17 Φεβρουαρίου 2008, Θεσσαλονίκη 


«Η δημοκρατία της διαφάνειας και η ηθική αναστήλωση της πολιτικής»

 

Σας ευχαριστώ πολύ για την παρουσία σας. Έξω ο καιρός είναι κρύος, αλλά μέσα στην αίθουσα υπάρχει μια θέρμη, η θέρμη που μπορεί να ξαναζεστάνει και την πολιτική. Το ενδιαφέρον μας για την ίδια την πολιτική.

Άλλωστε αυτό που συμβαίνει στη χώρα είναι μια βαθιά κρίση της πολιτικής. Πολλές φορές δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε τι είναι αυτό που μας συμβαίνει και γιατί η χώρα έχει περιέλθει τους τελευταίους μήνες -και μάλιστα αμέσως μετά από τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές -σε μια τόσο βαθιά κρίση. Σε μια περιδίνηση. Αποδείχτηκε ότι η χώρα κρεμόταν από μια κλωστή. Ότι αρκούσε μια αφορμή, όπως η γνωστή υπόθεση Ζαχόπουλου, προκειμένου να αποδειχθεί η πλήρης ανεπάρκεια κα δυσλειτουργία των θεσμών. Η ανικανότητα της κυβέρνησης, η πλήρης αδυναμία πρόβλεψης και διαχείρισης κρίσεων.

Το πρόβλημα όμως είναι πως η κρίση είναι βαθύτερη. Δεν είναι μόνο πολιτική, αλλά είναι και θεσμική δυστυχώς. Πρόκειται κατά βάθος για μια κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης. Για μια κρίση που θίγει τα ίδια τα ηθικά θεμέλια της πολιτικής.

Και ηθικό θεμέλιο της πολιτικής είναι η σχέση της πολιτικής μ’ αυτό που λέγεται υπεράσπιση του γενικού συμφέροντος, μ’ αυτό που λέγεται υπεράσπιση και διαχείριση του δημοσίου αγαθού. Κανείς δεν πείθεται πλέον στη χώρα μας πως υπάρχει αυτό το παραδοσιακό αλλά και αξεπέραστο αντικείμενο της πολιτικής. Κανείς δεν πιστεύει πως η πολιτική είναι πράγματι η διαχείριση του γενικού συμφέροντος και η προστασία των δημοσίων αγαθών. Όλοι έχουν πια πειστεί ότι η πολιτική είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Ότι η πολιτική είναι μια ιδιοτελής υπόθεση.

Νιώθουν άλλωστε ότι το ίδιο το σύστημα διακυβέρνησης, η ίδια η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία, δεν μπορεί να επιτελέσει το θεμελιώδες καθήκον της. Να προσφέρει την αίσθηση της νομιμότητας, την αίσθηση της διαφάνειας και την αίσθηση της ασφάλειας στους πολίτες. Οι πολίτες νιώθουν σχεδόν στο σύνολό τους ανασφαλείς, απροστάτευτοι. Έχουν πειστεί πια ότι η χώρα μας είναι χώρα τριτοκοσμική από πλευράς διαφάνειας και διαφθοράς. Έχει αποκαθηλωθεί η ίδια η αυτοεκτίμηση της κοινωνίας. Και βεβαίως κανείς πια δεν πιστεύει στην έννοια της νομιμότητας. Η έκπτωση του νόμου, η έκπτωση του ίδιου του συντάγματος είναι ο πρόλογος για την έκπτωση των δημοκρατικών θεσμών. Οι πολίτες αναζητούν εμπιστοσύνη αλλού σε θεσμούς μη αιρετούς, μη εκλεγόμενους, μη κρινόμενους από τους πολίτες. Όσο πιο κοντά στον πολίτη είναι ένας θεσμός, τόσο λιγότερο εμπιστοσύνη εμπνέει στους πολίτες. Και αυτό κατά βάθος συνιστά έλλειψη εμπιστοσύνης της κοινωνίας στον εαυτό της.

Η κατάσταση αυτή δεν έχει μόνον θεσμικές, πολιτικές και αξιακές επιπτώσεις. Λειτουργεί και αντιαναπτυξιακά. Η κατάσταση αυτή υποβαθμίζει τη χώρα σε όλους τους τομείς. Οξύνει τις αδικίες και τις ανισότητες σε όλα τα επίπεδα. Στο εισόδημα, στην ποιότητα ζωής, στις προοπτικές απασχόλησης, στην πρόσβαση στις υπηρεσίες του κοινωνικού κράτους. Και όπως αντιλαμβάνεστε αυτή η υποβάθμιση της χώρας και η υποβάθμιση του κράτους- από το οποίο ξεκινούν και στο οποίο καταλήγουν όλα- λειτουργεί βλαπτικά κυρίως εις βάρος των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων και στρωμάτων.

Ο πολιτικός αποκλεισμός, δηλαδή η αίσθηση ότι δεν μπορεί κανείς να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις και η αίσθηση ότι οι πολιτικές εξελίξεις δεν αφορούν την καθημερινότητά μας, τη ζωή μας είναι πια ένα αίσθημα διάχυτο. Στη χώρα μας ο πολιτικός αποκλεισμός είναι ένα πρόβλημα πολύ μεγαλύτερο και πολύ οξύτερο από τον κοινωνικό αποκλεισμό. Έχει καταλυθεί μια βασική παραδοχή του προηγούμενου αιώνα. Ότι μπορούν οι εργαζόμενοι, οι αυτοαπασχολούμενοι, τα μεσαία στρώματα, να βρουν μια καλύτερη κοινωνική και οικονομική προοπτική μέσα από την πολιτική, μέσα από τη δημοκρατία, μέσα από την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν, μέσα από την ισότητα της ψήφου. Η ισότητα της ψήφου, η ισότητα των πολιτικών δικαιωμάτων είναι μια θεσμική κατάκτηση των δύο προηγούμενων αιώνων, που αντιτάσσεται ιστορικά στις βαθιές οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες. Αν κάπου μπορούν να διαμορφωθούν προοδευτικοί συσχετισμοί υπέρ των φτωχών και μεσαίων στρωμάτων αυτό είναι το επίπεδο των δημοκρατικών θεσμών, το επίπεδο της πολιτικής, το επίπεδο της κοινοβουλευτικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Αλίμονο αν δεν μπορούμε στο επίπεδο των πολιτικών θεσμών να διαμορφώσουμε προοδευτικότερους και δικαιότερους συσχετισμούς. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ανατρέψουμε τις φυσικές ανισότητες της κοινωνίας και τη βαθιά ανισότητα ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που κυριαρχεί στις οικονομικές σχέσεις και στη λειτουργία της αγοράς. Άρα ο πολιτικός αποκλεισμός, η όξυνση των ανισοτήτων, διευρύνει τελικά και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Πολλαπλασιάζει αυτούς που ωθούνται στο περιθώριο. Και το πολιτικό περιθώριο αφορά εκατομμύρια ανθρώπων, όχι μόνον αυτούς που κινούνται στα όρια της απόλυτης ή της σχετικής φτώχιας.

Η μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αυτή η πρόταση που προσπαθώ να αναπτύξω για το θεσμικό πλαίσιο μιας άλλης πολιτικής, είναι μια άλλη πρόταση υπέρβασης της κρίσης. Μιλάω για μια πολιτική που έχει ως άξονα τη ριζοσπαστική αναδιανομή. Πρέπει στη χώρα μας να ξαναμοιραστούν επιτέλους τα χαρτιά με δίκαιο τρόπο, με άλλον τρόπο. Τα χαρτιά είναι σημαδεμένα, είναι μοιρασμένα με άδικο και αδιέξοδο τρόπο σε όλα τα επίπεδα. Η ριζοσπαστική αναδιανομή ξεκινά από τη θεσμική αναδιανομή. Ξεκινά από το επίπεδο στο οποίο κρίνονται τα πάντα από το επίπεδο του κράτους. Είναι συνεπώς, πριν από ο,τιδήποτε άλλο, μια πρόταση για ριζοσπαστική αναδιανομή πολιτικών ρόλων, θεσμικών αρμοδιοτήτων, επιρροών, ισχύος.

Πρέπει να αλλάξουμε ριζικά τη σχέση ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Πρέπει να αλλάξουμε ριζικά τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και ένα πολιτικό σύστημα που τελικά δεν εκπροσωπεί δίκαια και αυθεντικά την κοινωνία. Ξεκινώντας από αυτό το επίπεδο της θεσμικής αναδιανομής μπορούμε να προχωρήσουμε και στο επίπεδο της οικονομικής και κοινωνικής αναδιανομής. Να μιλήσουμε στα σοβαρά, με άλλους όρους και με άλλες ελπίδες, για τη ριζοσπαστική αναδιανομή του κοινωνικού πλεονάσματος. Για μια άλλη κατανομή του εθνικού πλούτου. Ναι αυτό είναι εφικτό, αρκεί να υπάρξει το πολιτική υποκείμενο που μπορεί να αναλάβει τις πρωτοβουλίες αυτές. Και το πολιτικό υποκείμενο στη δική μας σκέψη και στο δικό μας σύστημα αξιών είναι η ίδια η προοδευτική, κοινωνική και εκλογική πλειοψηφία.

Για να συγκροτηθεί όμως αυτή η προοδευτική κοινωνική πλειοψηφία να αποκτήσει αυτοσυνειδησία, να αποκτήσει αίσθηση της δύναμής της πρέπει να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις στο κομματικό σύστημα. Γι’ αυτό η πρώτη προϋπόθεση της ριζοσπαστικής αναδιανομής είναι ένα άλλος τύπος κόμματος. Το ανοιχτό, αποκεντρωμένο, δημοκρατικό κόμμα που σέβεται την κοινωνία των πολιτών. Ένα κόμμα χειραφετημένο από παλιές εξαρτήσεις. Ένα κόμμα που δεν έχει σχέση με μηχανισμούς και κατανομές αξιωμάτων, αλλά μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της κοινωνίας για τελείως διαφορετικό, πιο ειλικρινή, πιο τεκμηριωμένο, πιο ρεαλιστικό, πιο γενναιόδωρο πολιτικό λόγο χωρίς μικροκομματικές αγκυλώσεις, χωρίς περιττούς κομματικούς πατριωτισμούς, αλλά με καθαρότητα ιδεολογική και προγραμματική.

Αυτός είναι ο στόχος που πρέπει να θέσει και το ΠΑΣΟΚ εν όψει του συνεδρίου του σε λίγες εβδομάδες.

Τα ανοιχτά κόμματα πρέπει φυσικά να συνοδεύονται από αντίστοιχους παράπλευρους θεσμούς, από ανοιχτά συνδικάτα, χωρίς εσωτερικές πελατειακές εξαρτήσεις. Από συνδικάτα που εκφράζουν όχι μόνον ένα μικρό ποσοστό εργαζομένων στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αλλά και τους εργαζόμενους στο μεγάλο όγκο των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα. Συνδικάτα που συνεργάζονται στενά με τους αυτοαπασχολούμενους, με τους επιστήμονες, με τους ελεύθερους επαγγελματίες, με τους συνταξιούχους, με τους ανέργους. Ποιος εκπροσωπεί τους ανέργους και τους συνταξιούχους σε οποιαδήποτε κοινωνική διαπραγμάτευση και σε οποιαδήποτε διαμόρφωση συσχετισμού δυνάμεων;. Και φυσικά αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία και για τα νέα κοινωνικά κινήματα. Τα κόμματα πρέπει να σέβονται την αυτονομία της κοινωνίας των πολιτών. Αλλά και η κοινωνία των πολιτών πρέπει να αναγνωρίζει το θεσμικό, προγραμματικό και πολιτικό ρόλο των κομμάτων, που είναι αναντικατάστατος, που είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Όλα αυτά δε δεν αφορούν μόνο το επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Δεν αφορούν μόνον τη λειτουργία της κυβέρνησης και της Βουλής. Αφορούν όμως πρωτίστως την κεντρική πολιτική σκηνή. Χρειαζόμαστε άλλο μοντέλο οργάνωσης της κυβέρνησης. Είδαμε να φτάνει στα όριά του και να ευτελίζεται το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα λειτουργίας της κυβέρνησης. Είδαμε η Βουλή η ίδια να εκπίπτει στα μάτια και τη συνείδηση των πολιτών. Άρα χρειάζονται μέτρα αναβάθμισης του κοινοβουλίου. Μέτρα αποκατάστασης της σχέσης ανάμεσα στη Βουλή και τους πολίτες. Μέτρα που είναι εύκολο να ληφθούν με απλή τροποποίηση του κανονισμού της Βουλής. Χρειάζεται άλλη αντίληψη για τα λειτουργία των επιτροπών και των υποεπιτροπών της Βουλής. Απαιτείται άλλη αντίληψη για τις προ ημερησίας διατάξεως συζητήσεις. Χρειαζόμαστε ένα κοινοβούλιο των βουλευτών και όχι μόνο των αξιωματούχων. Ένα κοινοβούλιο που να βρίσκεται μπροστά και όχι πίσω από τα γεγονότα. Ένα κοινοβούλιο που αναδεικνύει και δεν συγκαλύπτει τα προβλήματα. Ένα κοινοβούλιο που δίνει βήμα στον ίδιο τον πολίτη μέσα από μια επιτροπή αναφορών που λειτουργεί σε άλλες βουλές και λειτουργεί και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προσφέρει τη δυνατότητα σε άτομα και συλλογικούς φορείς να εμφανιστούν και να αναφέρουν με το δικό τους τρόπο και τη δική τους γνησιότητα το πρόβλημα που τους απασχολεί.

Και βέβαια όταν μιλάω για ένα άλλο σύστημα οργάνωσης της κυβέρνησης, για υπέρβαση του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος διακυβέρνησης δεν έχω στο μυαλό μου μόνον τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση. Έχω στο μυαλό μου τα παραδείγματα από πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ούτε η λύση είναι οι πολιτικομματικές, συμμαχικές κυβερνήσεις χωρίς θεσμικές εγγυήσεις διαφάνειας. Μπορεί μια μονοκομματική κυβέρνηση να λειτουργεί θεσμικά και μια πολυκομματική κυβέρνηση να λειτουργεί παραθεσμικά. Χρειάζεται συνεπώς κομματική οργάνωση και κομματικό ήθος τέτοιο, ώστε η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να σέβεται τους θεσμούς και να εμπνέει εμπιστοσύνη στους πολίτες.

Πριν συνεπώς από ο,τιδήποτε άλλο, πριν από οποιαδήποτε θεσμική παρέμβαση χρειάζονται μέτρα αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς. Μέτρα αναστήλωσης του ηθικού κύρους της πολιτικής.

Το πρόβλημα του πολιτικού συστήματος, το πρόβλημα του κομματικού συστήματος, το πρόβλημα όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων και στο πλαίσιο αυτό φυσικά και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ είναι πρωτίστως πρόβλημα ηθικό. Και για να μιλήσω πιο συγκεκριμένα για το δικό μας χώρο, για το χώρο του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος, για το χώρο της ευρύτερης κυβερνητικής και πλειοψηφικής κεντροαριστεράς, για το χώρο της μεγάλης δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης, πρέπει να πω ότι αυτό ακριβώς είναι η προτεραιότητά μας: η αναστύλωση του ηθικού κύρους της παράταξης.

Το ΠΑΣΟΚ πρέπει να ξαναβρεί την ηθική της αριστεράς, της μεγάλης κεντροαριστεράς. Ηθική της κεντροαριστεράς όμως σημαίνει ηθική της κοινωνικής ευαισθησίας. Ηθική της κοινωνικής δικαιοσύνης, ηθική της κοινωνικής αλληλεγγύης, ηθική της αναδιανομής, ηθική της υπεράσπισης των αδυνάτων και των αδικουμένων. Αυτό είναι ο πρώτος απαράβατος όρος για την ηθική αναστύλωση της παράταξης και μέσω αυτής όλου του πολιτικού συστήματος.

Πρέπει να ξαναβρούμε το νήμα της ηθικής της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης. Η δημοκρατική παράταξη ήταν πάντοτε παράταξη αξιών. Παράταξη που προστάτευε χωρίς διαπραγματεύσεις τα δημοκρατικά δικαιώματα, τα ατομικά δικαιώματα και τις συλλογικές ελευθερίες. Στα ζητήματα αυτά δεν χωρούν εκπτώσεις, δεν χωρούν συμβιβασμοί επικοινωνιακού χαρακτήρα με τη συγκυρία. Τα δικαιώματα του ατόμου, η προστασία του ιδιωτικού βίου, το απόρρητο της ποινικής προδικασίας, το τεκμήριο αθωότητας είναι αξίες που για μας πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτες και απαράβατες. Γιατί όταν κάποιος φλερτάρει με την ιδέα της προσβολής των δικαιωμάτων αυτών, θα βρεθεί ο ίδιος θύμα μιας παρόμοιας προσβολής.

Πρέπει να καταπολεμήσουμε αν θέλουμε να αναστυλώσουμε την ηθική της δημοκρατικής παράταξης, την ανοσία της κοινωνίας απέναντι σε τέτοια φαινόμενα μιθριδατισμού γιατί η συνείδηση της κοινωνίας δηλητηριάζεται με την άποψη ότι είναι φυσικό, ότι είναι αναπόφευκτο να προσβάλλονται τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα χάριν διαφόρων σκοπιμοτήτων. Μόνο ο σεβασμός των ελευθεριών προσφέρει τελικά την ελευθερία στην ασφάλεια. Γιατί πράγματι η ασφάλεια είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Προστατεύεται όμως με συγκεκριμένους τρόπους μέσα από το σεβασμό του κράτους δικαίου, της νομιμότητας και των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων.

Πρέπει να ξαναβρούμε την ηθική της πολιτικής ευθύνης γιατί είμαστε ένα μεγάλο κόμμα εξουσίας. Ένα κόμμα που άσκησε, που θα ασκήσει εξουσία, ένα κόμμα που με τον τρόπο του ως αντιπολίτευση ασκεί εξουσία, γιατί παίζει σημαντικό ρόλο, αναντικατάστατο ρόλο στη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών και κοινοβουλευτικών θεσμών.

Ηθική της πολιτικής ευθύνης όμως σημαίνει ηθική της τεκμηρίωσης, του ρεαλισμού, της κοινής λογικής, των πρακτικών και συγκεκριμένων μέτρων. Ηθική της ευθύνης σημαίνει πως εφαρμόζουμε μια πολιτική λαϊκή αλλά όχι λαϊκιστική, μια πολιτική που έχει ταυτότητα, που έχει προοδευτικό πρόσημο, αλλά μια πολιτική που δεν είναι και σε καμία περίπτωση στενά κομματική ή πολύ περισσότερο μικροκομματική.

Η μετα-αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -το είπα και στην Αθήνα παρουσία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, που με τίμησε με την προσέλευσή του στην αντίστοιχη εκδήλωση- δεν είναι κάτι διαφορετικό ή κάτι άλλο από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο, είναι η ανακαίνιση, η αξιοποίηση των θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και η προσθήκη πολλών δυνατοτήτων συμμετοχής του πολίτη με ενεργό και προσωπικό τρόπο, ώστε να αποκτήσει ξανά την αίσθηση ότι έχει νόημα η ενασχόληση με την πολιτική. Ότι έχει νόημα πρακτικό, ότι έχει νόημα οικονομικό, ότι έχει νόημα για τη ζωή του και τη ζωή των παιδιών του και της οικογένειάς του. Γι’ αυτό θέλω να τονίσω σήμερα ότι η μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι πριν από οτιδήποτε άλλο δημοκρατία της διαφάνειας. Αυτό όμως προϋποθέτει νέου τύπου μέτρα για την προστασία της διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς.

Ο κόσμος κλείνει τα αυτιά του σε κλασικού τύπου προτάσεις να προστεθούν και άλλοι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Δεν πείθεται ότι η ολοένα και αυστηρότερη ποινικοποίηση συμπεριφορών μπορεί να καταστείλει τη διαφθορά και να προστατέψει τη διαφάνεια. Δεν μας λείπει η αυστηρή ποινική νομοθεσία. Δεν μας λείπουν οι ανεξάρτητες αρχές και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί. Το θέμα είναι η αποτελεσματικότητα, η διαρκής και αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών αυτών.

Άρα χρειάζεται κάτι άλλο, κάτι διαφορετικό. Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και την προστασία της διαφάνειας. Ένα σχέδιο βασισμένο σε πρακτικά μέτρα, στην κοινή λογική και κυρίως στην ενεργό συμμετοχή των ίδιων των πολιτών.

Η διαφθορά είναι πρόβλημα θεσμικό βεβαίως, νομικό, ποινικό, διοικητικό. Είναι πρόβλημα ηθικό, είναι πρόβλημα αναμφισβήτητα πολιτικό, είναι όμως πριν από οτιδήποτε άλλο πρόβλημα αναπτυξιακό. Στη χώρα μας η εκτεταμένη διαφθορά, μικρής και μεγάλης κλίμακας, συνδέεται με τις ατυπίες της ελληνικής οικονομίας : με τη μεγάλη παραοικονομία, με τη φοροδιαφυγή, με την εισφοροδιαφυγή, με την πολεοδομική αναρχία, με πλήθος παρόμοιων φαινόμενων. Και η στάση των πολιτών, η στάση της κοινωνίας είναι αναμφίβολα αντιφατική. Οι πολίτες καταγγέλλουν τη διαφθορά ως δημόσιο φαινόμενο, καταγγέλλουν τη διαφθορά όταν είναι θύματά της, αλλά δεν σκέπτονται ότι μπορεί και οι ίδιοι να συμπράττουν στην αναπαραγωγή των φαινομένων της αδιαφάνειας και της διαφθοράς. Ένα ολόκληρο γραφειοκρατικό κράτος τρέφεται μέσα από τη διαφθορά αλλά και την τροφοδοτεί. Η ίδια η νομοθεσία ουσιαστικά κλείνει το μάτι στην αδιαφάνεια και τη διαφθορά. Είναι όμως λάθος να πιστεύουμε ότι η διαφθορά είναι μόνο πρόβλημα του δημόσιου τομέα και των δημοσίων αρχών. Είναι ένα ζήτημα που αφορά όχι μόνο το πολιτικό και διοικητικό σύστημα της χώρας, αλλά ένα ζήτημα που αφορά και την οικονομία και τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία ως τέτοια. Ένα ζήτημα που είδαμε ότι αφορά ευθέως και τα μέσα ενημέρωσης και το σύστημα επικοινωνίας που είναι σύστημα πολιτικής ισχύος και επιρροής στη χώρα μας.

Η διαφθορά συνδέεται ουσιαστικά με μια παθολογική παραδοχή. Ότι η οδός της παρανομίας είναι οδός γρηγορότερη, αποτελεσματικότερη, φτηνότερη σε σχέση με το ΙΚΑ , σε σχέση με την εφορία ,σε σχέση με τις πολεοδομικές υπηρεσίες και σε σχέση με τη λειτουργία του δημόσιου συστήματος υγείας. Άρα πρέπει να αλλάξουμε αυτήν την παραδοχή. Πρέπει να πείσουμε την κοινωνία ότι μπορεί να υπάρξει μια άλλη κατανομή κόστους και οφέλους μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, μεταξύ διαφάνειας και διαφθοράς. Αυτό σημαίνει πάρα πολύ απλά ότι αν θέλουμε να κάνουμε πράγματι κάτι, πρέπει το νόμιμο να επιβληθεί ως συμφέρον. Αν οι πολίτες δεν αντιληφθούν ότι το νόμιμο συμφέρει, ότι είναι φθηνότερο, ότι είναι γρηγορότερο, ότι είναι αποτελεσματικότερο, τότε ποτέ δεν πρόκειται να καταπολεμηθεί το φαινόμενο της αδιαφάνειας και της διαφθοράς που αναπαράγει ανισότητες και αδικίες και υψώνει αντιαναπτυξιακούς φραγμούς. Και οι φραγμοί αυτοί έχουν μεγάλη σημασία για την ελληνική περιφέρεια, έχουν μεγάλη σημασία για τη Θεσσαλονίκη που βρίσκεται γεωγραφικά μακριά από τα κέντρα λήψεως αποφάσεων όχι μόνο του πολιτικού και του διοικητικού συστήματος, αλλά και του τραπεζικού και οικονομικού συστήματος της χώρας.

Άρα χρειαζόμαστε ριζικά διαφορετικούς θεσμούς ελέγχου, τελείως διαφορετικές εγγυήσεις που βασίζονται στην παρουσία των πολιτών ως εγγυητών της δημοσιότητας και άρα της διαφάνειας. Τέτοια μέτρα μπορεί να είναι:

Πρώτον, η ριζική απλούστευση και κωδικοποίηση της νομοθεσίας και ιδίως κρίσιμων τομέων όπως η φορολογική και η πολεοδομική νομοθεσία. Μια τέτοια τομή θα καταργούσε αιτίες και εστίες διαφθοράς. Το μέτρο της ριζικής, εθνικής κωδικοποίησης της νομοθεσίας, είναι μέτρο που υπερβαίνει και το εθνικό κτηματολόγιο και τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό. Είναι μέτρο στο οποίο πρέπει να επενδύσουμε αντίστοιχα κονδύλια και να το καταστήσουμε εθνικό αναπτυξιακό στόχο.

Δεύτερον, η απλούστευση, αλλά κατά κυριολεξία όχι εικονικά και συμβατικά, όλων των διοικητικών διαδικασιών. Έχουμε μια διοικητική διαδικασία νομικιστική, γραφειοκρατική, ευθυνόφοβη, μια διοικητική διαδικασία που βασίζεται σε μια αυταρχική συνείδηση του κράτους. Ο πολίτης δυσανασχετεί απέναντι σε ένα κράτος γραφειοκρατικό, αυταρχικό, αναποτελεσματικό που είναι παρόν όταν δεν χρειάζεται με μια παλιά αστυνομική νοοτροπία και είναι απόν σε κάθε στιγμή ανάγκης του πολίτη. Όταν υπάρχει μια φυσική καταστροφή, όταν υπάρχει μια απειλή κατά της ζωής ή της περιουσίας του. Όταν υπάρχει ένας σεισμός, μια πυρκαγιά, μια πλημμύρα. Άρα χρειαζόμαστε μια διοικητική διαδικασία τελείως διαφορετική, βασισμένη στην αποτελεσματικότητα και την εξυπηρετικότητα, με ευελιξία. Και βέβαια όλα αυτά απαιτούν άμεση δημοσιοποίηση όλων των στοιχείων, πλην των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων. Η άμεση δημοσιοποίηση θα μπορούσε να αλλάξει το κλίμα σε όλο το δημόσιο.

Τρίτον, η αναβάθμιση του κοινοβουλίου στην οποία ήδη αναφέρθηκα. Πρέπει ο κόσμος να πειστεί ότι δεν είναι σχεδόν «παράνομη» και «εγκληματική» δραστηριότητα η συμμετοχή στο κοινοβούλιο. Ότι το κοινοβούλιο είναι ο ναός της δημοκρατίας, είναι ο συμβολικός τόπος στον οποίο εκφράζεται ο κοινωνικός συσχετισμός, άρα και η δυνατότητα ανατροπής του συσχετισμού αυτού.

Τέταρτον, η ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος του λεγόμενου μαύρου χρήματος και ειδικότερα του «πολιτικού χρήματος». Μόνο που πολιτικό χρήμα δεν είναι μόνο το κομματικό χρήμα. Πολιτικό χρήμα είναι ο,τιδήποτε σχετίζεται με το «λαθρεμπόριο» πολιτικής και κοινωνικής επιρροής. Τέτοιο μαύρο χρήμα είδαμε ότι υπάρχει στα μέσα ενημέρωσης, φυσικά υπάρχει στη λειτουργία των επιχειρήσεων, μικρών και μεγάλων, αλλά δεν εξομοιώνω ποτέ την αγωνία ενός αυτοαπασχολούμενου ή ενός πολύ μικρού επιχειρηματία με τις διασυνδέσεις και τις διαπλοκές στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο. Άρα εγγυήσεις ανάλογες με αυτές που προτείνουμε για το πολιτικό χρήμα με τη στενή έννοια του όρου (αποκλειστικά κρατική χρηματοδότηση υπό τον διαρκή έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου), η αποκλειστικά κρατική χρηματοδότηση υπό το διαρκή έλεγχο του ελεγκτικού συνεδρίου πρέπει να ισχύσουν και για τα μέσα ενημέρωσης και για τους συνδικαλιστικούς φορείς και για την τοπική αυτοδιοίκηση και για τις μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Πέμπτον, η θέσπιση ενός σταδίου δημόσιας διαβούλευσης για τις προδιαγραφές και τις προκηρύξεις κάθε δημόσιου διαγωνισμού για έργα, προμήθειες ή παροχή υπηρεσιών όχι μόνο στο επίπεδο των υπουργείων αλλά και στο επίπεδο των δήμων και στο επίπεδο των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και στο επίπεδο των δημοσίων επιχειρήσεων και των μεγάλων επιχειρήσεων που λειτουργούν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια αλλά υπηρετούν το γενικό συμφέρον, πριν από τη δημοσίευση της προκήρυξης. Όταν μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει προβλήματα που στη συνέχεια εξελίσσονται σε πηγές διαφθοράς αλλά και αντιδικίας.

Έκτον, κάτι πολύ απλό που εφαρμόζεται σε χώρες όπως η Τουρκία στη διαδικασία των αποκρατικοποιήσεων, είναι η δημόσια συνεδρίαση όλων ανεξαιρέτως των επιτροπών αξιολόγησης προσφορών και διαπραγματεύσεων για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων και πάλι σε όλα τα επίπεδα, από το επίπεδο της πρωτοβάθμιας τοπικής αυτοδιοίκησης έως το επίπεδο της κυβέρνησης. Μπορείς κάλλιστα να έχεις ένα ακροατήριο πολιτών που επιλέγονται με κλήρωση ή να έχεις τηλεοπτική μετάδοση της συνεδρίασης. Μπορεί αυτό να αφορά έναν δήμο, μπορεί να αφορά ένα νομό, μπορεί να αφορά το σύνολο της χώρας, μπορεί να αφορά μια μικρή σύμβαση, μπορεί όμως να αφορά και μια πολύ μεγάλη σύμβαση για ένα αναπτυξιακό δημόσιο έργο επιπέδου αεροδρομίου ή γέφυρας Ρίου -Αντίρριου.

Έβδομον, η συγκρότηση κοινωνικών επιτροπών διαφάνειας με μέλη που κληρώνονται από πολίτες που ενδιαφέρονται να παίξουν το ρόλο αυτό, αλλά για πολύ μικρό χρόνο με αυστηρά περιορισμένη θητεία ώστε να μην εγκαθιδρύουμε νέους παράγοντες και διαμεσολαβητές. Η παρουσία αυτών των επιτροπών μπορεί να αναβαθμίσει τη λειτουργία όλων των κρίσιμων δημοσίων υπηρεσιών. Μπορεί να αλλάξει την κατάσταση στην πολεοδομία, στην εφορία, στα δασαρχεία, μπορεί να αλλάξει τη σχέση δυσπιστίας και να τη μετατρέψει σε σχέση εμπιστοσύνης.

Όγδοον, το πιο κρίσιμο ίσως από όλα, η ποινική και γενικότερα νομοθετική αντιμετώπιση του φαινομένου του άμεσου ή έμμεσου πολιτικού και επικοινωνιακού εκβιασμού προς παράνομο όφελος κάποιου, έτσι ώστε να κατασταλεί το ευρύτερο φαινόμενο του «λαθρεμπορίου» επικοινωνιακής ή πολιτικής επιρροής. Ενός «λαθρεμπορίου» που νοθεύει τα κριτήρια και τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης, άρα νοθεύει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας.

Η πρόταση μου για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, για μια νέα αντιπροσωπευτική δημοκρατία, για την ανακαίνιση του συστήματος διακυβέρνησης -αυτό εννοώ με τον όρο μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία- είναι μια πρόταση που θέλει να επαναφέρει στο προσκήνιο το ιστορικό και αξιακό περιεχόμενο της δημοκρατίας. Όταν διαμορφώθηκαν οι θεσμοί με τους οποίους αγωνίζονται να λειτουργήσουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες του 21ου αιώνα, όταν δηλαδή βρισκόμασταν μέσα στις κοινωνικές συνθήκες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, το αίτημα για καθολική ψηφοφορία, το αίτημα για πολιτικά δικαιώματα, το αίτημα για κράτος δικαίου και αντιπροσωπευτική δημοκρατία ήταν στην πραγματικότητα ένα αίτημα ριζοσπαστικής αναδιανομής. Έπρεπε ο κόσμος που συσσωρευόταν στις πόλεις, μέσα σε άθλιες συνθήκες ζωής, να βρει διέξοδο. Έπρεπε ο νέος συσχετισμός των κοινωνικών δυνάμεων να εκφραστεί στο πολιτικό επίπεδο. Άρα η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ήταν μια κατάκτηση αλλά και ένας μηχανισμός προώθησης της κοινωνικής δικαιοσύνης. Επίσης ήταν το κέλυφος που διευκόλυνε την οικονομική μεγέθυνση, την ανάπτυξη. Πρέπει να ξαναβρούμε αυτό το κομμένο νήμα. Και αυτό είναι υποχρέωση όλων των πολιτικών δυνάμεων, ιδίως όμως αυτών που θέλουν να λειτουργούν στο όνομα του γενικού συμφέροντος, στο όνομα της πλειοψηφίας του λαού, στο όνομα κυρίως μιας κυβερνητικής πλειοψηφικής κεντροαριστεράς για να μιλήσω από την οπτική γωνία της δικής μας παράταξης, του δικού μας κόμματος του ΠΑΣΟΚ.

Χρειαζόμαστε όμως μια άλλη κεντροαριστερά. Μια κεντροαριστερά που να μην είναι φοβική και αμυντική, αλλά μια κεντροαριστερά που μπορεί να ξαναπάρει στα χέρια της το νήμα των ανατροπών, το νήμα των αλλαγών, το νήμα των προοδευτικών μεταρρυθμίσεων. Γιατί δεν υπάρχουν μεταρρυθμίσεις ουδέτερες, δεν υπάρχουν μεταρρυθμίσεις χωρίς κατεύθυνση, δεν υπάρχουν μεταρρυθμίσεις κοινής αποδοχής. Χρειάζονται συναινέσεις, χρειάζονται μεταπλειοψηφικές προσεγγίσεις σε πάρα πολλά θέματα, ιδίως εκεί όπου αναπαράγεται το πολιτικό σύστημα ή εκεί όπου ελέγχεται το πολιτικό σύστημα. Προβλέπονται τώρα τέτοιες μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις: δεν μπορεί μια πλειοψηφία να αλλάξει μόνη της άμεσα τον εκλογικό νόμο. Δεν μπορεί μια πλειοψηφία μόνη της να επιλέξει τις ανεξάρτητες αρχές. Δεν μπορεί μια πλειοψηφία μόνη της να ρυθμίσει το ζήτημα της ψήφου των αποδήμων. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Χρειάζεται η μετααντιπροσωπευτική δημοκρατία να είναι μια δημοκρατία συναινετική αλλά ταυτόχρονα και πολιτική. Όχι συντεχνιακή και όχι της αδιαφάνειας και του πολιτικού παρασκηνίου.

Έχει μεγάλη σημασία να δούμε αν αυτά που λέω είναι εφικτά μέσα στη παρούσα συγκυρία. Η συγκυρία είναι η δυσμενέστερη δυνατή. Αναφέρθηκα ήδη στην γνωστή υπόθεση Ζαχόπουλου. Νομίζω ότι ανεδείχθη το θεσμικό πρόβλημα της χώρας. Δεν αναφέρομαι στην περιπέτεια ενός ατόμου του οποίου τα δικαιώματα θίγονται χωρίς κανένα φραγμό, γιατί θεωρείται αθώος έως ότου κριθεί η υπόθεσή του δικαστικά και μάλιστα τελεσίδικα, αναφέρομαι στη θεσμική διάθεση της υπόθεσης. Φάνηκαν τα όρια της λειτουργίας του συστήματος. Χρειάζονται άλλου τύπου παρεμβάσεις, γιατί οι παλιές εγγυήσεις κατέρρευσαν. Πού είναι οι ανεξάρτητες αρχές με αφορμή την υπόθεση αυτή; Πώς λειτουργεί η δικαιοσύνη με εξαίρεση τη μοναχική προσπάθεια ορισμένων λειτουργών; Κανοναρχείται από τα μέσα ενημέρωσης και τα τροφοδοτεί και δεν υπάρχει χειρότερη μορφή λαϊκισμού από το δικαστικό και εισαγγελικό λαϊκισμό.

Στην άλλη υπόθεση στην υπόθεση της Siemens , που έχει απλώσει ένα γκρίζο σύννεφο επάνω σε όλο το κομματικό σύστημα της χώρας, είδαμε τη Βουλή, με ευθύνη της κυβερνητικής πλειοψηφίας, να απορρίπτει την πρόταση της εξεταστικής επιτροπής και άρα να επιτρέπει στον καθένα να αναπαράγει την ισοπεδωτική αντίληψη πως όλοι είναι ίδιοι και όλοι έχουν κάτι να κρύψουν. Ε, όχι δεν είμαστε όλοι ίδιοι και δεν έχουμε όλοι κάτι να κρύψουμε. Όσο διατηρείται και αναπαράγεται το κλίμα αυτό, καμία πολιτική πρωτοβουλία δεν μπορεί να πετύχει.

Είδαμε την ομιλία του πρωθυπουργού προχτές στη Βουλή κατά τη συζήτηση δήθεν του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες απαιτούν, αν μη τι άλλο, αξιόπιστους συνομιλητές. Και μια κυβέρνηση που έχει καταστήσει την κοινωνία εχθρό της δεν είναι σε καμία περίπτωση αξιόπιστος συνομιλητής της κοινωνίας και εγγυητής των δικαιωμάτων της.

Έχουμε πει πολλές φορές- ο Γιώργος Παπανδρέου τα κωδικοποίησε όλα αυτά στην ομιλία του -πως πρέπει να δούμε από τελείως διαφορετική οπτική γωνία το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας. Να ένα εξαιρετικό παράδειγμα στο οποίο μπορεί να δοκιμαστεί η νέα ποιότητα του πολιτικού λόγου. Να ένα εξαιρετικό παράδειγμα που μπορεί να μας επιτρέψει να αποδείξουμε ότι οι εφαρμογές της μετααντιπροσωπευτικής δημοκρατίας μπορούν να αλλάξουν το κλίμα.

Χρειάζεται πράγματι ο κοινωνικός διάλογος. Χρειάζεται να έχεις έγκυρους κοινωνικούς εταίρους. Χρειάζεται να έχεις κόμματα και συνδικαλιστικούς φορείς που αναλαμβάνουν την ευθύνη. Αλλά χρειάζονται και ιδέες, χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση μακριά από στερεότυπα χωρίς εκφοβισμούς. Γιατί το πρώτο που χρειάζεται προκειμένου να προχωρήσουμε σε μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση είναι να αποκατασταθεί το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των ασφαλισμένων, μεταξύ των συνταξιούχων, ανάμεσα στην κοινωνία και το κράτος. Πρέπει όμως να μιλήσουμε με τελείως διαφορετικό τρόπο και επιλέγω πέντε σημεία επιγραμματικά που μπορούν να δώσουν αυτή τη διαφορετική αίσθηση για το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας.

Πέντε πολύ απλές διαπιστώσεις που τις αποκρύπτει ο κυβερνητικός λόγος συστηματικά.

1. Το πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας δεν είναι πρόβλημα παροχών και άρα δαπανών, αλλά πρόβλημα εσόδων των κοινωνικοασφαλιστικών φορέων. Το πρόβλημα δεν δημιουργείται επειδή είμαστε χαλαροί και γενναιόδωροι στις παροχές, αλλά γιατί έχουμε μειωμένα έσοδα. Όσο κοιτάμε τις παροχές και θέλουμε να τις περιορίσουμε χάνουμε από μπροστά μας το δάσος που είναι τα μειωμένα έσοδα του κοινωνικοασφαλιστικού.

2. Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να μιλήσουμε με ορθολογικό και διορατικό τρόπο για το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας, εάν δεν το προσεγγίσουμε από την οπτική γωνία του μοντέλου ανάπτυξης και άρα της διεύρυνσης της συνολικής απασχόλησης και κυρίως της απασχόλησης των γυναικών. Εάν δεν αντιληφθούμε ότι το πρόβλημα είναι πρόβλημα μειωμένης απασχόλησης και ιδίως απασχόλησης των γυναικών, ουσιαστικά εντοπίζουμε περιφερειακά σημεία και όχι την καρδιά του προβλήματος.

3. Είναι αναγκαία η διαφοροποίηση ανάμεσα στις επιχειρήσεις έντασης εργασίας και στις επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου. Είναι άδικο και αναπτυξιακά και κοινωνικά να μεταχειρίζεται κανείς με τον ίδιο τρόπο επιχειρήσεις που απασχολούν πολλούς εργαζόμενους και κυρίως μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις που προσφέρουν δουλειά, επιχειρήσεις έντασης εργασίας ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών και επιχειρήσεις έντασης κεφαλαίου που χωρίς να προσφέρουν απασχόληση αποκομίζουν πολλά κέρδη γιατί αυτή είναι η λογική του συστήματος, αλλά πρέπει η συμβολή στην κοινωνική αναδιανομή να είναι διαφορετική.

4. Θα ματαιοπονούν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, όλες οι δυτικές κοινωνίες, αναζητώντας λύσεις μόνο στο ασφαλιστικό σύστημα, εάν δεν συνειδητοποιήσουν ότι είναι απολύτως αναπόφευκτο και μοιραίο, αργά ή γρήγορα, -και το γοργό και χάρη έχει- το ασφαλιστικό σύστημα να διασυνδεθεί απολύτως με το φορολογικό σύστημα της χώρας. Είναι τόσο μεγάλη η δημόσια δαπάνη και θα γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη, άρα πρέπει να συνδέσουμε λειτουργικά το ασφαλιστικό με το φορολογικό σύστημα της χώρας φυσικά και ελεγκτικά και μηχανογραφικά αλλά πρωτίστως λειτουργικά.

5. Όταν μιλούμε για το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας δεν μιλούμε μόνο για συντάξεις μιλούμε φυσικά και για τον κλάδο υγείας και πρέπει επιτέλους να ξαναμιλήσουμε στη χώρα μας για το κατάντημα του δημόσιου συστήματος υγείας, για τον εκφυλισμό και την υποβάθμιση και την εγκατάλειψη του εθνικού συστήματος υγείας που έχει πάρει διαστάσεις εθνικού και κοινωνικού σκανδάλου τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Αν δεν ανακαινίσουμε το δημόσιο σύστημα υγείας και αν δεν φτάσουμε επιτέλους σε ένα σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, δεν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τα βάρη του κλάδου υγείας που είναι προφανές ότι δεν αφορούν μόνο τους ασφαλισμένους, αλλά καθέναν που βρίσκεται στη χώρα μας. Καθέναν που βρίσκεται σε ένα ολοκληρωμένο κοινωνικό κράτος δικαίου και αλληλεγγύης όπως θέλουμε να είναι η Ελλάδα.

Είναι λοιπόν υποχρέωση όλων μας, είναι όμως πρωτίστως υποχρέωση των προοδευτικών δυνάμεων, της μεγάλης προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης που εκφράζει το ΠΑΣΟΚ, να αντισταθούμε στο νοσηρό κλίμα που επικρατεί. Έχουμε την υποχρέωση να αποκαταστήσουμε την αυτοεκτίμηση της κοινωνίας. Να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη μας στο κράτος. Πρέπει το ΠΑΣΟΚ, πρέπει η κεντροαριστερά, να μιλά χωρίς συμπλέγματα ενοχών ξανά για το κράτος. Το κράτος δεν είναι η δημόσια διοίκηση, η γραφειοκρατία. Το κράτος είναι ο θεσμός των θεσμών, η σχέση των σχέσεων. Είπα και προηγουμένως και το επαναλαμβάνω ότι από το κράτος ξεκινούν όλα και στο κράτος καταλήγουν όλα.

Αν θέλουμε να έχουμε μια δίκαιη κοινωνία, πρέπει να έχουμε ένα δημοκρατικό κράτος δικαίου. Εάν θέλουμε να έχουμε σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων, πρέπει να έχουμε ένα κράτος που εγγυάται και σέβεται τα δικαιώματα. Δεν πρόκειται να τα σεβαστεί από μόνη της ούτε η κοινωνία ούτε η οικονομία και η αγορά.

Εάν θέλουμε μοντέλο ανάπτυξης ανταγωνιστικό, σύγχρονο, βασισμένο στην καινοτομία με συμμετοχή όλων των περιοχών της χώρας, τότε χρειαζόμαστε ένα κράτος που μπορεί να συναρθρώσει και να θέσει σε εφαρμογή ένα ολοκληρωμένο μοντέλο ανάπτυξης.

Αν θέλουμε κοινωνία συνοχής και αλληλεγγύης, χρειαζόμαστε ένα πραγματικό ολοκληρωμένο αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος. Ένα κοινωνικό κράτος, ένα κράτος δηλαδή που ξεπερνά τους φραγμούς της συνεχιζόμενης δημοσιονομικής και δημογραφικής κρίσης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου και δίνει διέξοδο στις αγωνίες και τις ανασφάλειες της κοινωνίας.

Εάν θέλουμε αναδιανομή του κοινωνικού πλεονάσματος, τότε χρειαζόμαστε ένα κράτος που μπορεί να επιβάλει κανόνες αναδιανομής.

Εάν θέλουμε δημοκρατία, εάν θέλουμε πολιτική, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το κράτος είναι το γήπεδο της δημοκρατίας και της πολιτικής. Πρέπει να ξαναμιλήσουμε γι’ αυτές τις βασικές έννοιες. Για το στόχο της ανάπτυξης και για το στόχο της πλήρους απασχόλησης. Πρέπει να ξαναμιλήσουμε για τον κευνσιανισμό, για τις σχέσεις του με την αριστερά, γιατί αλλιώς δεν θα μπορέσουμε ποτέ ως μεγάλη προοδευτική δημοκρατική παράταξη, να ξεπεράσουμε την επίπλαστη ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και του κριμένου πίσω από τον νεοφιλελευθερισμό αυταρχισμού και συντηρητισμού.

Ας μην φοβόμαστε να μιλήσουμε ξανά για πολιτική, για δημοκρατία, για κράτος, για αναδιανομή. Η ριζοσπαστική αναδιανομή μπορεί να είναι ένα όραμα, ένα όραμα πρακτικό, ρεαλιστικό, εφικτό. Χρειαζόμαστε μια άλλη πολιτική, χρειαζόμαστε θεσμούς που να επιτρέπουν την ανάπτυξη αυτής της άλλης πολιτικής. Η ριζοσπαστική αναδιανομή και η μετα-αντιπροσωπευτική δημοκρατία προσφέρουν το πλαίσιο αυτό.

 


* Η ομιλία του Ευ. Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε στον κινηματογράφο ΟΛΥΜΠΙΟΝ, στη Θεσσαλονίκη, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του ιδίου, «Προς μια μετα – αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Οι Θεσμικές προϋποθέσεις μιας άλλης πολιτικής», Εκδόσεις Πόλις, 2008.
Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2008Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2008