9 Απριλίου 2009


"Η εξέλιξη του δικαίου προστασίας του περιβάλλοντος στην Ελλάδα"


Θέλω να ευχαριστήσω το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών και την Εταιρεία Δικαίου του Περιβάλλοντος γιατί πήραν αυτήν την φιλική, συναδελφική και τρυφερή πρωτοβουλία να οργανώσουν μία επιστημονική συνάντηση τιμώντας τη μνήμη του Γιώργου Παπαδημητρίου. Το κάνουν αυτό επιλέγοντας ένα θέμα που σίγουρα τον αντιπροσωπεύει.

Ένα θέμα που μας επιτρέπει να τον δούμε με αναπεπταμένα όλα του τα χαρακτηριστικά, γιατί ο Γιώργος Παπαδημητρίου από την αρχή της επιστημονικής του διαδρομής ήταν πάντοτε σε επιστημονική ετοιμότητα, είχε πάντα οξυμένα δικηγορικά αντανακλαστικά, θεωρητική εμβρίθεια αλλά και έντονη διάθεση να είναι επίκαιρος, άμεσος, πρακτικός. Αυτό το έδειξε ασχολούμενος πολύ νωρίς με τα μεγάλα εθνικά θέματα, με μεγάλα θέματα του διεθνούς δικαίου και  των σχέσεων συντάγματος και διεθνούς δικαίου, με τα θέματα που αφορούν το Κυπριακό πρόβλημα, με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τις σχέσεις του εθνικού συντάγματος με το ευρωπαϊκό φαινόμενο. Κατά την ίδια λοιπόν λογική το περιβάλλον και η συνταγματική του προστασία , το δίκαιο του περιβάλλοντος ως αυτόνομος κλάδος από ένα σημείο και μετά, απετέλεσαν από πολύ νωρίς αντικείμενο του ενδιαφέροντος του θεωρητικού, ακαδημαϊκού και δικηγορικού.


Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία, εδώ:


{audio}http://www.fileden.com/files/2009/4/10/2398305/omilia%202%209-4-2009.mp3{/audio}



Σε αυτές τις τρεις θα ήθελα να προσθέσω και μία άλλη διάσταση. Ο Γιώργος Παπαδημητρίου ασχολήθηκε πάρα πολλά χρόνια, καταβάλλοντας πολύ κόπο με  μεγάλες δόσεις επινοητικότητας, με τα προβλήματα προστασίας του περιβάλλοντος σε συνδυασμό με την προώθηση μεγάλων αναπτυξιακών προγραμμάτων ως νομικός σύμβουλος του Πρωθυπουργού και άρα, εκ των πραγμάτων, ως νομικός σύμβουλος της Κυβέρνησης. Ασχολήθηκε με μεγάλες προκλήσεις όπως η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων και άρα η κατασκευή των ολυμπιακών υποδομών και η προώθηση άλλων μεγάλων αναπτυξιακών έργων όπως η Εγνατία Οδός, ο άξονας Πάτρα- Αθήνα-Θεσσαλονίκη- Εύζωνοι, έργα τα οποία είναι πάντα πεδία μεγάλου ενδιαφέροντος και μεγάλης αντιδικίας, αναπτυξιακής, κοινωνικής, πολιτικής και δικαστικής.

Επειδή είχα επί πλέον την ευκαιρία να τον ζήσω στην προετοιμασία της αναθεώρησης του Συντάγματος του 2001 θέλω να μαρτυρήσω για το πόση μεγάλη ικανότητα είχε να ισορροπεί ανάμεσα σε πεδία φαινομενικώς αντιφατικά και συγκρουόμενα, τα οποία όμως είχε την ικανότητα και να εναρμονίζει και να σταθμίζει και να προωθεί με πολύ δημιουργικό τρόπο. Αυτό φαίνεται στο γεγονός ότι μόνο για τα ολυμπιακά έργα χρειάστηκε να διεξαχθούν πενήντα μεγάλες ακυρωτικές δίκες στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το ίδιο μαρτυρεί η τύχη του περιβόητου άρθρου 24 που από αντικείμενο μεγάλης σύγκρουσης το 2001 έγινε σημαία της περιβαλλοντικής προστασίας και του ευρύτερου οικολογικού κινήματος το 2007. Αυτό σημαίνει ότι η διάταξη, όπως διαμορφώθηκε το 2001 συμπυκνώνει και κωδικοποιεί ένα πολύ σημαντικό κεκτημένο, που δεν είναι μόνο συνταγματικό, αναθεωρητικό και νομολογιακό σε πολύ μεγάλο βαθμό, αλλά είναι ένα κεκτημένο κοινωνικό το οποίο ενστερνίστηκε και αξιοποίησε ο αναθεωρητικός νομοθέτης, όπως πολύ γρήγορα απεδείχθη, παρά την έντονη και διάχυτη καχυποψία και εχθρικότητα, πολλές φορές, που είχε συναντήσει η διάταξη αυτή το 2001.

Είναι λοιπόν το αρμόζον θέμα για να τιμήσουμε την πολύπλευρη προσωπικότητα του Γιώργου και προσπαθώ να τον φανταστώ πώς θα αντιδρούσε σήμερα μετέχοντας στη συζήτηση αυτή με την ευγένειά του, την διακριτικότητά του, την μετριοπάθειά του αλλά και την μαχητικότητα που τον διέκρινε πάντοτε και που διακρίνει τα γραπτά του.

Έκανα μία πρόχειρη έρευνα σε αυτό το καταπληκτικό απόθεμα κειμένων που είναι το περιοδικό «Νόμος και Φύση». Έψαχνα να βρω ποια είναι τα τελευταία του κείμενα. Το τελευταίο του κείμενο αφορά την ενεργειακή πληρότητα των κτιρίων, ένα κείμενο της άνοιξης του 2008. Δηλαδή μέχρι τελευταία στιγμή, έχοντας τόσα προβλήματα, τόσες υπαρξιακές προκλήσεις μπροστά του, αυτός έγραφε για θέματα άκρως επίκαιρα. Για τον ενεργειακό σχεδιασμό των κτιρίων, δηλαδή για το μοντέλο της πράσινης ανάπτυξης στο πιο χαμηλό, στο οικιστικό επίπεδο, το πιο συγκεκριμένο και απτό.

Έγραφε, φυσικά, για τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό και για την νομική φύση του εθνικού χωροταξικού σχεδίου που είναι και αυτό ένα από τα μεγάλα εκκρεμή ερωτήματα, καθώς η προτροπή του κ. Μενουδάκου σε επιστημονική ημερίδα και η δική μου στη Βουλή, να προσλάβει το εθνικό χωροταξικό σχέδιο τη μορφή του τυπικού νόμου δεν έγινε δεκτή. Και έτσι το εθνικό χωροταξικό σχέδιο είναι ένα υβρίδιο νομικό. Πάντως τυπικός νόμος δεν είναι, παρότι το ρυθμιστικό σχέδιο της Αθήνας και το ρυθμιστικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης ήταν ήδη από τη δεκαετία του ΄80 τυπικοί νόμοι. Αυτό σημαίνει πολλά για την αξιολόγηση και τη νομολογιακή χρήση αυτού του νέου κειμένου το οποίο δεν είναι soft low, παράγει κανονιστικά  αποτελέσματα αλλά δεν έχει καθόλου, μα καθόλου, αποσαφηνισμένη θέση στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου γιατί δεν προέκυψε από μία ευανάγνωστη δικαιοπαραγωγική διαδικασία.

***

Θα πω και εγώ μερικά λόγια για την ουσία του θέματος έχοντας το πλεονέκτημα να έχω ακούσει την εισήγηση και του κ. Μενουδάκου και της κας. Σιούτη και αν έπρεπε οπωσδήποτε να επιγράψω την σύντομη αυτή παρέμβασή μου θα έδινα τον τίτλο « το περιβάλλον ως πεδίο δοκιμασίας και ως πεδίο αναζωογόνησης της γενικής θεωρίας και της ερμηνείας του Συντάγματος». Κατά τη γνώμη μου, αυτό που ονομάζουμε περιβαλλοντικό σύνταγμα είναι προφανώς μία περιβαλλοντική, οικολογική, ανάγνωση του Συντάγματος καθώς με αφορμή τα θέματα της προστασίας του περιβάλλοντος δεν τίθεται επί τάπητος μόνο το άρθρο 24 και όλα τα γειτονικά προς αυτό άρθρα του συνταγματικού μας κειμένου:  το άρθρο 2 παρ.1, το άρθρο 5 παρ.1 και 3, το άρθρο 17, το άρθρο 18, το άρθρο 106, το άρθρο 117 παρ. 3. Τίθενται επίσης επί τάπητος όλα τα προβλήματα ερμηνείας του Συντάγματος, όλα τα προβλήματα τα σχετικά με την κανονιστική φύση και την άμεση εφαρμογή των Συνταγματικών διατάξεων, όλα τα προβλήματα πρακτικής εναρμόνισης και συστηματικής ερμηνείας των συνταγματικών διατάξεων. Όλα τα προβλήματα των σχέσεων του συντάγματος με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, των σχέσεων του Συντάγματος με το διεθνές δίκαιο και κυρίως με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η τριγωνική σχέση του εθνικού Συντάγματος και άρα της εθνικής κοινής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο, πρωτογενές και παράγωγο, και με διεθνείς συμβάσεις πολυμερούς χαρακτήρα, που έχουν την κατά το άρθρο 28 σχετικώς αυξημένη τυπική ισχύ.

Πρέπει επίσης να πω εξ αρχής ότι όλα αυτά δεν προκάλεσαν την προσοχή της νομολογίας και της θεωρίας στη δεκαετία του ’90 ή στην δεκαετία του 2000 όταν, λίγο πολύ, αυτά είναι κοινός τόπος στη δημόσια συζήτηση και στην Ελλάδα και διεθνώς. Έχουν, κατά ένα προδρομικό τρόπο, τεθεί πολύ νωρίτερα. Σπεύδω μάλιστα να πω ότι στη νομολογία του ΣτΕ τα θέματα αυτά είχαν αποσαφηνιστεί πριν το τέλος της δεκαετίας του ’80. Ανατρέχοντας τώρα σε παλαιότερες σχετικές μελέτες μου, διαπιστώνω ότι οι βασικές επιλογές της νομολογίας διέγραψαν μία καμπύλη ένδεκα μόλις ετών, από το 1977 δηλαδή από την απόφαση για την Πύλο, μέχρι το 1988 δηλαδή μέχρι την απόφαση για το εργοστάσιο φωσφορικών λιπασμάτων της Δραπετσώνας. Το  1988 η νομολογία πιστεύω ότι έχει πει όλα όσα ήθελε να πει, γιατί είχε προηγηθεί και η απόφαση για το πολεοδομικό κεκτημένο, όπως και η διαμόρφωση του αποθέματος της νομολογίας για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Είχαμε άρα την πλήρη δέσμη των θέσεων της νομολογίας, τις οποίες επιβεβαιώνει και εκλεπτύνει μέχρι σήμερα.

Το μεγάλο όμως θέμα το οποίο εξ αρχής ετέθη και το οποίο με εντυπωσιακή διανοητική και δικανική ειλικρινά έθεσε ο κ. Μενουδάκος προηγουμένως, είναι το ερώτημα: πώς διαμορφώνεται η σχέση του δικαστή και του νομοθέτη στο πεδίο της προστασίας του περιβάλλοντος και άρα της ερμηνείας του Συντάγματος σε σχέση με το περιβάλλον και άρα των ορίων του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων; Υπήρξε το 1975 μία συντακτική στιγμή, μία έκλαμψη του συντακτικού νομοθέτη με την εισαγωγή της αρχικής εκδοχής του άρθρου 24. Στη συνέχεια υπήρξε μία χαρακτηριστική αλλά όχι ασυνήθιστη αδράνεια του νομοθέτη, ο οποίος φυσικά δεν μπορούσε καν να συλλάβει διανοητικά και πολιτικά το μέγεθος του προβλήματος, τις λανθάνουσες πτυχές, τη δυναμική του θέματος. Και ως εκ τούτου διαμορφώθηκε μία αδιαμεσολάβητη σχέση του δικαστή με το Σύνταγμα. Ο δικαστής απέκτησε, από ένα σημείο και μετά και μάλιστα πάρα πολύ γρήγορα, την αυτοσυνειδησία της προτεραιότητός του σε σχέση με το νομοθέτη. Το ζήτημα της προστασίας του περιβάλλοντος, της ερμηνείας του Συντάγματος, του ελέγχου των διοικητικών πράξεων, που τελικά είναι σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό και έλεγχος του κοινού νομοθέτη, έγινε το δικό του θέμα.

Άρα η οικολογική ευαισθησία, η οικολογική συνείδηση, έγινε ένα θέμα του δικαστή. Ένα πεδίο εντατικού ελέγχου της συνταγματικότητας, ένα πεδίο ακόμη εντατικότερου ελέγχου της νομιμότητας των σχετικών διοικητικών πράξεων, ένα πεδίο εντατικής επεξεργασίας των σχεδίων των προεδρικών διαταγμάτων. Όλο αυτό οδήγησε και σε μία αρκετά ελεύθερη νομολογιακή διαχείριση του συγκροτήματος των σχετικών συνταγματικών διατάξεων. Από τη μελέτη της νομολογίας είναι προφανές ότι πάρα πολύ γρήγορα το Σύνταγμα, το κοινοτικό δίκαιο, διεθνείς συμβάσεις αλλά και απλές  διακηρύξεις ή άλλα κείμενα του soft law διαμόρφωσαν ένα αξιακό σύστημα αναφοράς το οποίο προσέλαβε ή προσελάμβανε σταδιακά πλήρες κανονιστικό περιεχόμενο. Αυτό ήταν τελικά  η μείζων πρόταση των δικανικών συλλογισμών πάνω στους οποίους οικοδομήθηκε μία πάρα πολύ πλούσια νομολογία κυρίως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Αυτή η στάση του δικαστή και το γεγονός της αδράνειας και της αδυναμίας του νομοθέτη, πάρα πολύ σύντομα εμφάνισαν τον περιβαλλοντικό νόμο σε κρίση. Ακόμη και οι δειλές πρωτοβουλίες του περιβαλλοντικού νομοθέτη προσέκρουσαν σε ένα πολύ σκληρό και διεισδυτικό έλεγχο συνταγματικότητας, οπότε πια έχασε την αυτοπεποίθησή του ο νομοθέτης και αδράνησε και εκεί που είχε την πρόθεση να κάνει κάτι. Το αποτέλεσμα είναι να περάσουμε από μία κρίση του περιβαλλοντικού νομοθέτη σε μία κρίση του ίδιου του πολιτικού συστήματος ως προς τη διαχείριση του περιβάλλοντος.

Γιατί αναδείχθηκε ένα πρόβλημα το οποίο δεν είχε τεθεί ρητά αλλά πάντως υφέρπει:  το πρόβλημα της προστασίας το περιβάλλοντος είναι πρόβλημα μόνο δικαιοκρατικό ή και δημοκρατικό; Πώς αυτά σταθμίζονται; Όλα αυτά τα οποία ακούσαμε από τον κ. Μενουδάκο και την κα Σιούτη και τα οποία είναι σωστά μετά και από την  Συνθήκη του Αarhus για την στρατηγική μελέτη των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, για την ανάγκη δημοκρατικής συμμετοχής, διαφάνειας, διαβούλευσης, σε συνδυασμό με την παρατήρηση ότι πολύ συχνά έχουμε τοπικιστικά κίνητρα και άρα αμφίβολα κίνητρα  συμμετοχής, στην πραγματικότητα επαναφέρουν το ζήτημα αν η διαβούλευση αρκεί ή πάντα υπάρχει ένα δικαιοκρατικό πρόβλημα. Για να το πω διαφορετικά, αν το πρόβλημα είναι η διαφύλαξη της φέρουσας ικανότητας στον μακρύ ιστορικό χρόνο που είναι τελικά χρόνος όχι ιστορικός, αλλά γεωλογικός, αυτό το δικαίωμα στην αειφορία, το οποίο στην πραγματικότητα είναι ένα δικαίωμα στην οικονομία της φύσης, είναι ένα δικαίωμα στην αλληλεγγύη των γενεών,  είναι ένα δικαίωμα το οποίο μπορεί να υποστηριχθεί δημοκρατικά ή υποστηρίζεται πρωτίστως δικαιοκρατικά. Αυτό νομίζω ότι είναι το βαθύτερο θεωρητικό, ιδεολογικό και αξιακό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νομολογία. Στο πλαίσιο αυτό ανεδείχθησαν όλα τα προβλήματα του ελέγχου της συνταγματικότητας τα οποία πάρα πολύ ωραία τα παρουσίασε εις βάθος η κα Σιούτη, λέγοντας ότι από την τομεακή και άρα την σημειακή προσέγγιση πάμε σε μία ολιστική προσέγγιση. Αλλά ενώ έχουμε αξιώσεις όσο γίνεται πιο γενικής και αφηρημένης προσέγγισης και άρα όσο γίνεται πιο γενικής και αφηρημένης ρύθμισης σε κανονιστικό επίπεδο και ιδίως από τον κοινό νομοθέτη, από το Κοινοβούλιο, έχουμε ταυτόχρονα  ένα δικονομικό σύστημα που φέρνει το δικαστή σε επαφή με τα θέματα αυτά κατά τρόπο παρεμπίπτοντα και όχι άμεσο, ευθύ, γενικό και αφηρημένο. Άρα η ολιστικότητα ως αξίωση προς το νομοθέτη συναντά ένα δικονομικό φραγμό ως αξίωση προς το δικαστή, γιατί πώς διασφαλίζεται η ολιστικότητα στο ελληνικό σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και σε τελευταία ανάλυση πώς μπορούν να συνεννοηθούν αυτές οι δύο πολιτειακές λειτουργίες;

Δε θέλω να επαναφέρω το ζήτημα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας  και πιο συγκεκριμένα της δικονομικής οργάνωσης του ελέγχου. Θα έλεγα μόνον ότι μακάρι να υπήρχε στο σύστημά μας η δυνατότητα μίας θεσμικής προγραμματικής συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και της δικαστικής εξουσίας για να μπορέσουμε να συνεννοηθούμε σε μία σειρά από θέματα που έρχονται, επανέρχονται και δημιουργούν μία ανασφάλεια δικαίου γιατί δεν υπάρχει καν η θεσμική δυνατότητα να συνεννοηθούμε. Δεν υπάρχει καν η θεσμική δυνατότητα να δώσουμε μία τελική, συμφωνημένη και ευρύτερα αποδεκτή λύση.

Ξαναχρησιμοποιώ το εξαιρετικά έντιμο λόγο του κ. Μενουδάκου ο οποίος είπε «μα πώς είναι δυνατόν να αποδεχθεί ο δικαστής μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων που δεν τις αποδέχεται η κοινωνία και για την ποιότητα των οποίων έχουμε πολύ μεγάλη αμφισβήτηση, γιατί βλέπουμε ότι ο «μαθητής» αντιγράφει αλλά δεν τον έχουμε πιάσει την ώρα της αντιγραφής;» Και τι  ποιότητα μπορεί να έχουν οι μελέτες αυτές; Αυτός τι έλεγχος είναι; Τι είδους ακυρωτικός έλεγχος είναι αυτός; Και τι είδους έλεγχος της συνταγματικότητας είναι; Είναι έλεγχος του ουσιαστικού περιεχομένου που υπερβαίνει βέβαια τον έλεγχο της πληρότητας της αιτιολογίας.  Ή για να το πω διαφορετικά, τι ήθελε να κάνει ο αναθεωρητικός νομοθέτης με την πολύ σημαντική διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 24, όταν αναφερόμενος στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό είπε ότι οι σχετικές  επιλογές και σταθμίσεις πρέπει να διενεργούνται κατά τους κανόνες της επιστήμης, δηλαδή lege artis; Ήθελε προφανώς να επιβάλει ποιότητα στο νομοθέτη και δικονομικά όρια στο δικαστή. Και βεβαίως είναι απολύτως αναγκαίο να επιβληθούν ποιοτικά στάνταρτς στο νομοθέτη, αλλά ταυτόχρονα αυτά τα ποιοτικά στάνταρς πρέπει να τα αξιολογήσει ο δικαστής αναγνωρίζοντας κάποια στιγμή ότι κατά τους κανόνες της επιστήμης –όχι της νομικής όμως- θα γίνονται αυτές οι σταθμίσεις. Άρα δεν θα γίνουν κατά την κοινή πείρα, θα γίνουν κατά τους κανόνες της επιστήμης. Έχει δύο αποδέκτες ο κανόνας αυτός, ο οποίος προς το παρόν έχει μείνει ανενεργός κατά το ένα του σκέλος. Ίσως γιατί δεν έχουμε φθάσει στην ποιότητα της νομοθεσίας. Αλλά για να φτάσουμε στην ποιότητα της νομοθεσίας πρέπει να συμφωνήσουμε  τι είδους έλεγχο της συνταγματικότητας κάνουμε.

Διαπιστώνω  από την μελέτη των πρόσφατων αποφάσεων της Ολομέλειας  του ΣτΕ σε σχέση με τους, όχι ατομικούς ακριβώς αλλά πραγματοπαγείς νόμους που εκδίδονται για να ρυθμίσουν το ένα ή το άλλο πολεοδομικό ζήτημα, πως τελικά η νομολογία του ΣτΕ ξαναθυμάται κάτι το οποίο δεν το είχε θέσει ποτέ αυτή, το είχε θέσει η νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου: ουσιαστικά θέτει ένα πρόβλημα ελέγχου των στοιχείων της εξωτερικής τυπικής συνταγματικότητας. Γιατί λέει ότι αν ο νομοθέτης χωρίς εξαιρετικές περιστάσεις ρυθμίζει επιμέρους ζητήματα σημειακά, με τυπικό νόμο, ενώ θα έπρεπε να ακολουθηθεί η θεσπισμένη διοικητική διαδικασία και να εκδοθεί διοικητική πράξη και μάλιστα πράξη που δεν θεωρείται ατομική ή γενική διοικητική, αλλά κανονιστική, παραβιάζει το Σύνταγμα. Άρα υπάρχει δικαστική αμφισβήτηση της δυνατότητας του κοινού νόμου να θεσπίσει ουσιαστικό νόμο. Αυτό μάλιστα δεν θεωρείται από τη νομολογία στοιχείο της διαδικασίας ψήφισης του νόμου, δηλαδή interna corporis, άρα στοιχείο της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας,  αλλά  κριτήριο  της αρμοδιότητας του νομοθέτη, άρα στοιχείο της εξωτερικής τυπικής συνταγματικότητας. Αυτό είναι μεγάλη τομή, είναι μεταβολή του ίδιου του πεδίου του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Στα θέματα του πολεοδομικού και περιβαλλοντικού δικαίου δεν υπάρχει άλλωστε σαφής και οριστικοποιημένη θέση της νομολογίας για τον χαρακτήρα των διοικητικών πράξεων. Αν υπήρχε μία ασφάλεια δικαίου για το ποιά διοικητική πράξη είναι ατομική, γενική διοικητική και κανονιστική και για τα όρια  του παρεμπίπτοντος ελέγχου και για το χρονικό πεδίο του παρεμπίπτοντος ελέγχου, θα ήταν ίσως απλούστερα τα πράγματα.

Άρα υπάρχει και το θέμα που λέγεται ασφάλεια δικαίου. Καταλαβαίνω τις αγωνίες και  τις ευαισθησίες που υπερβαίνουν κάθε όριο ερμηνευτικό ή μεθοδολογικό. Άλλωστε  στην πραγματικότητα τα όρια ή είναι δικονομικά ή δεν υπάρχουν. Αλλά οφείλουμε να ψάξουμε να βρούμε μία θεσμική λύση. Να προσφέρουμε οριστικές λύσεις και ασφάλεια δικαίου. Αυτό είναι κάτι το οποίο πρέπει να συζητήσουμε με μεγαλύτερη γενναιοδωρία και με μεγαλύτερη ειλικρίνεια για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να βρούμε μία λύση στα θέματα αυτά.

Είναι δε επείγον να πάμε στη λύση αυτή, γιατί πρώτον, αρχίζει και διαφαίνεται μία αντιπαράθεση της νομολογίας του ΣτΕ με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεν είναι μόνον η απόφαση που μνημόνευσε ρητά η κα Σιούτη. Υπάρχει και μια δεύτερη που την υπαινίχθη: υπάρχει η απόφαση «Τζάντε - Μαραθονήσι» και η απόφαση «Ξενοδοχοτεχνική Κρήτης» με μεγάλες σχετικά αποζημιώσεις, πάντως αποζημιώσεις –για να το πω ως αναφορά σε ένα άλλο θέμα με το οποίο είχε ασχοληθεί ο Γιώργος Παπαδημητρίου πάρα πολύ έντονα,- τετραπλάσιες της αποζημίωσης της λεγόμενης βασιλικής περιουσίας. Τετραπλάσιες για κάθε μία από τις υποθέσεις αυτές.

Υπάρχει λοιπόν ένα τέτοιο θέμα το οποίο είναι πάρα πολύ σοβαρό και  το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες αποφάσεις του Στρασβούργου σε σχέση με το χρονικό όριο ανοχής  των λεγόμενων ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων ή δεσμεύσεων και σε σχέση με  τις άρσεις της απαλλοτρίωσης, όταν δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της και σε σχέση με την εθνική νομολογία που έχει παραχθεί στα θέματα αυτά. Πρέπει κάτι να κάνουμε και εδώ σε σχέση με την ασφάλεια δικαίου και την κατανομή του κόστους, όπως ανέφερε η κ. Σιούτη.

Κλείνω με ένα θέμα το οποίο νομίζω ότι ανοίγει τώρα και πρέπει να  το συζητήσουμε και να δούμε πώς θα τοποθετηθεί και ο νόμος και η κανονιστική διοίκηση και η νομολογία. Μιλάμε τώρα όλοι για πράσινη ανάπτυξη. Οι πάντες μιλούν για πράσινη ανάπτυξη. Οι G-20 στο ανακοινωθέν τους διακηρύσσουν την ανάγκη για την αειφόρο παγκοσμιοποίηση. Ανοίγω μία παρένθεση για να πω ότι μας είχε απασχολήσει πάρα πολύ στην αναθεωρητική Βουλή του 2001 εάν θα χρησιμοποιήσουμε τον όρο αειφορία ή τον όρο βιώσιμη ανάπτυξη. Και από τα στοιχεία της ιστορικής ερμηνείας της διάταξης προκύπτει ότι έχουμε χρησιμοποιήσει τον όρο αειφορία ως απολύτως ταυτόσημο της βιώσιμης ανάπτυξης με ρητή δήλωση του γενικού εισηγητή της πλειοψηφίας στα πρακτικά της αναθεωρητικής Βουλής και με την περαιτέρω επεξήγηση ότι υπάρχουν κείμενα στα οποία χρησιμοποιείται κατά προτίμηση ο όρος sustainability και κείμενα όπου χρησιμοποιείται κατά προτίμηση ο όρος développement durable. Στα ίδια διεθνή κείμενα όπου η αγγλική εκδοχή εμφανίζεται ως sustainability η γαλλική εκδοχή εμφανίζεται ως développement durable  ή viable ανάλογα με το πώς το ερμηνεύει ο κάθε μεταφραστής εκείνη τη στιγμή. Και είπαμε ότι είναι ένα είδος τιμής προς την ενδοπεριβαλλοντική  αξιολόγηση όλων των άλλων αγαθών στην οποία έχει καταλήξει η νομολογία από το 1988, μη χρησιμοποιήσουμε τον όρο «ανάπτυξη» πριν από ένα εδάφιο που αφορά την πιθανή αλλαγή της χρήσης δασών μη τυχόν και γίνει καμία παρεξήγηση και για αυτούς τους λόγους προτάθηκε ο όρος «αειφορία». Τον οποίο βλέπω τώρα να χρησιμοποιεί και το G20 στο κείμενό του αυτό που είναι η πλήρης ομολογία της αποτυχίας της όποιας παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης και βέβαια της κατάρρευσης του μύθου των αυτορρυθμιζόμενων αγορών. Άρα είναι ουσιαστικά μία απολογία προς την παγκόσμια κοινωνία και τις διεθνείς αγορές για αυτό το οποίο συνέβη. Τώρα λοιπόν που έχουμε αυτά όλα τα νέα δεδομένα. πρέπει να δούμε συνολικά το ζήτημα του μοντέλου ανάπτυξης. Αυτό απαιτεί μία συνολική πολιτική θεώρηση, μία συνολική νομοθετική θεώρηση και βέβαια και κάποια νέα αντανακλαστικά από τη νομολογία η οποία δεν αρκείται ποτέ, και δεν το λέω προς ψόγο αυτό, σε μία ακυρωτική, δικαστική και δικανική προσέγγιση αλλά η κρίση της είναι πάντα μία κρίση αξιολογική, μία κρίση δηλαδή που έχει έντονα πραγματολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αλλά αυτά πρέπει να εμφανίζονται με έναν οργανωμένο και διαφανή τρόπο, δηλαδή με έναν νομικά και διανοητικά ελέγξιμο και επαληθεύσιμο τρόπο για να μπορούμε να κατοχυρώσουμε και τη δημοκρατία και την πρόοδο και το κράτος δικαίου.

* Ομιλία σε εκδήλωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και της Εταιρείας Δικαίου του Περιβάλλοντος αφιερωμένη στον Γιώργο Παπαδημητρίου

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2009Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2009