9 Φεβρουαρίου 2007


«Μπορεί να υπάρξει μία κοινή εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης;»

 

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, αν η κοινή εξωτερική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αναγκαία και εφικτή, πρέπει να εξετάσουμε με προσοχή το υποκείμενο που μπορεί τώρα να δράσει και να δούμε ποια είναι τα διεθνή συμφραζόμενα μέσα στα οποία μπορεί να δράσει. Αντί για απάντηση, ξεκινώ συνεπώς θέτοντας τρεις ερωτήσεις: Ποια Ευρώπη, ποια δύση και ποιο νέο διεθνές σύστημα ισχύος;

Ποια Ευρώπη;

Δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συγχέουμε το σύνολο των επιδόσεων και των δυνατοτήτων των 27 κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τις δυνατότητες και το σημείο ανάπτυξης της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν το κάνουμε αυτό, η προσέγγιση μας είναι στατιστική, αλλά δεν είναι πραγματική.

Αν λοιπόν το υποκείμενο δεν είναι το σύνολο των δυνατοτήτων των 27 κρατών – μελών, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται πολλές σημαντικές βιομηχανικές χώρες και μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, αλλά και πολλές χώρες με άλλη παράδοση, άλλη διαδρομή και μικρότερες δυνατότητες, αν το υποκείμενο είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση, καθ΄ εαυτήν, τότε το υποκείμενο μας πάσχει από μία πολλαπλή κρίση:

Καταρχάς, από μία κρίση θεσμική και πολιτική, που αποτυπώνεται στην αμηχανία που υπάρχει στη διαχείριση του συνταγματικού της μέλλοντος, ιδίως μετά τα αρνητικά αποτελέσματα στην Γαλλία και την Ολλανδία. Οι νομικοί και θεσμικοί φραγμοί δεν είναι αμιγώς τέτοιοι. Νομίζω ότι πρέπει να συνδεθούν και με φραγμούς άλλου τύπου, με φραγμούς που συνδέονται με την εσωτερική πολιτική κατάσταση στα κράτη - μέλη, με το γεγονός ότι έχουμε έναν εσωτερικό πολιτικό κύκλο σε κάθε κράτος - μέλος που δεν μπορεί να εναρμονιστεί με τον αντίστοιχο πολιτικό κύκλο των άλλων κρατών - μελών και έτσι πάντα θα έχουμε μία πολιτική ασάφεια στην ταυτότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γιατί την Ευρωπαϊκή Ένωση την κυβερνά πάντοτε, στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ένας κυλιόμενος μεγάλος συνασπισμός, πίσω από τον οποίο βρίσκονται πάντα τα πάγια εθνικά συμφέροντα των κρατών – μελών. Και έτσι το θεμελιώδες και αυτονόητο χαρακτηριστικό κάθε σύγχρονου δημοκρατικού κράτους που μπορεί – ανάλογα με την διεθνή του ισχύ - να διαχειρίζεται την εσωτερική του κυριαρχία και να ασκεί εξωτερική πολιτική, που είναι η διάκριση μεταξύ μιας κυβερνητική πλειοψηφίας και μίας αντιπολιτευόμενης πλειοψηφίας -με όση σαφήνεια, ως προς τις κατευθύνσεις, αυτό συνεπάγεται, δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γιατί δεν υπάρχει ενιαίος πολιτικός κύκλος.

Επίσης είναι προφανές ότι δίπλα σε αυτά τα πολιτικά και θεσμικά χαρακτηριστικά υπάρχουν ιστορικοί φραγμοί πάρα πολύ σημαντικοί, διότι υπάρχει διαφορετική ωρίμανση των κρατών – μελών, γιατί είναι άλλες οι ιστορικές προτεραιότητες για τη Γαλλία και τη Γερμανία και άλλες για την Πολωνία και για τις χώρες της Βαλτικής. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το εκβιάσει και άρα είναι υποχρεωμένος να συμβιβαστεί με διαφορετικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις, διαφορετικά αισθήματα ασφάλειας και διαφορετικός κατάλογος προτεραιοτήτων. Εάν κανείς το εκβιάσει αυτό, αντιλαμβάνεστε ότι θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον εσωτερικό πολιτικό κύκλο πολλών κρατών - μελών για τον οποίο μιλούσα προηγουμένως .

Υπάρχουν - όσο και αν αυτό δεν θέλουμε να το πούμε- και οικονομικοί φραγμοί στη διαμόρφωση μίας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Σε πάρα πολλές χώρες η αμυντική βιομηχανία παίζει σημαντικό ρόλο για το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, σημαντικό ρόλο για την απασχόληση. Ακόμη και για χώρες, όπως η Σουηδία και δεν αναφέρομαι μόνον στη σύγκρουση για το μαχητικό αεροπλάνο τέταρτης γενιάς στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρα έχουμε ένα υποκείμενο που περνάει μία περίοδο κρίσης θεσμικής και πολιτικής που αποτυπώνεται στην ιστορία της Συνθήκης για την θέσπιση Ευρωπαϊκού Συντάγματος, αλλά το πρόβλημα δεν είναι καθόλου μα καθόλου συνταγματικό. Εν πάση περιπτώσει υπάρχει μία «εκδίκηση των συνταγματικών συμβολισμών». Η Ευρωπαϊκή Ένωση επεδίωξε να κάνει ένα θεσμικό και κυρίως συμβολικό άλμα προς την «κρατικότητα». Αυτό σημαίνει κατά βάθος η προσπάθεια θέσπισης, μέσω συνθήκης, ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος. Η κρίση σε σχέση με την κύρωση της Συνθήκης μας αναγκάζει – επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού – να ξαναδούμε το πολιτικό πρόβλημα της Ευρώπης.

Υπάρχει βεβαίως και κρίση του μοντέλου ανάπτυξης, δηλαδή ανάγκη ενός νέου συμβιβασμού ανάμεσα στον στόχο της διατήρησης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και στον στόχο της παράλληλης διατήρησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου και της κοινωνικής συνοχής. Υπάρχει κρίση νομισματικής πολιτικής, που είναι μία κρίση πολιτική. Υπάρχει με άλλα λόγια το ερώτημα, ποιος και πώς χαράζει τη ευρωπαϊκή πολιτική επιτοκίων, που βρίσκεται στον πυρήνα του αναπτυξιακού προβλήματος της Ευρώπης. Υπάρχει κρίση δημοσιονομικών προοπτικών που θα την δούμε να εξελίσσεται τώρα μετά το 2008 ενόψει της περιόδου μετά το 2013 με πρώτο θύμα της Κοινή Αγροτική Πολιτική, αλλά έπονται και άλλα όπως είναι, για παράδειγμα, τα κονδύλια των διαρθρωτικών ταμείων.

Ποια Δύση;

Άρα έχουμε μία Ευρωπαϊκή Ένωση σε πολλαπλή κρίση και αυτή τοποθετείται μέσα στα δυτικά συμφραζόμενα, μέσα στην ευρύτερη έννοια της Δύσης, η οποία μας φέρνει αντιμέτωπους με το αιώνιο πρόβλημα των ευρωαμερικανικών σχέσεων για τις οποίες νομίζω ότι πρέπει να μιλήσουμε σαφέστερα και ειλικρινέστερα.

Όχι μόνο μετά το 1989, μετά δηλαδή την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά ποτέ κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «σύντομου» 20ου αιώνα δεν διαμορφώθηκαν κατά βάθος δύο συγκρουόμενες πολιτικές για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, μία αμερικανική και μία ευρωπαϊκή. Πάντα, από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, από τουw 14 όρους του Προέδρου Wilson και μετά, εκ των πραγμάτων και κατ΄ αποτέλεσμα ο στρατηγικός εγκέφαλος της ευρωπαϊκής ασφάλειας ήταν η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ως εκ τούτου πρέπει να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μία – καλώς ή κακώς – ενιαία δυτική αντίληψη για την ασφάλεια και άρα για την εξωτερική πολιτική, αμερικανικής κυρίως καταγωγής, με ευρωπαϊκή συμμετοχή. Άλλοτε η συμμετοχή αυτή είναι πρόθυμη και πλήρης, άλλοτε είναι διστακτική, αναγκαστική και μερική. Άλλοτε είναι και στρατιωτική, άλλοτε είναι μόνο πολιτική, άλλοτε είναι μόνο οικονομική. Προφανώς πρόκειται για ένα ζήτημα ηγεμονίας και η ηγεμονία στα θέματα αυτά συνδέεται απολύτως με την δυνατότητα ανάληψης κινδύνου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η αμερικανική κοινωνία και το αμερικανικό πολιτικό σύστημα έχει μία δυνατότητα και ετοιμότητα – ιδεοληπτική ίσως, αλλά πάντως την έχει - ανάληψης κινδύνων. Η καντιανή ηρεμία της ευρωπαϊκής ηπείρου, αυτή η προσέγγιση της «αιωνίου ειρήνης» δεν της επιτρέπει να αναλαμβάνει με την ίδια ευκολία κινδύνους. Αναλαμβάνει όμως το οικονομικό κόστος και αυτό φαίνεται σε όλα τα παραδείγματα, από την διάλυση της τέως Γιουγκοσλαβίας μέχρι το Ιράν. Φαίνεται και εκεί που οι επεμβάσεις είναι κατά κυριολεξία ανθρωπιστικές, όπως είναι για παράδειγμα πολλές υποθέσεις της αφρικανικής ηπείρου στην οποία πολύ σωστά αναφέρθηκε η κα Γκιγκού, γιατί είναι η μεγάλη ντροπή της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας.

Ας διαλέξουμε ένα μόνο παράδειγμα: το παράδειγμα του κατεξοχήν ευρωπαϊκού προτεκτοράτου, του «μετανεωτερικού» προτεκτοράτου, (αφού προχωρούμε στην αναβίωση εννοιών του 19ου αιώνα), που είναι το Κοσσυφοπέδιο. Δεν νομίζω ότι η διαχείριση όλης της κρίσης είναι λαμπρή για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πάντως δεν έχει διεξαχθεί ερήμην της αμερικανικής στρατηγικής. Έχει διαξαχθεί σε αρμονία με αυτήν.

Αυτό τελικά ισχύει ακόμη και εκεί που είχαμε τις μεγάλες συγκρούσεις, εκεί που είχαμε την ωραία ρητορεία του Ντομινίκ Ντε Βιλπέν, υπό την ιδιότητα του Υπουργού Εξωτερικών στη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για το Ιράκ. Και εκεί λοιπόν διαμορφώνεται μία πραγματικότητα η οποία νομίζω ότι αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές.

Ποιο σύστημα ισχύος;

Όλα αυτά μέσα σε ποιο διεθνές σύστημα ισχύος εξελίσσονται; Το νέο πλαίσιο είναι η παγκοσμιοποίηση λένε όλοι. Ποια παγκοσμιοποίηση όμως; Η παγκοσμιοποίηση ως οικονομικό φαινόμενο δεν νομίζω ότι μας αφορά εν προκειμένω τόσο πολύ. Έχει πράγματι μεγάλες οικονομικές δυνατότητες η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμη και όταν δεν καταφέρνει να κάνει μία καλή διαπραγμάτευση στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, παρότι Γενικός Διευθυντής είναι ο ευρωπαίος κ. Π. Λαμί. Μας ενδιαφέρει η επικοινωνιακή διάσταση της παγκόσμιοποίησης; Εντέλει ναι, αλλά θα δούμε αν αυτή είναι η κύρια. Μας ενδιαφέρει η πολιτική, η ιδεολογική, η αισθητική διάσταση; Βεβαίως. Μας ενδιαφέρει όμως πρωτίστως η πολιτική και στρατιωτική διάσταση της παγκοσμιοποίησης.

Μέσα σε ένα νέο παγκόσμιο σύστημα ισχύος με κρίση στον ΟΗΕ, με αδυναμία λειτουργίας του Συμβουλίου Ασφαλείας, με ιδιωτικοποίηση, διεθνοποίηση και αποπολιτικοποίηση του κυρίου υποκειμένου που είναι το βεστφαλικό εθνικό κράτος, το κυρίαρχο εθνικό κράτος, με νέα υποκείμενα, νέες οντότητες να εμφανίζονται (τρομοκρατικές οργανώσεις, οργανωμένο έγκλημα, μεγάλοι κερδοσκόποι, διεθνείς τραπεζικοί οργανισμοί, ελεγκτικοί οργανισμοί, που παίζουν πάρα πολύ σημαντικό ρόλο, διεθνή μέσα ενημέρωσης), υπάρχει το εξής παράδοξο: Η Ευρωπαϊκή Ένωση αγωνίζεται να συγκροτήσει μία ενιαία οντότητα όσο γίνεται πιο κοντά στην κρατική, τη στιγμή που οι κρατικές οντότητες υφίστανται την ισχυρή πίεση της νέας διάρθρωσης του διεθνούς συστήματος ισχύος. Και αυτό είναι μία εγγενής αντίφαση στην ίδια την διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πάει να γίνει κάτι που υποχωρεί ως φαινόμενο και αυτό είναι κάτι που ουσιαστικά δημιουργεί μία παλινδρομική κίνηση την οποία δεν μπορεί να ελέγξει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η σημασία της προοπτικής διεύρυνσης της Ε.Ε.

Υπάρχει λοιπόν η ανάγκη να δούμε τα ζητήματα αυτά με μία διαφορετική προσέγγιση. Αυτό αφορά και την Ελλάδα. Η Ελλάδα δεν είναι μία μικρή ευρωπαϊκή χώρα, είναι μία μεσαία πληθυσμιακά χώρα, δέκατη στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27, μία χώρα που έχει αίσθηση ευρωπαϊκής νομιμοφροσύνης.
Βέβαια ο κάθε ευρωπαίος πολίτης εννοεί με τον δικό του τρόπο την ανάγκη για κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Όλοι θέλουν κάτι καλύτερο, όλοι θέλουν κάτι που να σέβεται τα δικαιώματα τους, κάτι που να σέβεται τη δημοκρατία, κάτι που να τους παρέχει ασφάλεια.

Άλλα η Ελλάδα γνωρίζει πάρα πολύ καλά μία πραγματικότητα: ότι το σημαντικότερο κεφάλαιο και το πιο αποτελεσματικό της κοινής εξωτερικής πολιτικής είναι η πολιτική διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το σημαντικότερο εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής από την Ένωση είναι η πολιτική διεύρυνσης. Αυτό φάνηκε με τον τρόπο με τον οποίο μεταβήκαμε από την Ευρώπη των 9 στην Ευρώπη των 10, των 12, των 15, των 25, των 27. Και όλη η συζήτηση για την διεύρυνση, όλη η συζήτηση για τις ευρωτουρκικές σχέσεις, όλη η συζήτηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις στο πλαίσιο των ευρωτουρκικών σχέσεων, όλη η συζήτηση για το Κυπριακό δείχνει ότι το σημαντικότερο εργαλείο άσκησης κοινής εξωτερικής πολιτικής είναι η πολιτική διεύρυνσης.

Άρα μας ενδιαφέρει να δούμε τα πράγματα αυτά από μία οπτική γωνία, η οποία καταρχάς είναι εγχώρια, αλλά ανυψώνεται σε ένα ευρωπαϊκό επίπεδο, όταν δεν έχει συμπλέγματα κατωτερότητας, όταν δηλαδή αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι η κοινή εξωτερική πολιτική δεν θα είναι ενιαία, αλλά δεν θα είναι και η πολιτική του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Θα είναι κάτι παραπάνω από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή.

Θεσμική αμηχανία και κοινή εξωτερική πολιτική

Μπορούν όμως να απαντηθούν τα ερωτήματα που αφορούν το μέλλον της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας χωρίς να απαντηθούν τα θεσμικά προβλήματα;. Κατά τη γνώμη μου, όχι. Μπορούν να απαντηθούν τα θεσμικά προβλήματα χωρίς να απαντηθούν ευθέως τα πολιτικά προβλήματα της ευρωπαϊκής στρατηγικής; Κατά τη γνώμη μου, όχι.

Πρέπει να γίνει επιτέλους μία τέτοια συζήτηση. Και αυτή η συζήτηση με σαφή τρόπο δεν γίνεται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δεν γίνεται ούτε στο Συμβούλιο Υπουργών Γενικών Υποθέσεων. Δεν γίνεται, γιατί πρέπει να τεθούν επί τάπητος ζητήματα που αφορούν τη σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ζητήματα που αφορούν ένα πλέγμα συμφερόντων γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μία διαρκής ανοικτή διαπραγμάτευση και υπάρχουν και ζητήματα ιδεολογίας και συμβολισμών, τα οποία πάντα εκδικούνται εντέλει.

Μπορεί π.χ. να πει η Ευρωπαϊκή Ένωση ότι «εγώ θα διαμορφώσω μία ενιαία εξωτερική πολιτική, δηλαδή μία πολιτική επείγουσας διαχείρισης κρίσεων με αξιακά χαρακτηριστικά, δηλαδή η εξωτερική μου πολιτική θα είναι δημοκρατική, δικαιοκρατική, ανθρωπιστική, μία πολιτική που θα σέβεται το διεθνές δίκαιο»; Νομίζω ότι αυτό είναι μία προσέγγιση ορθή, αλλά δυστυχώς αφελής. Διότι δεν μπορεί έτσι να διαχειριστείς, με την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα που πρέπει, όχι in vitro, υπό συνθήκες εργαστηρίου, αλλά μέσα στα διεθνή συμφραζόμενα και υπό την πίεση άλλων παραγόντων που διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική, όπως οι ΗΠΑ, κρίσεις οι οποίες πολλές φορές μπορεί να είναι ανεξέλεγκτες, βίαιες. Άρα χρειάζεται να έχεις και άλλους μηχανισμούς αντίδρασης.

Το πραγματικό πεδίο της συζήτησης

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να αλλάξει το πεδίο της συζήτησης και χαίρομαι γιατί ακούστηκε από όλους του συνομιλητές μας εδώ ότι πρέπει, αν μη τι άλλο, να διαμορφωθούν προτεραιότητες, να διαμορφωθεί μία ενιαία στρατηγική ατζέντα η οποία να μην άγεται και φέρεται, να μην είναι πάντα αιχμάλωτη της συγκυρίας, μίας μη ελεγχόμενης δηλαδή ροής των πραγμάτων, αλλά να μπορεί να βλέπει και θέματα τα οποία έχουν μία πιο μακροπρόθεσμη λειτουργία, όπως είναι, για παράδειγμα, οι ευρωμεσογειακές σχέσεις. Ή το μέλλον της αφρικανικής ηπείρου που μπορεί να είναι για εμάς η πληθυσμιακά κρίσιμη μάζα που μπορεί να λειτουργήσει ως ο μέγας αντίπους της Κίνας και της Ινδίας. Διότι πρέπει να αναζητηθεί μία πληθυσμιακά κρίσιμη μάζα. Αυτά τα ζητήματα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να συζητηθούν.

Αυτό είναι όμως ένα πρόβλημα που αφορά εν πολλοίς το πολιτικό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πιστεύω ότι μία από τις πιο σημαντικές κρίσεις που διαπερνά την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκροτείται ο πολιτικός λόγος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο τρόπος με τον οποίο τίθενται και στο εσωτερικό των πολιτικών συστημάτων των κρατών – μελών και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τα ζητήματα αυτά. Τίθενται νομίζω με ένα τρόπο συμβατικό, με έναν τρόπο υπαινικτικό που συγκαλύπτει την ουσία των πραγμάτων. Ενώ, αν αρχίσουμε να μιλάμε και να σκεπτόμαστε με έναν πιο ευρύ τρόπο και να διατυπώνουμε έναν πολιτικό λόγο πιο ριζοσπαστικό, υπό την έννοια αυτή, μπορούμε νομίζω να φτάσουμε στην ουσία των θεμάτων, δηλαδή να αγγίξουμε το βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και αν το αγγίξουμε, αν θέσουμε το πρόβλημα, έχουμε τη δυνατότητα και να το λύσουμε. Η σύγχρονη θεωρία της επιστήμης δέχεται ότι από την στιγμή που θέτεις ένα πρόβλημα, διαμορφώνεις και τις προϋποθέσεις να το λύσεις. Αρκεί να το θέσεις σωστά.

 


*Την εκδήλωση διοργάνωσε το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου σε συνεργασία με τη Γαλλική Πρεσβεία στο Αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών με θέμα: «Μία Κοινή Εξωτερική Πολιτική για την Ευρώπη; Πόσο αναγκαία και εφικτή είναι;» με τη συμμετοχή επίσης της Υπουργού Εξωτερικών Ντόρας Μπακογιάννη, του πρώην Υπουργού Εξωτερικών της Γαλλίας Hubert Vedrine, της πρώην Υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Δικαιοσύνης και Κοινωνικών Υποθέσεων Elisabeth Guigou. Τη συζήτηση συντόνισε ο Καθηγητής Παναγιώτης Ρουμελιώτης

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2007Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2007