17 Ιουνίου 2009

"Θεσμικός, Ευρωπαϊκός και Πολιτικός Λόγος του Δημήτρη Θ. Τσάτσου"


Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας, ευχαριστώ την καθεμιά και τον καθένα από εσάς. Ευχαριστώ ιδιαιτέρως την Άννα, την Αλεξία, την Αφροδίτη και θα μου επιτρέψετε να μνημονεύσω και δύο ανθρώπους που μπορούν να μαρτυρήσουν για τη διάρκεια και το βάθος της δικής μου σχέσης με τον Δημήτρη Τσάτσο, τον Αναστάσιο Πεπονή και τον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη.



Με τον Δημήτρη Τσάτσο συμπορευόμαστε επιστημονικά, πολιτικά και προσωπικά 35 χρόνια. Όταν τον γνώρισα, λίγες μέρες μετά την μεταπολίτευση, ήμουν πρωτοετής φοιτητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, χωρίς να έχω κλείσει καν τα 18 μου χρόνια. Kαι εκείνος σε μια ηλικία που τότε μου φαινόταν υπερβολικά ώριμη, μόλις 41 ετών, ήταν μια κορυφαία, κατά κυριολεξία κορυφαία, πολιτική και επιστημονική προσωπικότητα που κυριαρχούσε στο σκηνικό της μεταπολίτευσης. Ελπιδοφόρος, μαζί με άλλους ανθρώπους του ίδιου ήθους, Γενικός Εισηγητής της αντιπολίτευσης στην Ε΄ Αναθεωρητική Βουλή που παρασκεύασε το δημοκρατικό, μεταδικτατορικό Σύνταγμα της χώρας.


Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία, εδώ:

 

{audio}http://premium.fileden.com/premium/2009/4/10/2398305/palaiavouli.mp3{/audio}



Δεν θα αναφερθώ όμως σε αυτά τα βιώματα, γιατί ξέρω ότι αυτό θα ενοχλούσε το Δημήτρη Τσάτσο αν ήταν σήμερα παρών. Και ξέρω πως εάν η υγεία του το επέτρεπε θα μπορούσε να έχει σκηνοθετήσει την απουσία του, που είναι αναγκαστική κι όχι ηθελημένη, γιατί έτσι θα είχε την απόλαυση να μας παρακολουθεί να τον εγκωμιάζουμε. Και γιατί έτσι θα μας διευκόλυνε να πούμε τη γνώμη μας για το έργο του και για τον ίδιο, χωρίς το συναισθηματικό και συμβολικό βάρος της παρουσίας του, η οποία όμως είναι αναπόφευκτη γιατί υπερίπταται ως πνεύμα στην αίθουσα αυτή.

Ο Δημήτρης Τσάτσος - για να πάρω το νήμα απ’ αυτά που με τόσο γλαφυρό, λόγιο και ταυτοχρόνως ανθρώπινο τρόπο, είπε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς κλείνοντας με τον Θερβάντες και τον Γκαίτε - ξέρει πάρα πολύ καλά πως ο άνθρωπος, σε αντίθεση με όλα τα άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά, έχει ένα καταπληκτικό και αναντικατάστατο πλεονέκτημα. Δεν ζει μόνον τα βιώματα και τις εμπειρίες του αλλά ζει και τα όνειρά του, ζει και τις πολλαπλές αφηγήσεις του. Άρα έχει το πλεονέκτημα να ζει σε πολλά επίπεδα, σε πολλούς χρόνους, τελικά ο ορίζοντάς του διευρύνεται όσο διευρύνονται τα όνειρα και οι αφηγήσεις του. Κι αν προσθέσει κανείς σ’ αυτό ένα άλλο δόγμα που το κατενόησε εξαιρετικά γρήγορα και το διαχειρίζεται διαρκώς ο Δημήτρης Τσάτσος, πως ο άνθρωπος δεν ζει απλώς τον εαυτό του αλλά και τον επινοεί, τότε έχουμε μια πλήρη εικόνα. Την εικόνα ενός Δημήτρη Τσάτσου που έχει επινοήσει τον εαυτό του ως μια –μοναδική, φυσικά,  όπως συμβαίνει με κάθε άνθρωπο και συναρπαστική προσωπικότητα η οποία πιστεύω ότι μας έχει αγγίξει όλες και όλους με κάποιο τρόπο. Το λιγότερο επειδή κάποτε τον ακούσαμε να μιλά, επειδή κάποτε τον ακούσαμε να διδάσκει, επειδή κάποτε διαβάσαμε ένα κείμενό του, επειδή κάποτε ακούσαμε μια χρήσιμη λέξη που εκφώνησε και γνωρίζει πάρα πολύ καλά τη δύναμη της εκφώνησης, τη δύναμη άρα της αναπαράστασης της δύναμης του παραστατικού και όχι μόνον του αφηγηματικού λόγου.

Πράγματι ο Τσάτσος είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σε σχέση με την αντίληψη περί πολιτικού του Μαξ Βέμπερ, γιατί από μικρός είχε την τύχη να μετέχει σ΄ ένα σκηνικό ανάλογο μ΄ αυτό που είχε στήσει ο Καραβάτζο στον πίνακά του «La vocation de Saint Mathieu» - «Η κλήση του Αγ. Ματθαίου»: Οι συνθήκες οι οικογενειακές και οι διανοητικές μέσα στις οποίες γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δ. Τσάτσος ήταν μία κλήση, ήταν ένα κάλεσμα και ταυτόχρονα μια πρόκληση. Γιατί έπρεπε να ξεπεράσει πολλές αντιστάσεις, πολλά εμπόδια, έπρεπε ουσιαστικά να διαμορφώσει εκ του μηδενός το δικό του διανοητικό, επιστημονικό και πολιτικό περιβάλλον για να αποδείξει τη χειραφέτησή του. Γιατί προερχόταν από ένα περιβάλλον που τον πλούτισε με πολλές χάρες και πολλά πλεονεκτήματα, αλλά ταυτόχρονα τον προσανατόλισε σε κάτι που ο ίδιος ενδεχομένως δεν θα ήθελε να προσανατολιστεί.

Επίσης, αξίζει να μνημονεύσω εδώ ότι ο Δημήτρης Τσάτσος μέχρι τώρα ζει συστηματικά δύο ζωές. Μία στην Ελλάδα και μία στη Γερμανία και μία αντίστοιχη εκδήλωση θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει για τον διανοούμενο, ακαδημαϊκό, ευρωπαίο, πολίτη του κόσμου, δάσκαλο Δημήτρη Τσάτσο και στη Γερμανία. Όπως έγινε προσφάτως στις Βρυξέλλες, με αφορμή την παρουσίαση της αγγλικής έκδοσης του βιβλίου του για την Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία, στο οποίο αφιέρωσε την τελευταία της συνεδρίαση η Επιτροπή συνταγματικών θεμάτων της λήγουσας τώρα περιόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Χαίρομαι, λοιπόν, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία σήμερα να μιλήσω για τον επιστημονικό και πολιτικό λόγο και τη σχέση αυτών των δύο εκδοχών του λόγου, όπως την αντιλαμβάνεται ο Τσάτσος σε ένα από τα πιο στοχαστικά και εξομολογητικά, θα έλεγα από ένα σημείο και μετά, αυτοαποκαλυπτικά δοκίμια που έχει γράψει.

Ο Τσάτσος ξέρει πάρα πολύ καλά ότι το δημόσιο και το ιδιωτικό διασταυρώνονται μέσα στην ιστορία, ότι η μικρή και η μεγάλη ιστορία συμπλέκονται, ότι δεν ξέρουμε από ένα σημείο και μετά τι είναι μικρό και τι είναι μεγάλο στην ιστορία. Η θεώρηση του Τσάτσου όπως είναι παμπολιτική είναι και πανιστορική, τελικά τα εγκιβωτίζει όλα σε ένα ιστορικό γίγνεσθαι του οποίου θέλει να είναι ταυτόχρονα αφηγητής, συντελεστής, πρωταγωνιστής και χρονογράφος. Διεκδικεί ταυτοχρόνως όλους αυτούς τους ρόλους και ακριβώς επειδή θέλει να διεκδικεί όλους τους ρόλους διατυπώνει εν τέλει ένα λόγο που αν έπρεπε να τον χαρακτηρίσω με μια λέξη θα έλεγα ότι είναι όπως η ορθόδοξη θεολογία, λόγος αποφρακτικός, είναι και δεν είναι. Ο Τσάτσος είναι ως διανοούμενος μελιζόμενος και μη διαιρούμενος. Φλέγεται, δηλαδή, ως μια βάτος  που τελικά δεν καίγεται ποτέ. Κι αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί συνεχώς μας εκπλήσσει. Όπως με εξέπληξε πριν από λίγους μήνες όταν μου έστειλε το ογκώδες χειρόγραφό του για ένα νέο βιβλίο που ετοιμάζει που είναι μια συνολική θεωρία του κράτους, μια Πολιτειολογία, ένα εγχείρημα συγγραφικό που είχαμε αρχίσει μαζί, βοηθός και συνεργάτης του εγώ το 1979. Το οποίο όμως ποτέ δεν εγκατέλειψε, γιατί ποτέ δεν εγκαταλείπει τις μεγάλες εκκρεμότητες. Έχει πει άλλωστε τη συνταρακτικά ειλικρινή φράση ότι «εγγύηση ελευθερίας είναι η εκκρεμότητα που υπάρχει». Η εκκρεμότητα που μας συνδέει με την ιστορία, με την κοινωνία, με την πολιτική, με τους ανθρώπους. Με τους ανθρώπους γιατί, μια τελικά σχέση ανθρώπων είναι και η πολιτική και η ιστορία. Μπορεί να είναι μια σχέση που μας υπερβαίνει, αλλά πάντως είναι μια σχέση στην οποία μετέχουμε και στην οποία υποτασσόμαστε.

Ο λόγος, λοιπόν, του Δημήτρη Τσάτσου είναι πάντα λόγος θεσμικός και ιστορικός. Δεν είναι λόγος συγκυριακός ούτε λόγος ειδησεογραφικός. Ο λόγος του Τσάτσου είναι βιωματικός, πρωτότυπος, στοχαστικός, δεν είναι όμως ούτε επίπλαστος, ούτε στερεότυπος, ούτε απαθής. Ο λόγος του Τσάτσου είναι έντιμος, ευθύς, είναι λόγος επώδυνος, δεν είναι λόγος στρογγυλός, πλάγιος και ανώδυνος. Ο λόγος του Δημήτρη Τσάτσου είναι λόγος επιστημονικός, με την έννοια του τεκμηριωμένου, πειθαρχημένου λόγου, που είναι ανοικτός στην αμφισβήτηση, στη διαφωνία, στην ανταπόδειξη, δεν είναι ένας λόγος όμως ουδέτερος πολιτικά, είναι ένας λόγος αξιακός, ένας λόγος βαθύτατα πολιτικός ως επιστημονικός. Δεν είναι όμως λόγος δήθεν πολιτικός, όπου το πολιτικό σε αντίθεση με το επιστημονικό ορίζεται ως αυθαίρετο, ερασιτεχνικό, επιπόλαιο, αναπόδεικτο, παλινδρομικό, αυτοδιαψευδόμενο.

Ο λόγος του φυσικά είναι ένας λόγος ευρωπαϊκός, αλλά δεν είναι ούτε αδιέξοδα ευρωσκεπτικιστικός ούτε επιπόλαια φιλοευρωπαϊκός, δηλαδή ευρωεπαρχιώτικος. Είναι ένας λόγος ευρωπαϊκός, δηλαδή ένας λόγος που υποστηρίζει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά δεν τρέφει ψευδαισθήσεις σε σχέση με το ευρωπαϊκό φαινόμενο. Γνωρίζει πάρα πολύ καλά ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα διαρκές ανοικτό πεδίο διακρατικής, δηλαδή διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης. Γνωρίζει πάρα πολύ καλά πόσο σκληροί είναι οι όροι αυτής της διαπραγμάτευσης και θέλει να βάλει στο παιχνίδι της διαπραγμάτευσης τους ευρωπαϊκούς λαούς. Δεν μπορεί όμως να παραγνωρίσει το φαινόμενο του κράτους μέσα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κι αυτό θα δούμε πώς αποδεικνύεται σε σχέση με τη διεθνή οικονομική κρίση και τους χειρισμούς και τις αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο λόγος του Τσάτσου είναι φυσικά λόγος διδακτικός αλλά δεν είναι λόγος δασκαλίστικος. Ο λόγος του Τσάτσου είναι μία θεωρία της πράξης, για να μιλήσουμε και με μαρξιανούς όρους. Επιπλέον αυτού, ο λόγος του Τσάτσου είναι αυτός καθεαυτόν μία πράξη. Και αυτό το έχει ζήσει κανείς στο Κοινοβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στα Ανώτατα Δικαστήρια της χώρας, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το έχει ζήσει μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας, στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στα γερμανικά Πανεπιστήμια, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Μεγαλύτερη σημασία πιστεύω απ’ όλα αυτά έχει το γεγονός ότι ο Τσάτσος, ούτε τώρα, που είχε κάθε δικαίωμα, δεν έβαλε ποτέ τα προσόντα του στον τόκο του, όπως λέει ο ποιητής. Δεν τόκισε ποτέ τα προσόντα του. Τα προσόντα του τα έχει διαθέσει για να ενισχύσει τη ρευστότητα του δημοσίου χώρου. Όπως έχουμε τη ρευστότητα της οικονομίας, έτσι και τα προσόντα των δημοσίων προσώπων κυκλοφορούν, και ως εκ τούτου αξιολογούνται, κρίνονται, κατακρίνονται. Αλλά πάντως ο Τσάτσος ποτέ δεν έγινε ένας «ραντιέρης» των προσόντων του, όπως έχει συμβεί με πάρα πολλούς ανθρώπους στο δημόσιο βίο και στην Ελλάδα αλλά και αλλού.

Μεγαλύτερη δε αξία απ’ όλα αυτά έχει το γεγονός ότι, αυτά που έχει πει ο Δημήτρης Τσάτσος αποδεικνύουν τη σημασία τους και τη χρησιμότητά τους, δηλαδή την επικαιρότητά τους, τώρα, μετά τις ευρωεκλογές, όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Η διεθνής οικονομική κρίση είναι τελικά μια κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ανεδείχθη η αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προγνώσει, να ανακόψει και να διαχειριστεί την κρίση. Η κρίση έδειξε ανάγλυφα το θεσμικό, πολιτικό και ιδεολογικό έλλειμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ανεδείχθη ξανά η φυσιογνωμία, η φιγούρα του εθνικού κράτους. Οι εθνικές κυβερνήσεις ανέλαβαν τη διαχείριση της κρίσης επιχειρώντας να σώσουν την κυριαρχία τους, όπου ως κυριαρχία ορίζεται η ικανότητα και η αρμοδιότητα διαχείρισης της κρίσης. Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά μ’ ένα θεσμικό πλαίσιο φτιαγμένο να λειτουργεί υπό φυσιολογικές συνθήκες θερμοκρασίας και πίεσης; Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά με μια ανοικτή διακυβερνητική διαπραγμάτευση; Πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά με τόσο μικρό μέγεθος κοινοτικού προϋπολογισμού και με αυτό το κοινοτικό δημοσιονομικό πλαίσιο; Και βέβαια μέσα από την κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βλέπουμε ως Ευρωπαίοι και την κρίση της λεγόμενης παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Η απουσία της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης είναι και απόδειξη του ελλείμματος διεθνούς ηγεμονίας που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία θα μπορούσε να αναλάβει τη μεγάλη πρωτοβουλία συγκρότησης των θεσμών της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης αλλά θεσμών, όχι συναντήσεων, τύπου G8 ή G20.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις ευρωεκλογές. Οι ευρωεκλογές λόγω της μεγάλης αποχής, της μικρής συμμετοχής στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είναι μια κρίση όχι μόνον των ευρωπαϊκών θεσμών αλλά μια κρίση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα τίθεται με οξείς τρόπους το πρόβλημα της αντοχής των κλασικών αντιπροσωπευτικών θεσμών. Η μεταβιομηχανική κοινωνία είναι εξαιρετικά ανασφαλής και απαιτητική και ως εκ τούτου δεν εκφράζεται με ευκολία μέσα από τα σχήματα, τους θεσμούς και τις λειτουργίες της κλασικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Οι ευρωεκλογές είναι και μια κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, ζήτημα που έχει θέσει κατ’ επανάληψη ο Δημήτρης Τσάτσος. Μπορεί να έχουμε αθροιστικά πανευρωπαϊκούς συσχετισμούς αλλά δεν έχουμε ευρωπαϊκές πολιτικές συμπεριφορές, έχουμε εθνικές πολιτικές συμπεριφορές. Άρα βλέπουμε πως η σύγκρουση μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης έρχεται να υπερκαλύψει τη σύγκρουση μεταξύ των κομμάτων που ανήκουν στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και των κομμάτων που ανήκουν στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Μεγαλύτερη σημασία από το ιδεολογικό στίγμα για τις συγκρτικές αναγωγές έχει το αν βρίσκεσαι στην κυβέρνηση ή την αντιπολίτευση και ο βαθμός ικανότητας που έχεις να διαχειριστείς την κρίση.

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών επικρίνει την ασάφεια και την αβεβαιότητα και επικροτεί τον πολιτικό βολονταρισμό, όπου κι αν τον βρει. Κι αυτό είναι ενδιαφέρον, είναι όντως συναρπαστικό, μπορεί να είναι και επικίνδυνο όμως, με βάση τα ιστορικά διδάγματα της ευρωπαϊκής ηπείρου. Αυτά είναι θέματα που έχει θέσει ο Δημήτρης κατ’ επανάληψη.

Και χαίρομαι, γιατί το έργο του, η σκέψη του, ο λόγος του, η παρουσία του, μας βοηθά να δούμε τα πράγματα πιο καθαρά, πιο βαθιά, με μεγαλύτερη στοχαστικότητα και με πολύ μεγαλύτερες επιφυλάξεις. Γιατί αν κάτι μας διδάσκει ο Τσάτσος, είναι η ανάγκη η σκέψη μας να διατηρεί υψηλούς βαθμούς σχετικότητας, διότι αυτό τελικά μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εξελίξεις και μας επιτρέπει να είμαστε πιο έτοιμοι για τη διαχείριση καινοφανών καταστάσεων.

Η ικανότητα διαχείρισης καινοφανών καταστάσεων είναι το μεγάλο πεδίο δοκιμασίας και το μεγάλο πεδίο επιβράβευσης, αν τα πράγματα πάνε καλά, τόσο του νομικού –της θεωρίας και της πράξης– όσο και του πολιτικού. Και πιστεύω ότι σε αυτό το πεδίο, στο πεδίο της διαχείρισης καινοφανών καταστάσεων και νέων ιδεών, έχει πραγματικά λάμψει και λάμπει ο Δημήτρης Τσάτσος.


* Την εκδήλωση με θέμα "Θεσμικός, Ευρωπαϊκός και Πολιτικός Λόγος του Δημήτρη Θ. Τσάτσου" διοργάνωσε το ΚΕΣΔ στην Παλαιά Βουλή. Ο Ευ. Βενιζέλος μίλησε για το έργο του Δ. Θ. Τσάσου: "Επιστημονικός και Πολιτικός Λόγος" (εκδ. Γαβριηλίδης, 2005). Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης ο Υπουργός Ανάπτυξης Κωστής Χατζηγάκης, ο βουλευτής Ανδρέας Λοβέρδος, ο βουλευτής Φώτης Κουβέλης, και ο ομότιμος καθηγητής Κωσταντίνος Τσουκαλάς.
Τη συζήτηση συντόνισε ο Επιστημονικός Διευθυντής του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου, Ξενοφών Κοντιάδης.



 

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2009Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2009