29 Μαρτίου 2006


Χαίρομαι που βρίσκομαι και πάλι, για δεύτερη χρονιά, με την ιδιότητα μου, του υπεύθυνου του τομέα απασχόλησης, κοινωνικής πολιτικής και υγείας του ΠΑΣΟΚ, στο συνέδριο σας που έχει καθιερωθεί ως ένα από τα πιο έγκυρα βήματα προβληματισμού για την πραγματικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας. Θέλω να συγχαρώ τον Γ. Κουτρουμάνη και όλη τη διοίκηση της Ομοσπονδίας για την ποιότητα του συνδικαλιστικού, αλλά και κοινωνικού, πολιτικού και επιστημονικού λόγου που εκφέρει.

Είναι ένα παράδειγμα στάσης του συνδικαλιστικού κινήματος και νομίζω ότι ο τόνος που δόθηκε από την εισήγηση επηρεάζει το σύνολο του προβληματισμού για τα θέματα αυτά.

Η σημερινή μας συζήτηση γίνεται στον απόηχο της χθεσινής συζήτησης στη Βουλή για την τροπολογία που κατατέθηκε γύρω από το ασφαλιστικό των τραπεζοϋπαλλήλων και αυτή η αντίφαση δίνει και το μέτρο της αξιοπιστίας όλων μας, γιατί ό,τι λέμε σε σχέση με την φύση και της ποιότητα των προβλημάτων και τον τρόπο αντιμετώπισης, πρέπει και να το αποδεικνύουμε. Άκουσα μόλις προηγουμένως τον Υπουργό Απασχόλησης να αναπτύσσει μία περίεργη γραμμική αντίληψη για την εξέλιξη της ιστορίας του ασφαλιστικού προβλήματος και για την κατανομή των ευθυνών. Κατά την αντίληψη αυτή η ευθύνη καταλογίζεται με κριτήριο τον χρόνο κατά τον οποίο ασκεί κάποιος την εξουσία. Δεν είναι αυτό το κριτήριο. Το κριτήριο είναι τι αποφάσεις πήρε και ποιος τις πήρε την κρίσιμη στιγμή. Γιατί μπορεί αποφάσεις που λαμβάνονται σε σύντομο χρόνο να έχουν καταλυτικές επιπτώσεις, μακροπρόθεσμες, για την βιωσιμότητα και την αντοχή του ασφαλιστικού συστήματος. Και αυτό δεν πρέπει  να το ξεχνάμε, πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα καχύποπτους.

Νομίζω ότι η βασική πρόσκληση και πρόκληση που μας απευθύνει η Ομοσπονδία των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία είναι να αντιληφθούμε ποια είναι τα πραγματικά αίτια του προβλήματος της κοινωνικής ασφάλισης γιατί από την κατανόηση του προβλήματος εκπηγάζει και η λύση του. Όταν κατανοείς ένα πρόβλημα, έχεις και τις διανοητικές και πολιτικές προϋποθέσεις να το λύσεις. Αλλά για να το καταφέρουμε αυτό, πρέπει να απαλλαγούμε από την ιδεοληψία, τα στερεότυπα και την κινδυνολογία που είναι στην εποχή μας ο σκληρός πυρήνας της συντηρητικής, δηλαδή της δεξιάς ιδεολογίας και αισθητικής.

Άκουσα τον κ. Τσιτουρίδη να επισείει με ήπιο τόνο, αλλά σκληρό περιεχόμενο την απειλή των 400 δις του αναλογιστικού ελλείμματος. Τι σημαίνει αυτό; Τι σημαίνει αναλογιστικό έλλειμμα 400 δις; Ότι θα μαζευτούν κάποια στιγμή οι δικαιούχοι της κοινωνικής ασφάλισης των επομένων πενήντα ετών, όλοι, σύσσωμοι, την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή, στο ταμείο για να ζητήσουν το σύνολο των δικαιωμάτων τους. Αυτό είναι το σχήμα. Είναι το σχήμα που αναλύει πολύ συχνά ο κ. Μητσοτάκης, για το τι σημαίνει το δημόσιο χρέος για το κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα, χωρίς κανείς να λέει στο παιδί αυτό τι περιουσία αποκτά ως συμμέτοχος όχι μόνο των ευθυνών του δημοσίου χρέους, αλλά και του συνόλου της εθνικής περιουσίας. Έλεος πια με τις αντιλήψεις αυτές. Ας θυμηθούμε τις  θεμελιώδεις αντιφάσεις της κυβερνητικής πρακτικής των τελευταίων δύο ετών:

  • Η κυβέρνηση επαναλαμβάνει σε όλους τους τόνους ότι το κοινωνικοασφαλιστικό είναι ένα μείζον πρόβλημα, κορυφαίο και κρίσιμο. Και πως το αντιμετωπίζει; Με μία οργανωμένη, συστηματική κινδυνολογία που προκαλεί ανασφάλεια. Στρώνει το χαλί για επεμβάσεις που μειώνουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα. Και βεβαίως το κλίμα αυτό προκαλεί κύμα φυγής, προκαλεί το ρεύμα των νέων συνταξιούχων που επιβαρύνει τα ασφαλιστικά ταμεία.
  • Η κυβέρνηση λέει ότι εφαρμόζει τους νόμους που βρήκε, ότι εφαρμόζει το νόμο 3029. Ο νόμος αυτός όμως προβλέπει την τριμερή χρηματοδότηση, προβλέπει το 1% του ΑΕΠ για το ΙΚΑ μόνο, προβλέπει μία σειρά από διαδικασίες όπως, για παράδειγμα, ειδική ρύθμιση για τα επικουρικά ταμεία των τραπεζοϋπαλλήλων. Τι εφαρμόζεται από τη νομοθεσία αυτή; Τίποτα που να είναι κρίσιμο και ουσιαστικό. Ο κ. Κουτρουμάνης εξήγησε προηγουμένως ποια είναι η φετινή υποχρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, από πού και πως λείπουν, εκ γενετής από τον προϋπολογισμό του 2006, 2 δις Ευρώ για το ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία.
  • Η κυβέρνηση λέει ότι υπάρχει ανάγκη εξορθολογισμού του συστήματος και ταυτόχρονα προωθεί μέτρα, όπως η εθελουσία έξοδος στον ΟΤΕ, αλλά και λανθάνουσες εθελούσιες έξοδοι, όπως αυτή της Εθνικής Τράπεζας.
  • Η κυβέρνηση λέει ότι είναι έτοιμη να μας καλέσει σε ένα διάλογο, αλλά η εντύπωση μου είναι ότι θέλει να μας καλέσει σε ένα «ιατρικό συμβούλιο» προκειμένου να διαπιστώσουμε την μειωμένη αντοχή του ασθενούς και να επέμβουμε με χειρουργικό τρόπο, άρα ενδεχομένως να «ακρωτηριάσουμε» δικαιώματα τα οποία αυτή τη στιγμή υφίστανται. Κάθε δύο μήνες ακριβώς έχουμε αλλαγή της κυβερνητικής πρότασης για το πλαίσιο διαλόγου και συνεννόησης. Πριν από αρκετούς μήνες, πέρυσι το Πάσχα, είχαμε την πρώτη πρωτοβουλία της κυβέρνησης που ήθελε να αναθέσει στην ΟΚΕ την οργάνωση και τη διεξαγωγή του διαλόγου. Έκτοτε περιμένουμε επί μήνες τους αρμοδίους υπουργούς να έρθουν στη Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής, προκειμένου να παρουσιάσουν υπεύθυνα, στο Κοινοβούλιο και άρα στους πολίτες, την αντίληψη της κυβέρνησης για το διαδικαστικό πλαίσιο και την ιεράρχηση των ουσιαστικών προβλημάτων. Περιμένουμε μάταια. Στη συνέχεια ακούμε ότι θα μπορούσε η Εθνική Αναλογιστική Αρχή με προϋποθέσεις ανεξαρτησίας να αναλάβει ένα πολύ σημαντικό έργο. Βλέπουμε όμως ότι ουσιαστικά η Εθνική Αναλογιστική Αρχή παραμένει αδρανής. Βλέπουμε ότι η Επιτροπή για τα βαρέα και ανθυγιεινά έχει εγκαταλειφθεί τα τελευταία δύο χρόνια.
  • Και ενώ η κυβέρνηση – να μία ακόμα αντίφαση- επικαλείται συνεχώς την ανάγκη έγκυρων και επικαιροποιημένων αναλογιστικών μελετών, προβαίνει σε σημαντικές ρυθμίσεις που «σαλαμοποιούν» το πρόβλημα και υπονομεύουν εντέλει το ΙΚΑ και το ΕΤΕΑΜ ψηφίζοντας την χθεσινή τροπολογία με επίκληση «οικονομικών» μελετών που φυσικά πολύ απέχουν από τις αναλογιστικές μελέτες, γιατί ουσιαστικά είναι ένα πρόσχημα που επιτρέπει στην κυβέρνηση να υπολογίζει κατ’ αποκοπήν εργοδοτικές υποχρεώσεις.
  • Έτσι όμως δεν γίνεται. Εμείς είμαστε έτοιμοι να συμπράξουμε σε μία υπεύθυνη και συστηματική προσέγγιση του κοινωνικοασφαλιστικού προβλήματος, αλλά θέλουμε φυσικά να έχουν εκπληρωθεί μία σειρά από προϋποθέσεις.

    • Η πρώτη προϋπόθεση είναι να τηρούνται οι υφιστάμενες και νομοθετημένες υποχρεώσεις του κράτους απέναντι στο ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία. Θέλουμε να εκπληρώνονται όλες οι υποχρεώσεις του κράτους σε σχέση με την τριμερή χρηματοδότηση.
    • Δεύτερον, θέλουμε να ενεργοποιηθεί επιτέλους η Εθνική Αναλογιστική Αρχή με όλες τις θεσμικές εγγυήσεις που πρέπει να την περιβάλλουν.
    • Τρίτον, θέλουμε να παύσουν οι συστηματικές ενέργειες υπονόμευσης των ασφαλιστικών ταμείων και κυρίως του ΙΚΑ, όπου εντέλει καταλήγουν όλα αυτά.
    • Τέταρτον, θέλουμε να ενημερωθεί υπεύθυνα η Βουλή, αν όχι η ολομέλεια, τότε η αρμόδια Διαρκής Επιτροπή.
    • Και πέμπτον, θέλουμε να αναγνωριστεί ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων. Ακόμη περιμένει η ΟΚΕ απάντηση στο τελευταίο έγγραφο της προς την κυβέρνηση, όπου δήλωσε την προθυμία της να αναλάβει ένα ρόλο συντονισμού των μελετών και όχι του διαλόγου, γιατί βεβαίως το φόρουμ του διαλόγου είναι η συλλογική αυτονομία, είναι η συλλογική σύμβαση. Και πως είναι δυνατόν η κυβέρνηση ρητορικά να δηλώνει ότι σέβεται το έργο των κοινωνικών εταίρων, όταν στην πράξη υπονομεύει τη συλλογική αυτονομία, καταργεί συλλογικές συμβάσεις. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση από τη μια μεριά να προωθεί τη ρύθμιση για το ασφαλιστικό των τραπεζών διευκολύνοντας τις τραπεζικές επιχειρήσεις στην αποτύπωση των λογιστικών τους δεδομένων, στην εξυγίανση τους και στον εξωραϊσμό του και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να επηρεάζει με διοικητές που η ίδια διορίζει τις πολύ μεγάλες τράπεζες να συνάψουν κρατική σύμβαση με την ΟΤΟΕ. Πώς είναι δυνατόν να ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι μπορεί να εγγυηθεί μια κοινωνική συνεννόηση, όταν ενθαρρύνει την αδιαλλαξία του ΣΕΒ που δεν συμπράττει στην σύναψη μιας δίκαιης και εφαρμόσιμης Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.
Ας σκεφθούμε το ζήτημα με άλλους όρους: Και η εισήγηση της ομοσπονδίας ουσιαστικά θέτει ένα άλλο μεθοδολογικό και αξιακό πλαίσιο. Εάν η κυβέρνηση αποδέχεται την εισήγηση της Ομοσπονδίας των εργαζομένων στα ασφαλιστικά ταμεία ως μέθοδο, ως τρόπο προσέγγισης, ως έγκυρη καταγραφή προβλημάτων, ας μας το πει. Και αν αποδέχεται αυτό το κείμενο που παρουσιάστηκε τώρα ως βάση συζήτησης, εμείς είμαστε να πάμε αύριο στη Διαρκή Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής και να συζητήσουμε υπεύθυνα και τεκμηριωμένα, αλλά πάνω σε μία τέτοια βάση. Όποιος δεν αποδέχεται αυτή τη προσέγγιση, αυτή την καταγραφή, αυτή την αντίληψη που είναι αυταπόδεικτη, αναπτύσσει ένα λόγο γεμάτο υποκρισίες, παραπλανήσεις και υπεκφυγές. Εμείς έχουμε πλήρη συνείδηση της ευθύνης μας, έχουμε πλήρη συνείδηση λανθασμένων χειρισμών και επιλογών που έγιναν στο παρελθόν, αλλά βεβαίως αυτά έχουν καταλογιστεί πολιτικά. Και δεν δέχομαι τώρα να γίνομαι αποδέκτης μίας πρότασης, να οργανώσουμε με διαφορετικό δήθεν τρόπο την απογραφή του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος της χώρας, όταν η μείζων απογραφή για τα δημοσιονομικά ζητήματα της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της ανεργίας που είναι στον πυρήνα του προβλήματος της κοινωνικής ασφάλισης έγινε με τον τρόπο που έγινε. Δηλαδή «σκάφθηκε ο λάκκος» προκειμένου να πέσει μέσα η ανάμνηση των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και τελικά στο λάκκο αυτό έπεσαν οι προοπτικές της χώρας, οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας, οι ρυθμοί αύξησης του εισοδήματος των νοικοκυριών και τελικά έπεσε στο λάκκο αυτό βεβαίως και η πολιτική προοπτική και δυναμική της κυβέρνησης.

Γιατί αλλάζει τρόπο προσέγγισης σε σχέση με την απογραφή η κυβέρνηση; Γιατί βεβαίως αντελήφθη πως λειτούργησε η προηγούμενη μέθοδος ως μπούμερανγκ. Είτε λοιπόν θα παραδεχθεί το λάθος, θα το ομολογήσει και θα ζητήσει συγγνώμη και τότε θα αποκτήσει κάποιο τεκμήριο ειλικρίνειας, είτε θα επιμείνει σε αυτή την αντιφατική της στάση, οπότε και εμείς έχουμε το δικαίωμα να είμαστε επιφυλακτικοί και καχύποπτοι.

Εγώ εισπράττω ως μία πολύ θετική πρόσκληση αυτό που έκανε σήμερα η Ομοσπονδία των Εργαζομένων στα Ασφαλιστικά Ταμεία και επαναλαμβάνω την δική μου πρόταση εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ και περιμένω απάντηση της κυβέρνησης. Εμείς είμαστε αυτοί που επισπεύδουμε, εμείς είμαστε αυτοί που παίρνουμε την πρωτοβουλία και περιμένουμε ανταπόκριση. Αν δεν υπάρχει ανταπόκριση, έχουμε νομίζω μία περαιτέρω απόδειξη της πραγματικής στάσης της κυβέρνησης σε ένα από τα κρισιμότερα θέματα που απασχολούν κάθε έλληνα πολίτη».

 


* Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Ξενοδοχείο Τιτάνια
 

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2006Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2006