιπής προσέγγιση, διότι τώρα πλέον εμφανίζεται μια νέα γενιά διεθνών συμβάσεων, μια νέα γενιά κειμένων του διεθνούς  soft law και μία νέα γενιά οδηγιών και κανονισμών  της Ευρωπαϊκής Ένωσης αντίστροφης κατεύθυνσης: που τείνει στον περιορισμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών18. Πολλές φορές μάλιστα, φτάνουμε στα όρια αντοχής του ευρωπαϊκού πολιτικού και νομικού πολιτισμού:

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, τυπικά ελλείψει νομικής βάσης, ακύρωσε την συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – ΗΠΑ για τη διαβίβαση των προσωπικών δεδομένων των επιβατών των πτήσεων από Ευρώπη προς ΗΠΑ19 και προκάλεσε ιδιαίτερη νευρικότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ  έθεσε προ νέων προβλημάτων το Συμβούλιο Υπουργών και τα κράτη – μέλη, τα οποία δεν μπορούν να «κρυφτούν», για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που αφορά το κράτος δικαίου, πίσω από την οντότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη δεν έχουμε την πλήρη απάντηση ούτε του Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ούτε του  Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ούτε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απέναντι στο φαινόμενο αυτό, αλλά όλα αυτά τα όργανα είναι ήδη ή θα βρεθούν πολύ σύντομα αντιμέτωπα με το νέο φαινόμενο των διεθνών περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα, πολύ κρίσιμα, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά θα έλεγα για όλο τον ευρωπαϊκό χώρο: Στην Ελλάδα είναι σε εξέλιξη δύο πολύ μεγάλες υποθέσεις που ερευνώνται: η υπόθεση εκτεταμένων υποκλοπών των συνομιλιών μέσω κινητών τηλεφώνων σε βάρος του πρωθυπουργού και κρατικών αξιωματούχων, αλλά και απλών πολιτών: Μια υπόθεση που συνδέεται με την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και με την εφαρμογή μιας εξαιρετικά προωθημένης, παγκοσμίου εμβελείας, τεχνολογίας για την συνακρόαση, μέσω πειρατικού λογισμικού που εισχωρεί στο λογισμικό των εταιριών κινητής τηλεφωνίας. Αυτό είναι αντικείμενο έρευνας δικαστικής και κοινοβουλευτικής, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες. Εμπλέκονται  πάντως πολυεθνικές εταιρίες, οι οποίες παρέχουν με το ίδιο λογισμικό, ίδιου τύπου υπηρεσίες σε πάρα πολλές χώρες και άρα είναι πιθανό εμείς να έχουμε ανακαλύψει ένα φαινόμενο που έχει πολύ ευρύτερη εφαρμογή.

Μας απασχολεί, επίσης, μια υπόθεση «απαγωγής» Πακιστανών: Μετά από τα τρομοκρατικά γεγονότα του 2003 στο Λονδίνο, καταγγέλθηκε ότι μία ομάδα Πακιστανών πολιτών που διαμένουν στην Ελλάδα, απήχθησαν προκειμένου να ανακριθούν, χωρίς τις εγγυήσεις  της προσωπικής ασφάλειας που προβλέπει ο Κώδικας Ποινικής Δικαιοσύνης,  το ελληνικό Σύνταγμα και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.  Για  το θέμα μάλιστα αυτό των απαγωγών και  ανακρίσεων χωρίς τις εγγυήσεις της προσωπικής ασφάλειας, διεξάγεται πανευρωπαϊκή κοινοβουλευτική έρευνα από ειδική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

10. Αυτά είναι θέματα που μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον δικαιοκρατικό και δημοκρατικό πυρήνα του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Άρα είμαστε υποχρεωμένοι να τα αξιολογήσουμε  και θεωρητικά. Τι μας λένε όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου; Ότι μέσα από ένα ιστορικό παράδοξο, όλη αυτή η κατάσταση σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο, αναδεικνύει ξανά την κρίσιμη βαθμίδα του εθνικού κράτους. Γιατί στην κρίσιμη βαθμίδα του εθνικού κράτους, γίνεται, με τον πιο απλό και απτό τρόπο, αντιληπτό και το πρόβλημα της ασφάλειας, αλλά και το πρόβλημα του σεβασμού και της κατοχύρωσης των ελευθεριών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άλλωστε  το εθνικό κράτος είναι και το πιο κρίσιμο πεδίο της σύγκρουσης των πολιτισμών, δηλαδή της σύγκρουσης των θρησκειών, των ιδεολογιών, των νοοτροπιών, των πεποιθήσεων στο εσωτερικό μιας κοινωνίας, η οποία είναι βεβαίως κάθε τί άλλο  παρά ομοιογενής. Είναι  μία πολυπολιτισμική κοινωνία, αλλά και μια κοινωνία η οποία παράγει κραυγαλέες ανισότητες στην μεταχείριση είτε των πολιτών της  είτε των πολιτών της και των αλλοδαπών. Και αυτό το βλέπουμε σε όλα τα κράτη: στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Γαλλία, παντού.  

Το εθνικό κράτος, είναι επίσης το πεδίο διαμόρφωσης των πιο πρόσφορων, και άρα των πιο προοδευτικών από την άποψη αυτή, πολιτικών συσχετισμών μέσω των οποίων μπορεί να επηρεαστεί η κατάσταση και σε περιφερειακό και σε διεθνές επίπεδο. Από πού θα προέλθει η υπέρβαση της κρίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Θα προέλθει μέσα από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που μπορεί να πάρει τις αναγκαίες μεγάλες πρωτοβουλίες. Αλλά για να είσαι μέλος του  Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, πρέπει να είσαι  είτε αρχηγός του κράτους είτε πρωθυπουργός μιας χώρας μέλους. Άρα,  μέσα από τον εθνικό συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων θα τεθούν τα θέματα και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το  ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο των μεγάλων βιομηχανικών χωρών (του G7 ή G8), και φυσικά στο επίπεδο του ΟΗΕ και της «παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης», εάν υποτεθεί ότι υπάρχει ένα τέτοιο επίπεδο που δυστυχώς  δεν υπάρχει ακόμη τουλάχιστον.

Ιστορικά αυτό νομίζω ότι εξηγείται: Στο επίπεδο του εθνικού κράτους διαμορφώθηκε αυτό το θεσμικό και πολιτιστικό κεκτημένο που ονομάζεται «δημοκρατικό κράτος δικαίου». Από το επίπεδο του εθνικού κράτους μεταφέρθηκε σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο και επανεκτελωνίστηκε στα εθνικά κράτη μέσω των μηχανισμών της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της δημοκρατίας. Μέσα συνεπώς από αυτή τη διπλή διαδικασία της «εξαγωγής» του μοντέλου του δημοκρατικού κράτους δικαίου και της «επανεισαγωγής» της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανυψώθηκε συνολικά σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, το κράτος δικαίου και η προστασία των ελευθεριών, άρα και η προστασία της ασφάλειας.

Τώρα συνεπώς  που αντιμετωπίζουμε ξανά πρόβλημα κράτους δικαίου, προφανώς και πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην ιστορική πηγή του φαινομένου του δημοκρατικού κράτους δικαίου. Πρέπει, λοιπόν, να δούμε πως αυτή η  επί δεκαετίες αμφισβητούμενη βαθμίδα του εθνικού κράτους μπορεί να λειτουργήσει ξανά προκειμένου να αναζωογονήσει τη βαθμίδα της περιφερειακής (πανευρωπαϊκής), αλλά και τη βαθμίδα της διεθνούς προστασίας των εγγυήσεων του δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Αυτό είναι ένα ανοιχτό, πολύ σημαντικό ζήτημα. Ένα κοινωνικό αίτημα. Και είναι  υποχρέωση της θεωρίας του δικαίου, της θεωρίας του κράτους και της θεωρίας της πολιτικής να κατανοήσει και να προσανατολίσει τις εξελίξεις, γιατί αλλιώς είναι η ίδια καταδικασμένη να τις παρακολουθήσει να κινούνται ερήμην της. Και αυτό δεν νομίζω ότι είναι ούτε η μοίρα των πολιτών, ούτε η μοίρα των διανοουμένων στην Ευρώπη του 21ου αιώνα.

 


1 Βλ. αντί άλλων J. Rivero,  Οι δημόσιες ελευθερίες. 1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου, Αθήνα – Κομοτηνή 1994, σελ. 30 επ. (ελλ. μετάφραση του Les Libertes publiques 1. Les droits de l’ homme, Paris, 1981)

 2Για το νόημα της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου, η οποία κατοχυρώνεται ρητά στο νέο άρθρο 25 παρ. 1 εδ.α’ του ελληνικού Συντάγματος, βλ. Ευ. Βενιζέλου, Το αναθεωρητικό κεκτημένο (Fab: η απόδοση στα γαλλικά είναι L’ acquis de la revision constitutionelle), Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σελ. 133 επ.

 3Βλ. Α. Μανιτάκη, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2004, σελ.217 επ.

4Βλ. Ι. Στεφανίδη, Ισορροπία των δυνάμεων και ηγεμονική πρόκληση, Θεσσαλονίκη 2006 σελ. 10 επ.

 5Βλ. Ευ. Βενιζέλου, Η σχέση δημοκρατίας, κράτους δικαίου και ασφάλειας ως πρόβλημα κυριαρχίας και άρα πολιτικής – Το παράδειγμα της ολυμπιακής ασφάλειας, σε: Χ. Ανθόπουλου – Ξ. Ι. Κοντιάδη – Θ. Παπαθεοδώρου (επιμ.), Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης, Αθήνα – Κομοτηνή, 2005, σελ. 37 επ.

 6Βλ. τις μελέτες που περιλαμβάνονται στον συλλογικό τόμο Χ. Ανθόπουλου – Ξ. Ι. Κοντιάδη – Θ. Παπαθεοδώρου (επιμ.), Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της διακινδύνευσης , ο.π.

 7Βλ. Ευ. Βενιζέλου, Από την αντιπροσωπευτική στην ψηφιακή δημοκρατία. Η δημοκρατία ως πεδίο της νέας πολιτικής, σε του ιδίου, Το μέλλον της δημοκρατίας και η αντοχή του Συντάγματος, Αθήνα, 2003, σελ. 42 επ.

8 Βλ. Ev. Venizelos, The Universality of the constitutional civilization and the necessity for a “politicization of globalization”  σε Ev. Venizelos – A. Pantelis (eds), Civilisations and public law, London, 2005, sel. 36 ep.

 9Βλ. Ev. Venizelos, The universality, o.π., σελ. 36-37

 10Βλ. Κ. Τσουκαλά, Πόλεμος και Ειρήνη. Μετά το «τέλος της ιστορίας», Αθήνα, 2006.

11Βλ. ενδεικτικά P.Boniface, Les Guerres de demain,Paris 2001, D. Zolo, Invoking Humanity, War, law and global  order, New York, 2002. Επίσης Κ. Τσουκαλά, Πόλεμος και ειρήνη, σ. 388 επ.

12Βλ. Ευ. Βενιζέλου,Από την αντιπροσωπευτική στην ψηφιακή δημοκρατία, ο.π., σελ.42 επ.

13Βλ. Ev. Venizelos, European Constitution. A chalenge for constitutional theory, σε ERPL/REDP, vol. 16, no 1, 2004, σελ. 19 επ.

14 Βλ. Ev. Venizelos, The universality, ο.π., σελ. 43 επ.

15Βλ. D. Zolo, Invoking Humanity, ο.π., σελ. 66 επ.

16 Βλ. Ev. Venizelos, The internationalisation of the Constitution and the “Constitutionalisation” of international law on the trajectory between law and politics, σε ERPL/REDD, vol. 18, no 1, 2006, σελ. 1-2.

17Ειδικότερα για τη θρησκευτική ελευθερία βλ. Γ Κτιστάκι, Θρησκευτική Ελευθερία και Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Αθήνα – Κομοτηνή, 2004.

 18Για το χώρο του ποινικού δικαίου βλ. Ε. Συμεωνίδου – Καστανίδου, Οργανωμένο έγκλημα και τρομοκρατία, 2006.

 19ΔΕΚ. 30.5.2006, C-317/04  C-318/04, σε εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τεύχ. 3, σελ. 356 επ., με σχόλιo του Β. Σωτηρόπουλου.

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2006Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2006