31 Μαρτίου 2006


«Συνταγματική αναθεώρηση και κατοχύρωση της δημόσιας δωρεάν παιδείας»

                                                                          
Φίλες και φίλοι, συναδέλφισσες και συνάδελφοι, συγχαίρω την ΠΑΣΠ για τη διοργάνωση αυτής της εκδήλωσης, της εύχομαι καλή επιτυχία στις επόμενες φοιτητικές εκλογές
και χαίρομαι γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να βρεθώ και πάλι σ’ αυτές τις γνώριμες αίθουσες, στο μεγάλο αμφιθέατρο της Νομικής, σε χώρους όπου πέρασα πολλά χρόνια της ζωής μου ως φοιτητής, αλλά και ως δάσκαλος.

Και χαίρομαι γιατί βλέπω στα πρόσωπά σας τη δική μας συνέχεια, βλέπω τα αγόρια και τα κορίτσια που συνεχίζουν τους ίδιους προβληματισμούς, νιώθουν τις ίδιες αγωνίες και έχουν τις ίδιες ή ακόμη ισχυρότερες ελπίδες μ’ αυτές που είχαμε και εμείς πριν από μερικές δεκαετίες.

Χαίρομαι γιατί μιλάω σήμερα εδώ με το δάσκαλό μου το Γιάννη το Μανωλεδάκη, συνάδελφό μου στη συνέχεια στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης για πολλά χρόνια. Ο Γιάννης Μανωλεδάκης είναι ο άνθρωπος που αποτελεί πραγματικά το υπόδειγμα του ακαδημαϊκού δασκάλου από κάθε άποψη, είναι η προσωποποίηση του ακαδημαϊκού ήθους και έχουν πολύ μεγάλη βαρύτητα αυτά που λέει, μαζί με τη σοφία του στη νομική επιστήμη και ιδίως στο ποινικό δίκαιο.

Χαίρομαι γιατί βλέπω εδώ συναδέλφους από άλλες σχολές και από τις πρυτανικές αρχές, τις νυν και τις επόμενες. Χαίρομαι γιατί βλέπω εδώ το φίλο μου το Γιάννη το Χαρδαλιά με τον οποίο ήμασταν μαζί στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου φοιτητών Νομικής μετά τη μεταπολίτευση.

Και χαίρομαι γιατί έχετε επιλέξει ένα πολύ κρίσιμο θέμα, το ζήτημα που αφορά το μέλλον του πανεπιστημίου σε συνδυασμό με την αναθεώρηση του συντάγματος.

Ξέρετε ίσως έχουμε χάσει την αίσθηση της αυστηρότητας και της σημασίας του Συντάγματος και βλέπουμε το Σύνταγμα ως κάτι πάρα πολύ απλό και εύχρηστο, ενώ η αλήθεια είναι ότι το Σύνταγμα με την αυστηρότητά του είναι η πιο σοβαρή εγγύηση που εξακολουθεί να περιβάλει την εθνική υπόσταση, τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος.

Η αλήθεια όμως είναι ότι το 2001 συντελέστηκε κάτι πάρα πολύ σοβαρό στη χώρα μας. Που δεν το έχουμε πει με την καθαρότητα που πρέπει. Ολοκληρώθηκε μόλις το 2001 η μεταπολίτευση του 1974 στο επίπεδο των συνταγματικών θεσμών και του θεμελιώδους χάρτη της χώρας. Γιατί μόλις το 2001 οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις της χώρας συμφώνησαν, διαμορφώνοντας μια ευρύτερη συναίνεση, ότι λίγο πολύ αυτό είναι ένα ευρύτατα αποδεκτό πλαίσιο:  ΝΔ αναγκάστηκε να αποδεχθεί τη διάρθρωση της εκτελεστικής εξουσίας, ιδίως το ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσα σε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα, όπως το διαμόρφωσε η αναθεώρηση του 1986 που είχε προκαλέσει μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα. Και το ΠΑΣΟΚ δέχθηκε, και ταυτόχρονα ενίσχυσε ακόμα περισσότερο το κεφάλαιο των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Διαμορφώθηκε έτσι  μια κοινή βάση, η οποία δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πολιτικές διαφωνίες, ιδεολογικές διαφωνίες, αισθητικές διαφορές, αλλά βασίζεται στην παραδοχή ότι το Σύνταγμα είναι πλαίσιο άσκησης πολιτικής και όχι μέσο άσκησης πολιτικής. Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία το Σύνταγμα να είναι και ευρύχωρο και ανθεκτικό, αλλά και αμετακίνητο στις βασικές και θεμελιώδεις αξίες του. Και είναι πραγματικά κρίμα που από το 2001 έως το 2006 δεν έχει γίνει κτήμα του κάθε πολίτη το αναθεωρητικό κεκτημένο του 2001.

Δυστυχώς συζητούμε πάρα πολύ για δύο τρεις διατάξεις που αφορούν λίγες δεκάδες ανθρώπων και επιχειρήσεων: για το «βασικό μέτοχο»,  για το επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, λες κι αυτό είναι η αγωνία και η φροντίδα του κόσμου, και δεν ενημερώνουμε τους πολίτες για τα δικαιώματά τους, από την αντίρρηση συνείδησης μέχρι την υποχρέωση απάντησης της διοίκησης μέσα σε εξήντα μέρες και από την προστασία του ιδιωτικού βίου μέχρι την προστασία του απορρήτου των τηλεπικοινωνιών. Και έπρεπε να φτάσουν κάποιες  πρόσφατες υποθέσεις στη δημοσιότητα, π,χ  η υπόθεση των Πακιστανών, για να καταλάβουμε τι σημασία έχουν οι διατάξεις του άρθρου 6 του ελληνικού Συντάγματος που επιβάλλουν ο συλλαμβανόμενος να οδηγείται το αργότερο μέσα σε 24 ώρες ενώπιον του αρμοδίου ανακριτή, ενώ την ίδια στιγμή στη Μεγάλη Βρετανία η κυβέρνηση πρότεινε το διάστημα αυτό να είναι 90 ημέρες. Για να καταλάβετε τη διαφορά ποιότητας των δύο εννόμων τάξεων.

Και έπρεπε να βγει στην επιφάνεια, στον αφρό το σκάνδαλο των υποκλοπών και ως σκάνδαλο διενέργειας υποκλοπών και ως αυταπόδεικτο σκάνδαλο συγκάλυψης των υποκλοπών για να καταλάβουμε ότι έχουμε το Σύνταγμα που κατοχυρώνει αυστηρότερα και ισχυρότερα από οποιοδήποτε ευρωπαϊκό σύνταγμα και τον ιδιωτικό βίο και το προσωπικό απόρρητο και το απόρρητο των τηλεπικοινωνιών και όταν όλοι συζητούν σήμερα για την ΑΔΑΕ πρέπει να ομολογούν ότι αυτή την ανεξάρτητη αρχή διασφάλισης του απορρήτου των επικοινωνιών η αναθεώρηση του 2001 την προέβλεψε και την επέβαλε στο άρθρο 19 παράγραφος 2.

Άρα  πρέπει να οργανωθεί  ένα πολύ μεγάλο κίνημα  ενημέρωσης του κόσμου, γιατί αν δεν ξέρεις ποιο είναι το κεκτημένο που έχεις δεν το αφομοιώνεις. Επιστημονικά, νομολογιακά, δεν έχει περάσει ακόμα στους πόρους του νομικού μας συστήματος, στις σκέψεις των δικαστικών αποφάσεων η μεγάλη πρόοδος που επιτεύχθηκε το 2001 σε σχέση με το κράτος δικαίου, το κοινωνικό κράτος, σε σχέση με νέους θεσμούς διαφάνειας, σε σχέση με νέους θεσμούς συναίνεσης. Δεν έχουμε καταλάβει τι σημαίνει για τον πολιτικό μας πολιτισμό στην Ελλάδα, μόνη χώρα στην Ευρώπη, το εκλογικό σύστημα να μην μπορεί να μεταβληθεί παρά μόνο με πλειοψηφία 2/3. Τι σημαίνει σε μια χώρα όπως η Ελλάδα οι ανεξάρτητες αρχές να εκλέγονται με πλειοψηφία 4/5. Τι σημαίνει σε μια χώρα όπως η Ελλάδα,  τη στιγμή που διεθνώς η πίεση είναι να περιοριστούν οι ελευθερίες, να ενισχύονται οι ελευθερίες με την αναθεώρηση του 2001. Τι σημαίνει για την Ελλάδα να θωρακίζεται συνταγματικά το κοινωνικό κράτος με νέα δικαιώματα, με νέες αρχές, τη στιγμή που η συζήτηση στην Ευρώπη είναι η δημοσιονομική και δημογραφική κρίση του κοινωνικού κράτους.

Αυτές είναι επιλογές πολύ σημαντικές, οι οποίες δυστυχώς δεν έχουν περάσει στην κοινή γνώμη στο βαθμό που πρέπει. Και γι’ αυτό υπάρχει η τάση να αναδεικνύονται τα κενά. Και κενά πάντα υπάρχουν και αντιφάσεις πάντα θα υπάρχουν. Γιατί  πρέπει να καταλάβουμε ότι η αναθεώρηση δεν είναι εργαστηριακό προϊόν, δεν είναι μια άσκηση θεωρητική, είναι μια πολιτική διαδικασία πολύ σκληρή. Αλλά για να αναθεωρήσεις το σύνταγμα τι χρειάζεται πριν από οτιδήποτε άλλο; Να έχεις την πλειοψηφία. Και ποια πλειοψηφία απαιτείται; Η πλειοψηφία των 3/5. Άρα ή θα έχεις ευρεία πλειοψηφία και συναίνεση, ή θα έχεις σεμινάρια, αλλά όχι αναθεώρηση. Και ευτυχώς. Γιατί αυτό είναι που καθιστά το Σύνταγμα αυστηρό και το επιβάλλει ως όπλο στα χέρια των αδικουμένων, των αδυνάτων, γιατί το Σύνταγμα είναι πάντα μια επίκληση. Ξέρετε γιατί η πρώτη κυβέρνηση της ΝΔ το 1975 έφερε τα πράγματα έτσι ώστε το νέο Σύνταγμα της χώρας να έχει 120 άρθρα, ενώ το προδικτατορικό μας σύνταγμα είχε 114 άρθρα; Γιατί το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος του ’52 είχε γίνει σύνθημα στα χείλη μιας ολόκληρης γενιάς που φώναζε 1-1-4 ζητώντας την εφαρμογή του Συντάγματος. Και δεν έπρεπε το Σύνταγμα το καινούριο να έχει 114 αλλά 120 άρθρα για έναν βασικό λόγο, για να χαλάσει το σύνθημα. Και εμείς πρέπει να ζητούμε και να διεκδικούμε την εφαρμογή του Συντάγματος σε όλα τα επίπεδα, γιατί πάντα υπάρχουν περιθώρια.

Και λένε ψέμα όσοι ισχυρίζονται ότι παρεμποδίζει την πρόοδο ή την εξέλιξη το Σύνταγμα. Σε κανένα θέμα δεν την παρεμποδίζει την πρόοδο. Εμποδίζει το Σύνταγμα την ολοκλήρωση της θρησκευτικής ελευθερίας; Εμποδίζει το Σύνταγμα τη ρητή κατάργηση μεταξικών, αντισυνταγματικών νόμων που παραβιάζουν τη θρησκευτική ελευθερία και την ισότητα των πολιτών; Όχι. Παρεμποδίζει το Σύνταγμα την εξέλιξη της ανώτατης εκπαίδευσης, την πρόοδό της, την ανταγωνιστικότητά της, την μεταμόρφωση του πανεπιστημίου, του δημόσιου πανεπιστημίου που έχουμε στην Ελλάδα σε ένα θύλακα έρευνας, γνώσης που να πρωτοπορεί στην σημερινή οικουμενική κοινωνία της πληροφορίας και της γνώση; Όχι βεβαίως, όπως δεν εμπόδισε και πολλές άλλες εξελίξεις σε άλλα θέματα, όπου υπήρχε ωριμότητα. Το ΑΣΕΠ πρώτα θεσμοθετήθηκε νομοθετικά και μετά κατοχυρώθηκε συνταγματικά.

Άρα λοιπόν στο δίλημμα συνταγματική αυτοσυνειδησία, που σημαίνει ιστορική και πολιτική αυτοσυνειδησία ή συνταγματικός και αναθεωρητικός οίστρος, η απάντηση είναι πρώτα αυτοσυνειδησία και μετά αναθεωρητικός οίστρος. Γιατί δεν υπάρχουν ουδέτερες μεταρρυθμίσεις. Οι μεταρρυθμίσεις έχουν πρόσημο. Και βλέπουμε τι σημαίνουν οι « μεταρρυθμίσεις »  του κ. Καραμανλή οι εντός εισαγωγικών που έχουν μετατραπεί σε ιλαροτραγωδία με τους νόμους να καταρρέουν ή να μένουν ανεφάρμοστοι για τις ΔΕΚΟ, για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, για το ασφαλιστικό των τραπεζών, για την εθελουσία έξοδο στον ΟΤΕ. Και αρχίζει τώρα η νέα γενιά των διορθωτικών νόμων που είναι αντισυνταγματικοί και που θα είναι ανεφάρμοστοι. Και έτσι έχουμε το τραγικό, το κωμικοτραγικό αδιέξοδο της πολιτικής των δήθεν μεταρρυθμίσεων.

Άρα χρειάζεται να έχουμε πρόσημο, να έχουμε ταυτότητα ιδεολογική. Υπάρχουν αριστερές και δεξιές μεταρρυθμίσεις, προοδευτικές και συντηρητικές μεταρρυθμίσεις και πρέπει να ξέρουμε ότι δεν παίζουμε με το Σύνταγμα. Διότι αν όλοι  με ιστορική αφέλεια, βρεθούμε στη Βουλή αυτή και πούμε ναι ας αναθεωρήσουμε για παράδειγμα το άρθρο 16 για την εκπαίδευση, τότε η επόμενη Βουλή με απλή πλειοψηφία θα μπορέσει να διαμορφώσει τις διατάξεις όπως θέλει.

Και εμείς είμαστε βέβαιοι ότι η πλειοψηφία της επόμενης Βουλής θα είναι το ΠΑΣΟΚ. Όμως ούτε το ΠΑΣΟΚ στην επόμενη Βουλή πρέπει να μπορεί μόνο,  του με τη δική του συνηθισμένη πλειοψηφία να αναθεωρήσει το Σύνταγμα. Γιατί πρέπει να αυτοσυκρατείται και η αυτοσυγκράτησή του θα είναι προοδευτικού χαρακτήρα. Γι’ αυτό πρέπει η πλειοψηφία των 3/5 να παραμείνει για την επόμενη Βουλή, για να υπάρχει ωριμότητα, σωφροσύνη, συναίνεση. Και πρέπει να ξέρετε ότι η αριστερά στην Ευρώπη είναι πάντα δύναμη προόδου, αλλαγής, είναι μια δύναμη ριζοσπαστική και ανατρεπτική, αλλά υπάρχουν στιγμές που πρέπει να είναι και δύναμη αμυντική και εγγυητική δικαιωμάτων και κατακτήσεων.

Γι’ αυτό  το πρώτο είναι να μάθουμε τι έχουμε και να υπερασπιστούμε το κεκτημένο μας το θεσμικό, το πολιτικό, το κοινωνικό. Γιατί όταν δεν υπερασπίζεσαι το έργο σου, αυτό σε εκδικείται. Αυτό ισχύει για χώρες, ισχύει και για κόμματα όπως ξέρετε. Και βεβαίως το δεύτερο είναι να διαμορφώσουμε προτάσεις που να αποστομώνουν την άλλη πλευρά.

Σχέσεις κράτους και εκκλησίας, γίνεται πολύ μεγάλη συζήτηση. Λέει η επιστήμη, το ξέρετε, το άρθρο 3 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την ορθόδοξη εκκλησία ως εκκλησία της επικρατούσας θρησκείας δεν συνιστά περιορισμό στην απόλυτη εφαρμογή της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας του άρθρου 13. Είναι άλλο το περιεχόμενό του, ρυθμίζει τις σχέσεις εκκλησίας της Ελλάδας και οικουμενικού πατριαρχείου. Και όταν λέει « επικρατούσα θρησκεία»,   λέει η επιστήμη,  δεν εννοεί επίσημη ή κρατική θρησκεία που χρωματίζει το κράτος, αλλά απλώς θρησκεία της πλειοψηφίας που δεν επιτρέπει θρησκευτικό χρωματισμό και επιβάλει στην εκκλησία πολιτική ουδετερότητα. Και έχω προτείνει εγώ: «Ελάτε λοιπόν να βάλουμε στην επόμενη αναθεώρηση κάτω από το άρθρο 3 μια ερμηνευτική δήλωση που να λέει, ότι επικρατούσα θρησκεία δεν είναι η επίσημη ή κρατική θρησκεία που επιτρέπει θρησκευτικό χρωματισμό, αλλά είναι απλώς η πλειοψηφία και άρα έχει περιγραφικό χαρακτήρα και άρα δεν μπορεί η διάταξη αυτή να χρησιμοποιείται ως περιορισμός της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας στη σημερινή εποχή».

Δεύτερον, να πούμε ότι το άρθρο 3 που υπάρχει για λόγους ιστορικούς δεν θεμελιώνει ούτε δικαιολογεί περιορισμούς και κάμψεις του άρθρου 13 που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία και ισότητα. Ποιος μπορεί να αρνηθεί την άποψη αυτή; Μπορεί να την αρνηθεί η εκκλησία; Με τι επιχείρημα; Δεν την αρνείται σε μια σοβαρή και αξιόπιστη συζήτηση. Μπορεί να το αρνηθεί αυτό η ΝΔ; Με ποια επιχειρήματα; Πιστεύω ότι τέτοιες προτάσεις είναι προτάσεις οι οποίες και στόχο έχουν και περιεχόμενο πολιτικό και δύσκολα αντικρούονται και μπορούν να ψηφιστούν, αλλιώς απλώς δεν θα διαμορφώσουμε την πλειοψηφία που απαιτείται και θα αφήσουμε τα πράγματα ακίνητα.

Και έρχομαι τώρα -για να μη σας κουράζω πολύ- στο τεράστιο θέμα του ελληνικού πανεπιστημίου. Tο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο βρίσκεται σε μια μεγάλη κρίση. Το πανεπιστήμιο είναι ο κορυφαίος κοινωνικός θεσμός της βιομηχανικής κοινωνίας. Στη μεταβιομηχανική, τη μετανεοτερική εποχή υφίσταται διεθνώς μια τεράστια κρίση και πίεση. Αμφισβητούνται οι βασικές του λειτουργίες. Η εκπαιδευτική του λειτουργία αμφισβητείται από πολλές άλλες εκπαιδευτικές δραστηριότητες μη πανεπιστημιακές, μη επίσημες πολλές φορές. Οι ερευνητικές του δραστηριότητες αμφισβητούνται γιατί υπάρχουν ερευνητικά κέντρα και  ιδιωτικές εταιρίες που προχωρούν πολύ πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη επιτυχία. Η συμβολική και κοινωνική λειτουργία αμφισβητείται. Ο φτωχός αγρότης ήθελε να δει το γιο του να παίρνει ένα πτυχίο για να διοριστεί καθηγητής στη μέση εκπαίδευση ή να τον δει γιατρό, δικηγόρο, μηχανικό. Τώρα υπάρχουν γονείς που θέλουν να δουν τα παιδιά τους να κινούνται στο χώρο του χρηματιστηρίου ή στο χώρο της επικοινωνίας. Γιατί το πολύ χρήμα και η μεγάλη δημοσιότητα έχουν μεγαλύτερη σημασία από ένα πτυχίο που πιστοποιεί κάποια γνώση ή από ένα μεταπτυχιακό. Άρα βρίσκονται σε αμφισβήτηση όλες οι λειτουργίες.

Ποιο είναι λοιπόν το πολιτικό αίτημα του δημόσιου πανεπιστημίου στην Ελλάδα; Είναι διπλό. Από τη μια μεριά να ολοκληρωθεί σε σχέση με το ευρωπαϊκό μοντέλο πανεπιστημίου, γιατί πάντα είχε κάποιες υστερήσεις και από την άλλη να υπερβεί την κρίση του ευρωπαϊκού μοντέλου και να πάει ξανά στην πρωτοπορία κερδίζοντας χρόνο. Γιατί αν πρόκειται να ακολουθήσει σταδιακά τις φάσεις θα είναι πάντα πίσω, πάντα με καθυστέρηση. Άρα και ολοκλήρωση και υπέρβαση.

Το πρώτο αίτημα λοιπόν είναι να αλλάξουμε το Σύνταγμα; Αυτό είναι το θέμα; Δηλαδή αν αλλάξουμε το Σύνταγμα θα αλλάξει η κατάσταση του ελληνικού πανεπιστημίου; Δεν το πιστεύω. Πιστεύω ότι όλα μπορούν να γίνουν και με το ισχύον σύνταγμα. Πρέπει όμως να αποστομώνουμε και αυτούς που πιστεύουν από λάθος, καλόπιστα λέω εγώ, παρ’ ότι υπάρχει πάντα και μια κουτοπόνηρη προσέγγιση των θεμάτων αυτών, ότι εάν το Σύνταγμα επιτρέπει τα μη κερδοσκοπικά, μη κρατικά πανεπιστήμια θα γίνει μια «κοσμογονία»,  η οποία θα δώσει απάντηση στη φοιτητική μετανάστευση, στην αδυναμία απορρόφησης υποψηφίων φοιτητών, στη δημιουργία νέων επιχειρηματικών ευκαιριών και νέων επενδύσεων στην Ελλάδα λες και τους εμποδίζει αυτό.

Όταν συζητούμε λοιπόν για τα θέματα αυτά πρέπει να θέτουμε τις προτεραιότητες.

Η πρώτη προτεραιότητα για το ελληνικό πανεπιστήμιο αυτή τη στιγμή είναι κατά τη γνώμη μου η χρηματοδότησή του με τη γενναιοδωρία που απαιτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Δεύτερον,  η πλήρης και απόλυτη χειραφέτησή του από το υπουργείο Παιδείας. Η πλήρης αυτοδιοίκηση πρέπει να γίνει πράξη.

Τρίτον,  η κατάργηση της δήθεν ομοιομορφίας και ομοιοτυπίας των πανεπιστημίων. Πρέπει το κάθε πανεπιστήμιο, το κάθε δημόσιο πανεπιστήμιο να αναπτύσσει ελεύθερα τη φυσιογνωμία του, ανάλογα με το μέγεθός του, την παράδοσή του, τα κέντρα αριστείας που έχει. Δεν χρειάζεται το πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, το μεγαλύτερο και το μικρότερο, να έχουν την ίδια μορφή.

Τέταρτον,  χρειάζεται χειραφέτηση του λυκείου από τις εισαγωγικές εξετάσεις. Μια άλλη αντίληψη για το λύκειο, μια άλλη αντίληψη για τη σχέση γυμνασίου και λυκείου, ώστε το κάθε νέο παιδί να νιώθει ότι κάτι κάνει στο λύκειο και ότι δεν ζει απλώς το άγχος των εισαγωγικών εξετάσεων.

Και αφού λυθούν αυτά τότε να απαντήσουμε στο ερώτημα: Υπάρχει κανείς στην Ελλάδα που διατείνεται σοβαρά ότι στην Ευρώπη αλλά και στην Αμερική υπάρχουν ιδιωτικά πανεπιστήμια με τη μορφή επιχείρησης,  όπως τώρα υπάρχουν στην Ελλάδα  επιχειρήσεις με κέντρα ελευθέρων σπουδών ή ΙΕΚ που ενδεχομένως νομίζουν ότι  μπορούν να συστήνουν και να λειτουργούν πανεπιστήμια; Προφανώς όχι. Σε καμία σοβαρή χώρα του κόσμου και κυρίως στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ δεν υπάρχει ιδιωτικό επιχειρηματικό πανεπιστήμιο. Αυτό που ορισμένοι εμφανίζουν ως ιδιωτικό πανεπιστήμιο είναι θεσμοί ιδρυματικοί, κοινωνικοί, υπό δημόσιο έλεγχο, που έχουν δημιουργηθεί σταδιακά επί , τρεις και πλέον αιώνες, με συσσωρευμένη κοινωνική περιουσία, με υψηλό βαθμό αυτονομίας,  αλλά βεβαίως κάθε χώρα και κάθε κοινωνία έχει την παράδοσή της.

Πού είναι στην Ελλάδα ο ευεργέτης και ο δωρητής, ο χορηγός ο οποίος θα αναλάβει το κόστος ίδρυσης και λειτουργίας ενός πανεπιστημίου; Γιατί πανεπιστήμιο σημαίνει τρεις τουλάχιστον σχολές. Σημαίνει τουλάχιστον τις βασικές σχολές. Σημαίνει να έχεις υποδομή για τα εργαστήρια του πολυτεχνείου και της φυσικομαθηματικής. Σημαίνει να έχεις επένδυση με κόστος. Δεν σημαίνει μόνο διοίκηση επιχειρήσεων. Δεν σημαίνει μόνον μεταπτυχιακά σεμινάρια όπου αρκεί να έχεις μια αίθουσα και έναν πίνακα ή μερικούς υπολογιστές. Δεν είναι αυτό πανεπιστήμιο. Ακριβώς όπως δεν είναι δυνατόν ο ιδιωτικός τομέας υγείας να είναι απαλλαγμένος από τη βαριά και επείγουσα ιατρική και τις εφημερίες και να έχει μόνον τα καλά, ενώ το δημόσιο νοσοκομείο να έχει στο κεφάλι του τα πάντα. Την αιμοδοσία, την εφημερία, τα δύσκολα περιστατικά, και αν θέλετε την απαίτηση του κόσμου, τη δίκαιη,  για υψηλή ποιότητα υπηρεσιών.

Θέλουν να δοκιμάσουμε το σχήμα του μη κρατικού, μη κερδοσκοπικού πανεπιστημίου το οποίο θα προβλέπει οπωσδήποτε αξιοκρατική εισαγωγή φοιτητών με βάση το βαθμό, χωρίς οικονομικά κριτήρια, χωρίς ανισότητες δηλαδή και αξιοκρατική ακαδημαϊκή εκλογή καθηγητών; Αν το δεχθούμε σας πληροφορώ ότι θα έχει αποστομωθεί όλο το επιχείρημα της πλευράς που πιστεύει στα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Γιατί μόλις τους λες: Το εννοείς το μη κερδοσκοπικό, εννοείς αξιοκρατική εισαγωγή  των φοιτητών με κριτήριο το βαθμό και όχι με κριτήριο την οικονομική δύναμη των γονέων ή με κριτήριο το πολιτικό ή κοινωνικό μέσο; Εννοείς ότι θα παίρνεις φοιτητές με βάση τον κατάλογο των γενικών εξετάσεων; Εννοείς ότι θα εκλέγεις καθηγητές από εκλεκτορικά σώματα, ακαδημαϊκά; Δηλαδή εκλεκτορικά σώματα με σημερινούς καθηγητές του δημοσίου πανεπιστημίου ή ξένων πανεπιστημίων έγκυρων;’’ Τότε κάθονται προς τα πίσω αναλογίζονται το περιεχόμενο της συζήτησης και ξανασκέφτονται τη θέση αυτή.

Αλλά πρέπει επιτέλους να στρέψουμε την προσοχή μας στο πραγματικό πρόβλημα του πανεπιστημίου. Το πραγματικό πρόβλημα του πανεπιστημίου δεν το βρίσκει κανείς ούτε πριν το πανεπιστήμιο ούτε μέσα στο πανεπιστήμιο. Το βρίσκει την επομένη της εξόδου από το πανεπιστήμιο. Το τι σημαίνει το πανεπιστήμιο για την κοινωνία και τον Έλληνα πολίτη φαίνεται από τι σημαίνει το πτυχίο για τον πτυχιούχο. Τι σημαίνει το πτυχίο για την οικογένεια που ξοδεύτηκε και αγωνίστηκε για να σπουδάσει το παιδί. Του δίνει δουλειά; Του δίνει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα; Διαθέτει τη γνώση που απαιτεί η αγορά εργασίας; Τι σημαίνει το πτυχίο χωρίς καλή γνώση των αγγλικών και άλλης ξένης γλώσσας. Τι σημαίνει το πτυχίο χωρίς πλήρη πιστοποιημένη ικανότητα χρήσης υπολογιστού; Τι σημαίνει για τον νέο απόφοιτο της νομικής  το πτυχίο της νομικής ,αν τον οδηγεί σε μια περιορισμένη δικηγορική ύλη γενικής δικηγορίας στην περιφέρειά του και τον απομακρύνει από νέα πεδία υποθέσεων όπου υπάρχουν και δυνατότητες αμοιβής και απασχόλησης. Αυτό είναι το ερώτημα. Τι σημαίνει το πτυχίο, εάν δεν μπορείς να κάνεις τίποτα χωρίς μεταπτυχιακά, χωρίς εξειδίκευση;

Άρα υπάρχει ένα κρίσιμο διάστημα στη ζωή μας. Από τα 18 μέχρι τα 22 - 23 όπου διαμορφώνεται,  ευτυχώς ή δυστυχώς,  μακροπρόθεσμα, γενετικά η κατάστασή μας και η δυνατότητά μας για πολλά πράγματα στο μέλλον. Και εμείς θέλουμε νέους φοιτητές, θέλουμε νέους επιστήμονες, οι οποίοι να έχουν την αυτοπεποίθηση να αναπτύξουν τη δική τους συμβολή για μια Ελλάδα που να είναι κοινωνικά δίκαιη, αναπτυγμένη, ανταγωνιστική, για μια Ελλάδα όπως της φανταζόμαστε εμείς. Για μια Ελλάδα που μπορεί να πει " και πάλι αλλαγή", αλλά να μπορούμε να τη στηρίξουμε αυτήν την Ελλάδα που μπορεί να είναι η δική μας Ελλάδα, η Ελλάδα των επόμενων εκλογών, εάν πείσουμε για τη δυνατότητά μας να φέρουμε και πάλι την αλλαγή.

Αλλά θέλουμε ενεργούς πολίτες, θέλουμε ικανούς επιστήμονες. Θέλουμε στελέχη που να μπορούν να αφοσιωθούν στο δημόσιο συμφέρον. Θέλουμε ανθρώπους που να μπορούν να πάρουν στα χέρια τους την υπόθεση μιας χώρας όπως η Ελλάδα. Που να έχουν άποψη και για να έχεις άποψη θέλει γνώση, γιατί η δημοκρατία είναι πια μια πολύπλοκη υπόθεση. Η πολιτική είναι μια πολύπλοκη υπόθεση. Η αριστερή πολιτική είναι μια ακόμη πιο πολύπλοκη  υπόθεση. Γιατί η δεξιά αντίληψη είναι η φυσική ροπή των πραγμάτων. Η φυσική ροπή των πραγμάτων είναι η ανισότητα. Είναι ο πόλεμος όλων κατά όλων. Είναι η κοινωνία που δεν είναι κοινωνική, είναι η κοινωνία που είναι άνιση, άδικη.

Τι είναι ο σοσιαλισμός; Τι είναι η ευρωπαϊκή σοσιαλιστική αριστερά του 21ου αιώνα; Είναι μια γιγαντιαία προσπάθεια ανακοπής της φυσικής τάσης. Είναι μια πολιτιστική επεξεργασία, είναι ένας συνεχής αγώνας, να επιβάλεις την ισότητα, ενώ η φυσική ροπή είναι η ανισότητα. Να επιβάλεις την ελευθερία απέναντι στον αυταρχισμό που παράγεται  στην καθημερινή μας ζωή. Άρα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο να είναι κανείς προοδευτικός, αριστερός, Ευρωπαίος,  Έλληνας πολίτης στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Και εάν θέλει να κάνει κανείς τέτοια πολιτική, αν θέλει να έχει κανείς τέτοια κοινωνική δράση μέσα στην κοινωνία των πολιτών, μέσα στις μη κυβερνητικές οργανώσεις, πρέπει να έχει αυτοπεποίθηση, γνώση, ανταγωνιστικότητα, να μπορεί να αντιμετωπίσει τα μέσα ενημέρωσης, να μπορεί να αντιμετωπίσει τις εταιρίες ερευνών της κοινής γνώμης, να μπορεί να αντιμετωπίσει πολιτικά στελέχη άλλων χωρών, άλλων παρατάξεων, άλλων αντιλήψεων στο διεθνή στίβο. Γιατί μόνο έτσι θωρακίζεις τη χώρα σου και μόνο έτσι θωρακίζεις την προοδευτική αριστερή αντίληψή σου.

Αυτό λοιπόν σας καλώ να πάρετε στα χέρια σας ως νέες και νέοι πολίτες. Ως νέες και νέοι επιστήμονες. Ως νέοι και νέες αριστεροί που θέλετε να έχετε λόγο, παρουσία και αποτέλεσμα στην πολιτική και κοινωνική σας δράση.

Γεια σας και με τη νίκη.

Να είστε δυνατοί, απαιτητικοί, το μέλλον σας ανήκει.
Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2006Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2006