Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012

Ομιλία Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου
στη συνεδρίαση της Νομαρχιακής Οργανωτικής Επιτροπής Συνεδρίου (ΝΟΕΣ) Δυτικής Αθήνας (Β3) στο Περιστέρι

Φίλες και φίλοι χαίρομαι πραγματικά γιατί είμαι σήμερα στο Περιστέρι, στη Δυτική Αθήνα, για λόγους συμβολικούς σίγουρα, γιατί ήθελα ο προσυνεδριακός διάλογος στο λεκανοπέδιο να αρχίσει από εδώ, μετά τη συνάντηση που κάναμε στα γραφεία μας με τις 9 Νομαρχιακές Επιτροπές που θα οργανώσουν το Συνέδριο στο λεκανοπέδιο, αλλά και για λόγους ουσιαστικούς, γιατί χωρίς αμφιβολία εδώ χτυπά η πραγματική καρδιά της βάσης του ΠΑΣΟΚ, του κοινωνικού ΠΑΣΟΚ.

Και συμφωνώ απολύτως με το Γραμματέα ότι πρέπει έχουμε να εξηγήσουμε πάρα πολλά πράγματα, υπάρχουν πολλά ερωτήματα ακόμη που είναι ανοιχτά αλλά τώρα έχουμε περάσει σε μια άλλη φάση. Πέρασε η περίοδος απλά και μόνο της αυτοκριτικής. Τώρα πρέπει να μιλήσουμε για την προοπτική της χώρας για το μέλλον για την επόμενη φάση για τη νέα αφετηρία.

Θα ξεκινήσω από αυτά και θα  μας δοθεί η ευκαιρία σήμερα να μιλήσουμε και για πολλά άλλα πράγματα. Περιμένω να ακούσω και τις δικές σας τοποθετήσεις και ερωτήσεις και θα μου δοθεί η ευκαιρία να συμπληρώσω τα όσα θέλω να πω και στη δευτερολογία μου, γιατί θέλω να σας ακούσω. Δεν ήρθα απλώς να εκφωνήσω μια πολιτική ομιλία.

Φίλες και φίλοι, μερικοί έχουν κατασκευάσει το τελευταίο διάστημα στη χώρα μας το επιχείρημα πως υπήρχε κάποια άλλη καλύτερη λύση κάποια ευκολότερη μαγική λύση που θα μπορούσε να ακολουθήσει η χώρα την άνοιξη του 2010, έτσι ώστε να αποφύγουμε τις θυσίες να αποφύγουμε την ύφεση και την ανεργία, τη μείωση των εισοδημάτων, να αποφύγουμε αυτή τη βαθιά περιπέτεια στην οποία έχουμε μπει.

Ότι υπήρχε μια άλλη λύση την οποία το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να ακολουθήσει ως Κυβέρνηση και δεν την ακολούθησε επειδή έχει παραφθαρεί ιδεολογικά και αξιακά, επειδή έπαψε να πιστεύει στις αξίες ενός Σοσιαλιστικού Κινήματος και συμβιβάστηκε με το αστικό καθεστώς, το οποίο και υπηρετεί με όλες του τις δυνάμεις.

Θα ήταν παράδοξο και αφύσικο να υπάρχει μια τέτοια λύση και το ΠΑΣΟΚ να μην έχει την ευφυΐα, την ετοιμότητα, ή την καπατσοσύνη αν θέλετε, να την εφαρμόσει τη λύση αυτή την άνοιξη του 2010.

Ποιος δεν θέλει να είναι συμπαθής, ποιος δεν θέλει να είναι δημοφιλής, ποιος δεν θέλει να είναι συνεπής στις προεκλογικές του υποσχέσεις, ακόμη κι αν αυτές είναι υπερβολικές, γιατί συνήθως υπάρχουν προεκλογικά υπερβολικές υποσχέσεις, και ποιος αντίθετα προς όλα αυτά, θέλει να βλέπει την κοινωνική του βάση να αποχωρεί, να διαφοροποιείται, να εγκαταλείπει το κόμμα εκλογικά, να υφίσταται η Κυβέρνηση και η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ στην προηγούμενη Βουλή μια πρωτοφανή πίεση, συναισθηματική, ηθική, πολιτική γιατί ποτέ άλλοτε τις τελευταίες δεκαετίες ένα κόμμα κυβερνητικό, ένα κόμμα της πλειοψηφίας δεν βρέθηκε να σηκώνει τέτοια βάρη, δεν βρέθηκε αντιμέτωπο με τόσο σκληρά διλήμματα, που αφορούσαν την ίδια την ύπαρξη της Παράταξης.

Υπάρχουν πολλοί, υπάρχουν πάρα πολλοί συμπολίτες μας που νιώθουν πως το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να έχει αντιμετωπιστεί διαφορετικά. Ακόμη και στο εσωτερικό μας πολλές φορές και εγώ ανιχνεύω να υπάρχει αυτή η απορία: γιατί δεν βρήκαμε μια άλλη λύση.

Η απάντηση είναι -και αυτό φαίνεται από το πώς έγινε η διαπραγμάτευση το τελευταίο πεντάμηνο μετά τις εκλογές- πως δυστυχώς δεν υπήρχε καμία καλή λύση το 2010. Δεν υπήρχε η δυνατότητα η χώρα να βγει από την περιπέτεια με μικρότερες απώλειες.

Γιατί; Γιατί αυτή είναι πράγματι η μόνη επιλογή; Όχι. Γιατί αυτή είναι η επιλογή που προκύπτει μέσα από το συσχετισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, δηλαδή μέσα από το συσχετισμό των δυνάμεων στον κύκλο εκείνο στον οποίο ανήκουμε και από τον οποίο εξαρτιόταν τότε και εξαρτάται μέχρι σήμερα η επιβίωση της χώρας μέσω του αναγκαίου δανεισμού.

Είπα προχθές στη συνάντηση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών στη Ρώμη στην οποία είχαν προσκληθεί κόμματα, κινήματα και οργανώσεις από τις άλλες ηπείρους, ότι οι ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές και δημοκρατικές ιδέες έχουν δυστυχώς ηττηθεί, ιδίως στην Ευρώπη, την τελευταία δεκαετία.

Την Ευρώπη την κυβερνά ένας μεγάλος συνασπισμός δυνάμεων Χριστιανοδημοκρατικών, Συντηρητικών, Νεοφιλελεύθερων και Σοσιαλιστικών, Σοσιαλδημοκρατικών, Εργατικών, Προοδευτικών, Πράσινων. Αλλά επειδή οι μεγάλες χώρες είναι πάντα ίδιες, επειδή οι οικονομικοί εθνικισμοί είναι πάρα πολύ ισχυροί, επειδή οι συσχετισμοί είναι συσχετισμοί κρατικοί και τα χρηματοοικονομικά συμφέροντα είναι πάρα πολύ έντονα, η αλήθεια είναι ότι οι ιδέες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας στην οποία οφείλονται τα μεγάλα κεκτημένα του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, έχουν ατονίσει, έχουν ηττηθεί.

Επικρατούν αντιλήψεις οι οποίες είναι συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες, σκληρές. Αντιλήψεις, οι οποίες θέτουν ως πρώτη προϋπόθεση για τα πάντα τη δημοσιονομική πειθαρχία και φυσικά την αντιμετώπιση της χρηματοοικονομικής όψης της κρίσης. Στην πραγματικότητα δηλαδή τη διάσωση του τραπεζικού συστήματος γιατί θεωρούν ότι μια κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος θα επηρεάσει και τα δημόσια οικονομικά, θα επηρεάσει προς τα κάτω φυσικά και το έλλειμμα και το χρέος όλων των χωρών, ακόμη και των πιο μεγάλων και ισχυρών χωρών της Ευρώπης.

Άρα αυτές οι θυσίες, αυτά τα μέτρα που τροφοδότησαν την ύφεση, αυτά τα μέτρα που έχουν ταλαιπωρήσει βαθιά και ταλαιπωρούν κάθε ελληνική οικογένεια -γιατί κάθε ελληνική οικογένεια έχει άνεργο, κάθε ελληνική οικογένεια έχει δει να μειώνεται ο μισθός ή η σύνταξη, κάθε ελληνική οικογένεια έχει κληθεί να πληρώσει παραπάνω φόρους, έχει δει να μειώνεται το εισόδημά της η αγοραστική της δύναμη- αυτά τα μέτρα επιβλήθηκαν επειδή η Ελλάδα όπως κι άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία όπως η Ιρλανδία όπως η Κύπρος όπως η Ισπανία όπως η Ιταλία, δεν είχε φροντίσει –και εδώ είναι η δική μας ευθύνη- να αντιμετωπίσει το μεγάλο δημοσιονομικό πρόβλημα, να ελέγξει τα ελλείμματα και το χρέος της, την περίοδο των παχιών αγελάδων, την περίοδο των θετικών ρυθμών ανάπτυξης, την περίοδο των μεγάλων εισροών από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την περίοδο και πριν και μετά την ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, που είχαμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε τα δημόσια οικονομικά να ελέγξουμε το μέγεθος του κράτους και τις λειτουργίες του, να ελέγξουμε το μοντέλο ανάπτυξης, να ελέγξουμε την παραοικονομία, τη φοροδιαφυγή, την κρατική σπατάλη και κυρίως να βοηθήσουμε να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας, χωρίς να χρειαστεί να περάσουμε σε μέτρα τέτοιου είδους. Μέτρα, τα οποία είναι και σκληρά και αντικοινωνικά και αντιαναπτυξιακά και υφεσιακά.

Η αντίληψή τους λοιπόν είναι ότι εφόσον θα δανειστείς για να προσαρμοστείς τώρα δημοσιονομικά, να μειώσεις το έλλειμμά σου και να κάνεις το χρέος σου βιώσιμο, είσαι υποχρεωμένος να πάρεις μέτρα τέτοια, τα οποία θα έπαιρνες στο παρελθόν δεν τα πήρες, και θα τα πάρεις τώρα, σε εξαιρετικά άσχημες συνθήκες με αποτέλεσμα να τροφοδοτείται και να βαθαίνει η ύφεση. Και έτσι φτάσαμε να έχουμε 25% σωρευτική ύφεση από το 2008, να έχουμε αυτά τα τραγικά ποσοστά ανεργίας, να έχουμε ανεργία 56% σε νέους ανθρώπους, να κλείνουν επιχειρήσεις και να βλέπουμε την κοινωνία μας να διαλύεται και να ταλαιπωρείται.

Αυτή είναι μια πολιτική που επιβλήθηκε και επιβάλλεται ακόμη και τώρα σε όλες τις χώρες. Σε όλες τις χώρες που είναι σε πρόγραμμα, που σχεδόν είναι σε πρόγραμμα όπως η Ιταλία, ή που απειλούνται με την ένταξή τους σε κάποιο πρόγραμμα όπως συμβαίνει ακόμη και με πάρα πολύ μεγάλες χώρες όπως είναι η Γαλλία, στην οποία στρέφονται τώρα τα πυρά των περιβόητων οίκων αξιολόγησης.

Εάν ήταν εύκολο, φίλες και φίλοι, να βρεθούν άλλες λύσεις, εάν ήταν εύκολο να γίνουν χειρισμοί που υπερβαίνουν αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, τότε χώρες μικρές, ευέλικτες, όπως η Κύπρος, δικοί μας άνθρωποι, θα μπορούσαν εύκολα να βρουν λύση, να έχουν αντλήσει εμπειρίες και διδάγματα από το ελληνικό παράδειγμα, να δανειστούν με άλλο τρόπο, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκτός Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ποσά τα οποία είναι βατά, ποσά τα οποία είναι μικρά σε απόλυτους αριθμούς, παρ' ό,τι είναι βεβαίως μεγάλα για το μέγεθος που έχει το Κυπριακό ΑΕΠ.

Έτσι και το ΑΚΕΛ στην Κύπρο, ο Πρόεδρος Χριστόφιας, στην πραγματικότητα το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου, βρίσκεται τώρα στην ανάγκη να σηκώσει αυτό το σταυρό του μαρτυρίου, επειδή έτυχε να είναι το κόμμα που διαχειρίζεται την οξεία φάση της κρίσης, επειδή έτυχε να είναι το κόμμα το οποίο πρέπει να πάρει τις δύσκολες αποφάσεις.

Έτσι έτυχε και σε εμάς αυτό το εθνικό καθήκον. Το εθνικό αυτό καθήκον σε άλλες χώρες έτυχε στις συντηρητικές δυνάμεις, στην Ισπανία οι συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, η ισπανική Δεξιά ήταν αυτή που έτυχε μέσα από τον εκλογικό κύκλο να αναλάβει το βάρος της ευθύνης των δύσκολων αποφάσεων.

Στην Πορτογαλία το ίδιο, στην Ιρλανδία έχουμε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας καθαρής προεκλογικής συμφωνίας όλων των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων, στην ανάγκη να ληφθούν τα μέτρα αυτά και ίσως αυτό να είναι μια από τις εξηγήσεις, για το γρήγορο ρυθμό και τον αποτελεσματικό τρόπο με τον οποίο η Ιρλανδία εφάρμοσε το πρόγραμμα προσαρμογής και βγήκε ξανά με ευκολία και με εντυπωσιακό θα έλεγα ρυθμό στις αγορές.

Αλλά το πρόβλημα της Ιρλανδίας ήταν πρόβλημα κατ' εξοχήν τραπεζικό, δεν ήταν πρόβλημα κατά κυριολεξία δημοσιονομικό. Ήταν οι τράπεζες που είχαν δημιουργήσει τη μεγάλη φούσκα και έτσι ήταν πιο εύκολο να εξυγιανθούν οι τράπεζες και να γυρίσει σε ένα ενάρετο κύκλο η Ιρλανδία.

Δεν μπορούσε να βρεθεί άλλη λύση, γιατί η άλλη λύση εκτός του υποχρεωτικού δανεισμού από την Ευρωζώνη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με τους σκληρούς και αμίλητους όρους της Ευρωζώνης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, θα ήταν τρισχειρότεροι. Θα ήταν η ασύντακτη χρεοκοπία.

Ασύντακτη χρεοκοπία θα σήμαινε όχι περικοπή μισθών και συντάξεων, αλλά αδυναμία καταβολής τους. Ναι, αδυναμία καταβολής. Δεν είναι αυτό ένα ρητορικό σχήμα, είναι μια σκληρή πραγματικότητα και με λίγα λόγια αυτό που καταφέραμε με τους κόπους και τα βάσανα και τις θυσίες του ελληνικού λαού μέσα σε τρία χρόνια, να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα του 2009 που ήταν 24 ολόκληρα δις ευρώ 12% του ΑΕΠ μέχρι τώρα, από το 2010 μέχρι τα τέλη του 2012, θα έπρεπε να το κάνουμε με βίαιο τρόπο με βάναυσο τρόπο μέσα σε λίγες εβδομάδες, εάν θέλαμε να κάνουμε κουμάντο με τα δικά μας λεφτά χωρίς να εξυπηρετούμε το χρέος.

Αλλά αυτό θα σήμαινε, όχι απλά και μόνο αδυναμία καταβολής μισθών και συντάξεων, θα σήμαινε κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος, θα σήμαινε πλήρη ακύρωση καταθέσεων και περιουσιών, θα σήμαινε πως η ελληνική οικονομία αποξενώνεται από τη διεθνή οικονομία, αποκόπτεται από το διεθνές εμπόριο, κάνει κουμάντο μόνη της με τα αγαθά που παράγει, χωρίς να μπορεί να κινηθεί με το ρυθμό που κινείται η αγορά και άρα θα είχαμε μια χιονοστιβάδα επιπτώσεων, την οποία κανείς δεν θα ήθελε να ζήσει και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί.

Το δε χειρότερο απ' όλα το ειρωνικό, είναι ότι στην περίπτωση αυτή η Ελλάδα θα ήταν μέσα στο ευρώ. Γιατί κανείς δεν θα την ανάγκαζε να φύγει από το ευρώ. Θα ήταν μέσα στο ευρώ χωρίς ευρώ και για τους πολίτες και για το κράτος, θα ήταν μέσα στο ευρώ ταπεινωμένη, εξουθενωμένη, χρεοκοπημένη.

Ακούω συχνά να λένε «Μα, αφού ούτως ή άλλως χρεοκοπήσαμε. Γιατί αναλάβαμε ευθύνες και δεν είπαμε ότι χρεοκοπήσαμε; Γιατί δεν δηλώσαμε εμείς μόνοι μας παύση πληρωμών; Γιατί δεν κόψαμε μόνοι μας το χρέος;». Γιατί αν κάναμε τέτοιου είδους μονομερείς ενέργειες, μονομερές moratorium, μονομερή καταγγελία, μονομερή παύση πληρωμών, τότε η Ελλάδα θα ήταν νομικά χρεοκοπημένη και θα συνέβαιναν όλα όσα σας περιγράφω.

Δεν θα υπήρχε όχι κινητή περιουσία ή κατάθεση, αλλά δεν θα υπήρχε ούτε αξία στην ακίνητη περιουσία στην οποία έχουν επενδύσει τα όνειρά τους οι Έλληνες, γενιές ολόκληρες Ελλήνων που θεωρούν –και καλά κάνουν και το θεωρούν- πως με τον κόπο τους τον ιδρώτα τους, πολλοί έχουν χύσει τον ιδρώτα αυτό σε εργοστάσια και ανθρακωρυχεία του εξωτερικού, οι περισσότεροι στην Ελλάδα, έχουν διαμορφώσει μια οικογενειακή περιουσία για να ζήσουν τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους καλύτερα, γιατί το όνειρο κάθε Έλληνα είναι η επόμενη γενιά να ζει καλύτερα από την προηγούμενη. Και είναι όλοι έτοιμοι, παππούδες και πατεράδες, γιαγιάδες και μανάδες να κάνουν μεγάλες θυσίες για να μπορέσουν τα παιδιά και τα εγγόνια να ζήσουν καλύτερα.

Γι' αυτό έχουμε αναγκαστεί να κάνουμε την επιλογή αυτή. Την επιλογή ως προς το σκέλος της δημοσιονομικής προσαρμογής, της γρήγορης δημοσιονομικής προσαρμογής. Γιατί φυσικά αν αποφασίζαμε μόνοι μας και αν μπορούσαμε να χρηματοδοτήσουμε μόνοι μας τη δημοσιονομική προσαρμογή, θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε ένα πρόγραμμα αργής, σταθερής και ήπιας προσαρμογής. Θα μπορούσαμε να πετύχουμε την προσαρμογή όχι σε 3, αλλά σε 13, σε 20 χρόνια. Θα μπορούσαμε να θέσουμε υπό έλεγχο το χρέος όχι το 2020 αλλά το 2030, ή το 2040. Μόνο που αυτό δεν είχαμε τη δυνατότητα να το αποφασίσουμε μόνοι μας.

Και όσοι ισχυρίζονται ότι ήταν μια ελληνική επιλογή η προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, πρέπει να ξέρουν ότι η επιλογή αυτή είναι μια επιλογή καθαρά ευρωπαϊκή, είναι μια επιλογή πρωτίστως της γερμανικής κυβέρνησης, είναι προϊόν της βαθιάς δυσπιστίας των μεγάλων κρατών-μελών απέναντι στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την οποία κατηγορούν ότι δεν μπόρεσε να προβλέψει και δεν  μπόρεσε να ανακόψει την πορεία πολλών κρατών της Ευρωζώνης, προς το δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Γιατί είναι πραγματικά εντυπωσιακό, παράδοξο, η ισχυρότερη οικονομία του κόσμου, η Ευρωζώνη, να έχει από τις 17 χώρες τις μισές σχεδόν σε πρόγραμμα προσαρμογής, ή πάντως σε συνθήκες βαθιάς δημοσιονομικής κρίσης: η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Κύπρος.

Χώρες όπως οι χώρες που έχουν μπει πρόσφατα η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Εσθονία, η Μάλτα είναι χώρες οι οποίες φλερτάρουν με το πρόβλημα και βέβαια ξέρουν όλοι πάρα πολύ καλά ότι τα απόλυτα μεγέθη του χρέους είναι συγκλονιστικά ακόμη και για τις ισχυρές χώρες, καθώς η ίδια η Γερμανία η ισχυρότερη χώρα, ξέρει ότι κουβαλάει στις πλάτες της –βεβαίως είναι ανθεκτική, αλλά κουβαλάει στις πλάτες της- ένα δημόσιο χρέος που ξεπερνά τα 2.600.000.000.000 ευρώ, 2.200.000.000.000 η Γαλλία, 2.000.000.000.000 η Ιταλία. Πρόκειται για συγκλονιστικά μεγέθη σε απόλυτους αριθμούς.

Άρα δεν επρόκειτο για την επιλογή ανάμεσα στην ανώδυνη, την ήπια, τη φιλική προς την κοινωνία λύση και την σκληρή απάνθρωπη λύση που διάλεξε το ΠΑΣΟΚ. Ποιος μπορεί να πιστεύει ότι όχι το ΠΑΣΟΚ, αλλά η Νέα Δημοκρατία ή το οποιοδήποτε Κόμμα Δεξιό, Σοσιαλιστικό, Φιλελεύθερο, Πράσινο, οποιασδήποτε ταυτότητας σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, θα έκανε την επιλογή να βρεθεί αντιμέτωπο με την ιστορία του, με την κοινωνική του βάση, με τα συναισθήματά τους, με τις ηθικές του αξίες, με την ιδεολογία του, με τα πιστεύω του.

Είναι αστείο. Είναι προσβλητικό να το λέει κανείς. Είναι προσβλητικό για την ιστορία μας ως Παράταξη, αλλά είναι και προσβλητικό για τη νοημοσύνη των Ελλήνων και των Ελληνίδων να τους προσφέρει κανείς τέτοιου είδους επιχειρήματα. Και όμως.

Και όμως στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες δεν είναι μια ελληνική ιδιορρυθμία αυτή, πάντα περιμένουμε ένα θαύμα, πάντα περιμένουμε έναν από μηχανής Θεό. Πάντα είμαστε έτοιμοι να πιστέψουμε μια συνομωσιολογική θεωρία, πάντα θέλουμε να ακούσουμε την καλή είδηση, η οποία θα μας προσφέρει μια λύση χωρίς κόστος. Είναι η φύση του ανθρώπου αυτή, είναι η φύση της κοινωνίας.

Και στο κάτω-κάτω, μακάρι να μπορούσαμε να προσφέρουμε αυτή τη λύση, θα ήμασταν κι εμείς ευτυχείς, θα ήταν και η οικονομία μας ευτυχής γιατί θα είχαμε θέσει τις βάσεις μιας πιο αργής πιο σταθερής προσαρμογής, χωρίς κοινωνικό  κόστος χωρίς πολιτικές επιπτώσεις. Χωρίς να έχει ανατραπεί το πολιτικό σύστημα, χωρίς να έχουν αναδειχτεί φαινόμενα φασίζοντα ή καθαρά ναζιστικά, φασιστικά, ρατσιστικά, ξενοφοβικά, που αμφισβητούν την ίδια την καρδιά της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, που αμφισβητούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, που αμφισβητούν τις κατακτήσεις του ευρωπαϊκού νομικού θεσμικού και πολιτικού πολιτισμού.

Αυτή είναι η ιστορία της δημοσιονομικής προσαρμογής. Υπάρχει όμως και το άλλο σκέλος του προγράμματος, το σκέλος των διαρθρωτικών αλλαγών, των μεγάλων μεταρρυθμίσεων, της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

  • Ποιος δεν θέλει η Ελλάδα να είναι ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος;
  • Ποιος δεν θέλει η Ελλάδα να είναι ένα κράτος με κανονική οικονομία, κανονική κοινωνία, κανονική πολιτεία;
  • Ποιος δεν θέλει μια Δημόσια Διοίκηση ευρωπαϊκού επιπέδου;
  • Καλύτερο σχολείο και καλύτερο Πανεπιστήμιο;
  • Ποιος δεν θέλει ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας που να λειτουργεί ολοκληρωμένα, με ανθρώπινο πρόσωπο και στην Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια Περίθαλψη;
  • Ποιος δεν θέλει ένα φιλοεπενδυτικό φιλοαναπτυξιακό κλίμα;
  • Μια Δικαιοσύνη που να λειτουργεί;
  • Ποιος δεν θέλει να υπάρχουν επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν με διαφάνεια, με ανταγωνιστικότητα και δίνουν δουλειά στους ανθρώπους;
  • Ποιος δεν θέλει τα παιδιά μας να έχουν ευκαιρίες να ζήσουν καλύτερα από εμάς; Γιατί αυτό έχει ανατραπεί. Για πρώτη φορά η νέα γενιά νιώθει ότι έχει πολύ λιγότερες ευκαιρίες από τις ευκαιρίες που είχαμε εμείς και οι παλαιότεροι.

Άρα, το δεύτερο αυτό σκέλος των μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών, των μεταρρυθμίσεων, της ανταγωνιστικότητας, του νέου μοντέλου παραγωγής, αυτό που ονομάζουμε με λίγα λόγια εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης δεν είναι κάτι που μας επιβάλλεται από τα έξω, αναγκαστικά και σερνόμαστε πίσω από τις επιλογές της περιβόητης τρόικας, αλλά είναι κάτι που θα έπρεπε  να είναι η δική μας σημαία, η σημαία του μέλλοντος για την Ελλάδα.

Ποιο είναι το πρόβλημα; Το πρόβλημα είναι ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμόσεις παράλληλα σκληρά μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής, μέτρα περιορισμού του εισοδήματος, μέτρα που μειώνουν μισθούς και συντάξεις, μέτρα που οδηγούν σε ύφεση και αυξάνουν την ανεργία και παράλληλα μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Γιατί η κοινωνία δεν πιστεύει στα μέτρα αυτά και δεν στηρίζει τα μέτρα αυτά, φοβάται, αντιδρά συντηρητικά, απορρίπτει τις αλλαγές επειδή υφίσταται τις επιπτώσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Εδώ είναι πάρα πολλοί συμπολίτες μας που δεν αντιλαμβάνονται πώς είναι δυνατό να κάνεις μια προσπάθεια για το κίνημα των αποδείξεων, για τη σύλληψη της φοροδιαφυγής, για τη μείωση της παραοικονομίας, μικρής, μεσαίας και μεγάλης, παράλληλα με τη λήψη δημοσιονομικών μέτρων που μειώνουν το εισόδημα.

Είναι πάρα πολλοί αυτοί που λένε «Εντάξει δεν είναι δυνατό τώρα που είμαστε σε κρίση, που δεν μπορώ να κάνω σεφτέ να έρχεσαι και να μου επιβάλλεις σκληρά φορολογικά μέτρα, δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Μα ποτέ δεν θα ήταν η κατάλληλη στιγμή και ποτέ δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τις αλλαγές αυτές, οι οποίες βεβαίως θίγουν προνόμια, θίγουν κεκτημένα, αλλάζουν συνήθειες, ανατρέπουν ένα ρυθμό ζωής, βεβαιότητες οι οποίες όμως δεν αντέχουν, οι οποίες απεδείχθη ότι είναι η βαθιά αιτία της κρίσης.

Γι' αυτό κατηγορούμε το ΣΥΡΙΖΑ και όλα τα κόμματα της αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης, τα οποία έχουν ως κοινό παρονομαστή αυτό τον απόλυτο καταγγελτικό λόγο τη θεωρία της συνομωσίας και το παράλογο επιχείρημα ότι το ΠΑΣΟΚ είχε άλλη λύση και δεν την εφάρμοσε, ή αυτοί είχαν μια άλλη μαγική λύση και δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να την εφαρμόσουν.

Αυτός ο λόγος, αυτή η πολιτική άποψη δεν είναι προοδευτική, δεν είναι κεντροαριστερή. Είναι μια βαθιά συντηρητική άποψη, είναι μια μάχη οπισθοφυλακής που γίνεται μ’ ένα ριζοσπαστικό δήθεν αριστερό ή κεντροαριστερό προσωπείο, ενώ στην πραγματικότητα συντηρεί και αναπαράγει τα βαθύτερα αίτια της κτίσης.

Εάν δε χτυπήσεις στη ρίζα του όμως το πρόβλημα και το πρόβλημα είναι το ίδιο το μοντέλο ανάπτυξης, ο ίδιος ο τρόπος που συγκροτείται και λειτουργεί το κράτος, η οικονομία και η κοινωνία, δε θα μπορέσεις ποτέ ως έθνος να γίνεις αυτοδύναμο, δε μπορείς ποτέ να γίνεις ως χώρα ουσιαστικά ισότιμη μέσα στην Ευρώπη και μέσα στην Ευρωζώνη.

Υπάρχει άλλο γήπεδο στο οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να πετύχει καλύτερους συσχετισμούς και καλύτερες προοπτικές; Θα μπορούσαμε εκτός Ευρωζώνης; Θα μπορούσαμε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης; Θα μπορούσαμε μόνοι μας; Θα μπορούσαμε στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια; Πού θα μπορούσαμε να κινηθούμε καλύτερα; Πού θα μπορούσαμε να βρούμε τις αγορές για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις οι οποίες έχουν δείξει μέσα στην κρίση το δυναμισμό τους και τις δυνατότητές τους;

Πού θα μπορούσε η Ελλάδα καλύτερα; Πουθενά δε θα μπορούσε η Ελλάδα καλύτερα. Η απομόνωση δεν είναι η λύση. Η ιστορική αφέλεια δεν είναι η δική μας άποψη. Δε μπορούμε να οδηγήσουμε το λαό σε πολύ μεγαλύτερες περιπέτειες, σε ιστορική περιπέτεια επειδή εμείς αδυνατούμε να υποστηρίξουμε με σθένος την επιλογή που έχουμε κάνει.

Ήταν η επιλογή αυτή μια επιλογή την οποία την είχαμε μελετήσει, την οποία την είχαμε διακηρύξεις προεκλογικά το 2009; Όχι. Δεν είχε η κοινωνία και δεν είχε και το πολιτικό σύστημα αίσθηση ή έστω πλήρη αίσθηση του τι συμβαίνει. Δεν είχε ούτε η Ευρώπη, δεν είχε ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Όταν ξέσπασε η μεγάλη κρίση παγκοσμίως, το 2007-2008, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, η κυβέρνηση Καραμανλή, έλεγε σε όλους τους τόνους ότι η Ελλάδα είναι όαση, ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν είναι εκτεθειμένες σε τοξικά προϊόντα, «μη φοβάστε, όλα είναι υπό έλεγχο». Και έκρυβε το έλλειμμα. Και φόρτωνε το χρέος. Και κατέβαζε τα επίπεδα ανταγωνιστικότητας της χώρας.

Μικρά μέτρα, ελάχιστα, ήπια, θα αρκούσαν το 2008, ακόμη και το 2009, για ν’ ανακόψουν την κρίση, για να σώσουν τη χώρα και τους πολίτες από αυτή τη μεγάλη περιπέτεια της περιόδου 2010-2012. Δεν έγινε όμως αυτό. Και παραλάβαμε μια χώρα με τριπλό ή τετραπλό πρόβλημα, με ανεξέλεγκτο χρέος, με μια δυναμική η οποία δε μπορούσε ν’ ανακοπεί, με δυσθεώρητο δημοσιονομικό έλλειμμα, 15,7% (και είναι αστεία η συζήτηση για το αν ήταν πράγματι το έλλειμμα 15,7% όπως έχουν πει όλες οι αρμόδιες Υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τι θα συνέβαινε αν ήταν 14% ή 13,5%... Το ίδιο, αδιάφορο παντελώς. Αλλά ήταν 15,7%).

Και βεβαίως, έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών 15%, το μεγαλύτερο στο δυτικό κόσμο, δηλαδή πλήρης κατάρρευση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Πλήρης εξάρτηση από την κατανάλωση με δανεικά, πλήρης εξάρτηση από τις εισαγωγές. Μια χώρα χωρίς στρατηγική, χωρίς προσανατολισμό, ανυποψίαστη, αμέριμνη.

Έχουμε ιστορική ευθύνη εμείς ως ΠΑΣΟΚ; Έχουμε ευθύνη και για τη δεκαετία του ’80 αι για τη δεκαετία του ’90 και για τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Έχουμε ευθύνη γιατί δεν παρουσιάσαμε με την ενάργεια που έπρεπε προεκλογικά, τα θέματα. Κι έχουμε ευθύνη γιατί δεν προκαλέσαμε έναν εθνικό συναγερμό, μια συσστράτευση όλων των δυνάμεων την άνοιξη του 2010 ώστε να κατανεμηθούν σωστά, δίκαια και αναλογικά οι ευθύνες για την ανασυγκρότηση της χώρας.

Ναι, αλλά αυτές οι ευθύνες είναι άλλης τάξης. Αυτές οι ευθύνες δε συγκρίνονται με τις ευθύνες της περιόδου 2007-2009 γι’ αυτή την τραγική εθνική αμεριμνησία που οδήγησε στη διόγκωση της κρίσης και την κατέστησε ανεξέλεγκτη και επώδυνη για τους πολίτες.

Αυτές οι ευθύνες δε συγκρίνονται με τις ευθύνες του ετέροκλητου αντιμνημονιακού μετώπου του 2010-2011 που τροφοδότησε τον εκφασισμό της ελληνικής κοινωνίας και επέτρεψε ν’ αναφανούν φαινόμενα όχι μόνο όπως η Χρυσή Αυγή, αλλά και άλλα, τα οποία λειτουργούν ως περιβάλλον για τη λειτουργία της Χρυσής Αυγής και την εμβέλεια των απόψεών της, των ναζιστικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών που βασίζονται πού: Στη δυστυχία, στον πόνο και στην εκμετάλλευση της δυστυχίας και του πόνου.

Απαγορεύεται ο προσηλυτισμός στη θρησκεία, να σε δελεάσει κανείς με παράνομα μέσα, να σε αποπλανήσει για να σου αποσπάσει τη θρησκευτική του συνείδηση. Και η εκμετάλλευση της πείνας, η εκμετάλλευση του πόνου του άστεγου για πολιτικούς λόγους επιτρέπεται; Είναι θεμιτή σ’ ένα δημοκρατικό, δικαιοκρατικό πολίτευμα όπως έχει η Ελλάδα μέσα στην Ευρώπη το 2013, τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα; Εδώ όμως έχει φτάσει η χώρα μας και εμείς είμαστε αποφασισμένοι ν’ αντισταθούμε στα φαινόμενα αυτά.

Υπάρχει το δεύτερο μεγάλο ερώτημα: Εντάξει, φτάσαμε ως εδώ που φτάσαμε, πήραμε μέτρα, ξαναπήραμε μέτρα, έχουμε πάρει συνολικά μέτρα που ξεπερνούν το 32% του ΑΕΠ. Για να πετύχουμε μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος 12% του ΑΕΠ καταφέραμε να ξαναβάλουμε το πρόγραμμα στις ράγες και να πλησιάσουμε στα αποτελέσματα του Φεβρουαρίου του 2012.

Γιατί η μεγάλη 9μηνη εκκρεμότητα από το Μάρτιο έως τώρα προκάλεσε τεράστια ζημιά στην ελληνική οικονομία και μας γύρισε στην πραγματικότητα στα δεδομένα του Φεβρουαρίου και μάλιστα πιο πίσω από αυτά γιατί αυτά είχαν φτάσει σ’ ένα ιδεώδες σημείο ισορροπίας.

Και αφού φορτώσαμε τον ελληνικό λαό με τέτοιες θυσίες και εμάς με τέτοιο πολιτικό και συναισθηματικό κόστος, έχουμε μια νέα αφετηρία, έχουμε μια προοπτική να προχωρήσουμε προς το Εθνικό Σχέδιο Αναδιάρθρωσης, Ανασυγκρότησης. Έχουμε την προοπτική να ξανακάνουμε την Ελλάδα αυτοδύναμη, ανταγωνιστική, κανονική χώρα.

Είναι τα μέτρα αυτά που ψηφίστηκαν στις 7 Νοεμβρίου μαζί με το συμπληρωματικό νομοσχέδιο, το λεγόμενο φορολογικό, που έπρεπε να έχει ψηφιστεί στις 7 Νοεμβρίου και για τεχνικούς λόγους δεν ψηφίστηκε, το τελευταίο κύμα μέτρων; Αντέχει η ελληνική κοινωνία, αντέχει η ελληνική πολιτική ζωή άλλα τέτοια μέτρα; Η απάντηση είναι πως προφανώς πρόκειται για το τελευταίο κύμα μέτρων. ούτε η κοινωνία ούτε το πολιτικό σύστημα αντέχει άλλο κύμα μέτρων.

Τώρα όμως είναι η ώρα της ανάπτυξης. Θα μου πείτε, ποιος μπορεί να πιστέψει όταν ακούει τη λέξη «ανάπτυξη», όταν ακούει τη λέξη «επενδύσεις», όταν ακούει τη λέξη «απασχόληση», πως αυτό μπορεί να είναι μια πραγματικότητα. Όταν η χώρα βγαίνει μέσα από μια σωρευτική ύφεση 6 ετών που φτάνει το 25% κι όταν η ανεργία έχει φτάσει στα επίπεδα που είπαμε προηγουμένως. Όταν στην πραγματικότητα 4 στους 6 ανθρώπους ηλικίας έως 24 ετών είναι άνεργοι. Όταν έχεις πλήρη δυσκολία να μπεις στην αγορά εργασίας. Όταν υπάρχουν άνθρωποι μέσης ηλικίας που είναι άνεργοι και που μετράνε τις μέρες για να συμπληρώσουν τα συντάξιμά τους. Όταν ο κάθε εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα νιώθει την απειλή της ανεργίας λόγω της κρίσης.

Ναι, είναι εφικτό αυτό. Γιατί ευτυχώς η ελληνική οικονομία δεν έχει μόνο μειονεκτήματα, η ελληνική οικονομία έχει και πλεονεκτήματα. Και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας είναι το μεσαίο ελεγχόμενο μέγεθος, η ευελιξία. Η ελληνική οικονομία είναι ένα όχημα που έχει την ικανότητα να ξεκινάει εύκολα, όπως έχει και τον κίνδυνο να σταματήσει εύκολα και τον υπέστη αυτόν, αλλά έχει την ικανότητα να ξεκινάει εύκολα και να στρίβει εύκολα.

Έχει την ικανότητα να πάρει μπρος γρήγορα, να κινηθεί με μεγάλη ταχύτητα, με επιτάχυνση, να καλύψει το χαμένο έδαφος και να προσανατολιστεί σε νέες δραστηριότητες. Έχουμε, όπως λέω πάντα, ενδογενείς πόρους ανάπτυξης. Έχουμε μία εξαιρετική γη, μια προίκα από τη φύση, το θεό και την ιστορία. Και αυτό αφορά τα πάντα, το υπέδαφος. Στη θάλασσα, όπως είναι η ιστορία της ΑΟΖ και των υδρογονανθράκων, στη στεριά.

Έχουμε περιβαλλοντικά δεδομένα εξαιρετικά. Έχουμε ένα τουριστικό προϊόν ακαταγώνιστο, όταν το σεβόμαστε και το αξιοποιούμε. Έχουμε μια γεωργία που μπορεί να κάνει θαύματα. Μια πρωτογενή παραγωγή που μπορεί να στηρίξει την πιο ισχυρή, την πιο ευφυή βιομηχανία τροφίμων στον κόσμο. Έχουμε ναυτιλία ακαταγώνιστη, τουρισμό.. Έχουμε τη δυνατότητα ν’ αναπτύξουμε ενεργειακά μοντέλα τα οποία είναι στη διεθνή πρωτοπορία.

Αυτό σημαίνει πάρα πολλά πράγματα. Στην πραγματικότητα είναι ένας ακαταμάχητος πλούτος, ένα συγκριτικό πλεονέκτημα. Και τους ανθρώπους βεβαίως, το διανοητικό κεφάλαιο το οποίο μας φεύγει στο εξωτερικό σ’ έναν μεγάλο βαθμό, αλλά δεν είναι μόνο οι διανοούμενοι, δεν είναι μόνο οι επιστήμονες, δεν είναι μόνο οι καθηγητές, δεν είναι μόνο οι νέοι ερευνητές το διανοητικό κεφάλαιο, είναι ο κάθε Έλληνας που μπορεί να διαπρέψει στο δικό του τομέα ακόμη κι αν δε χρειάζεται κάποια ειδική γνώση, κάποια ειδική καλλιέργεια, αλλά μια εμπειρία και μια αγάπη για το αντικείμενο και μπορεί να κάνει πάρα πολλά πράγματα.

Το ΠΑΣΟΚ λοιπόν το οποίο είναι ο εγγυητής της εθνικής στρατηγικής, ο εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας που σήκωσε αυτό το βάρος, που βλέπει με ικανοποίηση όλοι τελικά ν’ ακολουθούν έστω και με καθυστέρηση τη δική του γραμμή, άργησαν να την ακολουθήσουν γιατί ήθελαν να κρυφτούν και να μη μοιραστούν το πολιτικό κόσμος, τώρα μπαίνει πρωτοπόρος στην ιστορία της ανάπτυξης.

Η ανάπτυξη ξέρουμε πολύ καλά ότι δεν είναι λόγια, ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι είναι πολύ συγκεκριμένες κινήσεις, που το ΠΑΣΟΚ θα τις κάνεις παίρνοντας σειρά πρωτοβουλιών. Όπως παίρνουμε σειρά πρωτοβουλιών για την κοινωνική συνοχή, για την αλληλεγγύη, με τις προτάσεις νόμων που έχουμε καταθέσει, για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, για τις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, ανασφάλιστοι, άνεργοι, ανάπηροι, αγρότες σε συνταξιοδοτικό καθεστώς, έτσι πήραμε και την πρωτοβουλία για το Ταμείο Αλληλεγγύης των Γενεών μέσα από τους μελλοντικούς πόρους των υδρογονανθράκων, έτσι θα πάρουμε και μια σειρά πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη.

Με προτάσεις νόμων αρχίζουμε αύριο από τα θέματα παιδείας, γιατί στην πραγματικότητα τα θέματα παιδείας είναι στον πυρήνα του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας, και θα συνεχίσουμε με στοχευμένες πρωτοβουλίες που παράγουν αποτέλεσμα, οικονομικό αποτέλεσμα. Αλλά για να το πετύχουμε αυτό δεν αρκεί να έχουμε στη διάθεσή μας την πλειοψηφία της Βουλής, την κυβέρνηση, τη Δημόσια Διοίκηση. Χρειαζόμαστε την Τοπική Αυτοδιοίκηση, τη Δικαιοσύνη, τις τοπικές κοινωνίες, τις κοινωνίες των πολιτών.

Αυτό δεν φαίνεται καθαρά στο λεκανοπέδιο γιατί εκεί δεν μπορείς να διακρίνεις το ρόλο κάθε Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης πολύ καθαρά, Φαίνεται πιο έντονα, πιο ανάγλυφα στην ελληνική περιφέρεια. Αλλά και εδώ υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες έτσι ώστε να έχουμε ένα αποτέλεσμα το οποίο φυσικά διεκδικεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά το ΠΑΣΟΚ.

Γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως το κόστος το εισπράττουμε πρώτοι και στο μεγαλύτερο μέρος. Γιατί ιστορικά ταυτιστήκαμε, καλώς ή κακώς, αυτή είναι η αλήθεια, με τα επώδυνα μέτρα, με τη διαχείριση της κρίσης. Έτσι κύλησε η ιστορία, έτσι γύρισε ο τροχός της ιστορικής μοίρας και βρεθήκαμε στην πιο δύσκολη θέση την πιο άσχημη στιγμή.

Θα είναι όμως μεγάλη ιστορική αδικία αν το όφελος από την επιτυχία της στρατηγικής αυτή δεν το κεφαλαιοποιήσει το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ κατέβηκε μαζί με τη χώρα, έχασε τεράστιο μέρος της κοινωνικής του βάσης γιατί διαλύθηκε η ίδια η κοινωνία και πρέπει τώρα ν’ ανασυγκροτηθεί και να ξαναγνωριστεί με τον εαυτό της. Και αφού ξαναγνωριστεί με τον εαυτό της, θα ξαναγνωριστεί και με το ΠΑΣΟΚ.

Το ΠΑΣΟΚ κατέβηκε μαζί με την κοινωνία λόγω της κρίσης και θ’ ανέβει μαζί με το έθνος και την κοινωνία μόλις γυρίσει ο τροχός, κλείσει ο κύκλος αυτός και τώρα είμαστε στο σημείο της στροφής, στη νέα αφετηρία.

Και πώς σηματοδοτούμε αυτή τη νέα αφετηρία εμείς κομματικά; Με το συντακτικό συνέδριο του ΠΑΣΟΚ. Δε μπορεί να καθυστερήσει άλλο το συνέδριο αυτό. Ήδη καθυστερήσαμε πολύ λόγω των εκλογών, λόγω των δεύτερων εκλογών και λόγω της μακράς, πολύπλοκης διαπραγμάτευσης για να κλείσει το πακέτο του προγράμματος. Τώρα το ΠΑΣΟΚ πρέπει συλλογικά να διαμορφώσει την ταυτότητά του, το μέλλον του, να σηκώσει ξανά την ιδεολογική του και αξιακή του σημαία και αυτό θα συμβεί το Φεβρουάριο με εσάς, την κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ να είστε αυτοί που αποφασίζουν για το μέλλον και τη φυσιογνωμία της παράταξης.

Για να πάμε όμως σ’ ένα κανονικό συνέδριο, ενός κανονικού κόμματος, χωρίς μηχανισμούς, χωρίς ίντριγκες, χωρίς προσωπικές στρατηγικές, πρέπει εσείς να πάρετε την υπόθεση αυτή ζεστά, εσείς να είστε οι εγγυητές της αυθεντικής διαδικασίας, ώστε να πάμε σ’ ένα συνέδριο πολιτικής σκέψης, πολιτικού λόγου, στρατηγικής, να σηματοδοτήσουμε την επόμενη δεκαετία. Να σηματοδοτήσουμε τη δική μας Ελλάδα του 2020.

Η Ελλάδα του 2020 δε θα είναι η Ελλάδα που μετριέται μόνο με το δημόσιο χρέος μέσα από την έννοια της βιωσιμότητας του χρέους που είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό ένα παιχνίδι αριθμών. Χρειαζόμαστε την εθνική βιωσιμότητα ανταγωνιστικότητα και προοπτική. Και αυτήν πρέπει να τη σηματοδοτήσουμε εμείς.

Εμείς που έχουμε μείνει στο ΠΑΣΟΚ, εσείς. Αλλά το ΠΑΣΟΚ έχει ακατάληπτους συναισθηματικούς δεσμούς με όλους αυτούς, φίλους και συντρόφους, που δε μας ψήφισαν στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου, έχουν όμως εδώ το βλέμμα τους στραμμένο, ξέρουν ότι το ΠΑΣΟΚ κατέχει την κεντρική θέση στο πολιτικό σύστημα. Χωρίς το ΠΑΣΟΚ δεν υπάρχει προοπτική για το χώρο, δεν κυβερνιέται η χώρα και δε μπορεί να εφαρμοστεί εθνική στρατηγική. Και ξέρουν όλοι τους πραγματικά ότι και εμείς έχουμε τη σκέψη μας προσανατολισμένη σ’ αυτούς, γιατί το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου ως ένα πλειοψηφικό, πολυσυλλεκτικό ρεύμα και τέτοιο θα γίνει.

Βεβαίως τώρα είναι η ώρα των μεγάλων συναινέσεων, των συνεργασιών. Χρειάζεται μια άλλη κουλτούρα. Αλλά και οι κυβερνήσεις συνεργασίας και οι συναινέσεις χρειάζονται μια ιθύνουσα δύναμη. Μην έχετε καμία αμφιβολία ότι αυτή η ιθύνουσα δύναμη μπορεί να είναι μόνο το ΠΑΣΟΚ, η μεγάλη δημοκρατική, προοδευτική παράταξη που έχει ταυτιστεί ιστορικά με ό,τι καλύτερο έχει γίνει στην ιστορία αυτού του έθνους.

Σας ευχαριστώ πολύ. redsq


 

Δευτερολογία

Ξεκινάω από τον πυρήνα της ομιλίας μου για να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση. Άκουσα τον τελευταίο σύντροφο που είπε -και ορθά- ότι πολλά πράγματα μπορούσαν να γίνουν διαφορετικά το 2009. Συμφωνώ μαζί του. Πράγματι πολλά πράγματα μπορούσαν και έπρεπε να έχουν γίνει διαφορετικά και ενώ ήμασταν στην αντιπολίτευση και κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και το πρώτο εξάμηνο - πρώτο οκτάμηνο μέχρι τον Μάιο του 2010.

Δεν είπα στην ομιλία μου ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά ή δεν έπρεπε να κάνουμε διαφορετικά πολλά κρίσιμα πράγματα. Είπα ότι η χώρα δεν είχε εξ αντικειμένου άλλη καλύτερη και ασφαλέστερη λύση σε σχέση με τη διαχείριση της κρίσης. Δηλαδή ή θα μπαίναμε σε ένα πρόγραμμα προσαρμογής υπαγορευμένο από τους εταίρους μας στο σκέλος της μείωσης του ελλείμματος και της βιωσιμότητας του χρέους, άρα έπρεπε να αποδεχθούμε την γρήγορη μείωση του ελλείμματος με σκληρά μέτρα σε σχέση με τα εισοδήματα, τους μισθούς, τις συντάξεις και την φορολογία, ή έπρεπε να οδηγηθούμε στην απόλυτη καταστροφή.

Ο πυρήνας, ο ιστορικός πυρήνας είναι αυτός, αυτό δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά.

Βεβαίως, πρέπει να λέμε την αλήθεια απευθυνόμενοι στον κόσμο. Το ΠΑΣΟΚ πλήρωσε το γεγονός ότι στις εκλογές του Μαΐου και του Ιουνίου είπε σε βαθμό ασύγκριτα μεγαλύτερο από οποιοδήποτε άλλο κόμμα την πραγματικότητα της χώρας, δεν υποσχέθηκε πράγματα ανέφικτα, μίλησε με ειλικρίνεια και υπευθυνότητα και αυτό είναι ένα στοιχείο το οποίο μας κρατάει και θα μας κρατήσει στρατηγικά όρθιους όταν θα έρθει η ώρα να κάνουμε τον τελικό απολογισμό για την πορεία της χώρας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε εμείς μόνοι μας να ζητάμε στις αρχές του 2010 την προσφυγή της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Αυτό δεν σημαίνει ότι έπρεπε να αρκεστούμε στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ και να μην ζητήσουμε διευρυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην κύρωση του πρώτου μνημονίου, που θα έφερνε σε εξαιρετικά δύσκολη θέση την Νέα Δημοκρατία και θα της απαγόρευε να συμπτύξει το ετερόκλητο αντιμνημονιακό μέτωπο που και η ίδια το πλήρωσε αλλά πρωτίστως το πλήρωσε ο τόπος γιατί εκθρέψαμε την δημαγωγία, την απλούστευση και τον εκφασισμό.

Θα μου επιτρέψετε εδώ να πω ότι αυτά δεν τα λέω τώρα, εκ των υστέρων, τα έχω πει τότε και τα έχω πει με τεκμηριωμένο και υπεύθυνο τρόπο πιστεύοντας ότι αυτό θα ήταν ωφέλιμο και για την παράταξη και για την χώρα.

Όμως είναι άλλο αυτό και άλλο το να αναθεματίζουμε το ΠΑΣΟΚ επειδή διαμόρφωσε μία εθνική στρατηγική μέσα σε πολύ δύσκολους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς και η χώρα πορεύεται με αυτή την εθνική στρατηγική, η οποία είναι πάρα πολύ απαιτητική, πάρα πολύ επώδυνη, έχει τεράστιο πολιτικό και ηθικό κόστος αλλά έπρεπε να εκτελέσουμε αυτό το καθήκον.

Αυτό είναι το τεράστιο ιστορικό δίλημμα του αντιπροσωπευτικού συστήματος. Υπάρχουν στιγμές που ενώ έχεις πάρει μία εντολή από το εκλογικό σώμα, από το λαό, είσαι αντιμέτωπος με την μοίρα του έθνους και πρέπει να σκεφτείς με όρους ιστορικούς, με όρους που αφορούν τις επόμενες γενιές και να σηκώσεις ένα σταυρό.

Θα μπορούσε και το ΠΑΣΟΚ να πει «απελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο». Θα μπορούσε και το ΠΑΣΟΚ να αφήσει την «καυτή πατάτα» των δύσκολων αποφάσεων σε μία άλλη κυβέρνηση. Δεν το έκανε. Και δεν το έκανε ακόμη και τότε που σχηματίστηκε αυτή η άλλη κυβέρνηση, γιατί η κυβέρνηση αυτή υπήρξε. Ήταν η κυβέρνηση Παπαδήμου, με την συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας, αλλά με μία Νέα Δημοκρατία η οποία δεν έπαιρνε το μερίδιο της ευθύνης της. Ήθελε απλά και μόνο να φιλοτεχνήσει το υπεύθυνο ευρωπαϊκό πρόσωπό της, να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές, για να απολαύσει τους καρπούς της πολιτικής της που ήταν απολύτως αντιφατική, γιατί ξεκίνησε από σημαιοφόρος της αντιμνημονιακής πολιτικής και κατέληξε ο εκφραστής της υπεύθυνης ευρωπαϊκής πολιτικής στην Ελλάδα.

Έγιναν οι εκλογές του Μαΐου όμως και ο συσχετισμός των δυνάμεων που κατεγράφη το Μάιο -το έχω πει πολλές φορές σε παρόμοιες συγκεντρώσεις- έδειξε την πλήρη αποδιάρθρωση του κομματικού συστήματος και την επιφυλακτικότητα με την οποίαν κάνει τις επιλογές της η ελληνική κοινωνία, γιατί η άφθαρτη υποτίθεται Νέα Δημοκρατία, που επένδυσε στην αντιμνημονιακή δημαγωγία και που ερχόταν να σώσει τον κόσμο και διεκδικούσε αυτοδύναμη πλειοψηφία, πήρε 18%. Και ο ΣΥΡΙΖΑ που έκανε την έφοδο κατάληψης της εξουσίας στο όνομα της υπόσχεσης των πάντων στους πάντες πήρε 16,5%. Και το φθαρμένο, ηττημένο ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ της κρίσης και το ΠΑΣΟΚ που έπρεπε να υποστεί και τον Τσοχατζόπουλο και όλα τα άλλα προεκλογικά -όλως τυχαίως προεκλογικά, όλα αυτά κυοφορήθηκαν επί χρόνια για να ξεσπάσουν προεκλογικά- πήρε 13,5% και ήτανε πέντε μονάδες η διαφορά μεταξύ του πρώτου κόμματος και του τρίτου.

Και θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση των τεσσάρων κομμάτων, των τριών κομμάτων, βεβαίως με πιο αδύναμη πλειοψηφία αλλά χωρίς η χώρα να χάσει και άλλο ένα δίμηνο προεκλογικό και χωρίς να αλλοιώσουμε τους εσωτερικούς συσχετισμούς στο μέτωπο των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων.

Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις εκλογές του Ιουνίου αλλοιώθηκαν οι συσχετισμοί και πέσαμε θύματα μιας τεχνικής πόλωσης λόγω και του εκλογικού συστήματος, αλλά παρόλα αυτά το ΠΑΣΟΚ άντεξε και το ΠΑΣΟΚ είναι αυτό που διαμόρφωσε την λύση που θέλησε ο ελληνικός λαός.

Γιατί ο ελληνικός λαός κλήθηκε να απαντήσει στα μεγάλα διλήμματα και απάντησε στα μεγάλα διλήμματα. Ήξερε ότι υπάρχει μια υπεύθυνη πολιτική ειπωμένη με διάφορους τρόπους, αλλά πάντως μια υπεύθυνη πολιτική συμφωνία με τους εταίρους, και μία τυχοδιωκτική πολιτική. Και έδωσε καθαρή πλειοψηφία και στο εκλογικό σώμα και ακόμη καθαρότερη στο Κοινοβούλιο υπέρ αυτής της υπεύθυνης πολιτικής.

Είπαμε εμείς τίποτα προεκλογικά το οποίο είναι ανακόλουθο; Είπαμε ότι δεν θα ληφθούν μέτρα; Είπαμε ότι δεν θα υπάρξουν νέες θυσίες; Όχι. Είπαμε ότι θα αποφύγουμε τα οριζόντια μέτρα, ότι πρέπει η χώρα να διαπραγματευθεί, να αναθεωρήσει τη σύμβαση, να επιβεβαιώσει το κεκτημένο των αποφάσεων του Φεβρουαρίου - Μαρτίου, ότι έχουμε να πάρουμε μέτρα, όχι 13,5 δισ. ευρώ, 11,5 δισ. ευρώ μάλιστα, τόσα υπολογίζαμε και τόσα έπρεπε και θέλαμε αυτά να απλωθούν στον χρόνο μέσα από την λογική της παράτασης του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής.

Λέγαμε ότι θα κυβερνήσουμε μόνοι μας; Όχι. Λέγαμε συμμαχία των υπεύθυνων φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Λέγαμε ότι τα πράγματα είναι εύκολα; Όχι. Λέγαμε ότι είναι πάρα πολύ δύσκολα αλλά ότι θέλουμε εθνική συσπείρωση και συναίνεση και εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης για να τα βγάλουμε πέρα.

Υπάρχει ένας πολίτης που δεν είχε αντιληφθεί ότι η χώρα θα πορευθεί μέσα από έναν διπλό συμβιβασμό; Έναν συμβιβασμό εσωτερικό με τις άλλες κομματικές δυνάμεις με τις οποίες κυβερνάνε μαζί, γιατί δεν κυβερνάμε μόνοι μας, η Νέα Δημοκρατία έχει πάρει 29% και η ΔΗΜΑΡ είναι εταίρος και επηρεάζει το γενικότερο κλίμα της κυβερνητικής πολιτικής και του δημόσιου λόγου. Και έναν συμβιβασμό εξωτερικό, γιατί πρέπει στα μεγάλα θέματα να συμφωνούμε με τους εταίρους μας υπό συνθήκες άνισες βεβαίως, γιατί άλλο είναι να είσαι δανειστής και άλλο δανειζόμενος, άλλο να έχεις και να δίνεις τα λεφτά και άλλο να μην έχεις και να τα ζητάς.

Αυτή είναι η πραγματικότητα. Είναι μια σκληρή πραγματικότητα την οποίαν την είπαμε όμως με όσο γίνεται πιο καθαρό τρόπο. Και πληρώσαμε την υπευθυνότητα και την ειλικρίνειά μας.

Είπαν οι σύντροφοι και συμφωνώ μαζί τους: «Ο λαός θέλει να ξέρει την αλήθεια». Ναι. Και έχουμε υποχρέωση να του λέμε την αλήθεια. Ο λαός θέλει να ξέρει την αλήθεια. Την αποδέχεται και την τιμά την αλήθεια; Ή μήπως θέλει να ξέρει την αλήθεια αλλά αρέσκεται να ψηφίζει το ψέμα; Γιατί το εκλογικό αποτέλεσμα, ακόμη και οι έρευνες της κοινής γνώμης, τι δείχνουν; Ότι ο λαός τιμά την αλήθεια και την αποδέχεται και την ακολουθεί; Όχι βεβαίως.

Η εμπειρία μας τι λέει; Η σύγχρονη πολιτική ιστορία τι λέει; Ότι κερδίζει στις εκλογές και διαμορφώνει τα μεγάλα ρεύματα η αλήθεια ή το ψέμα, η ψευδαίσθηση, ο εξωραϊσμός και η δημαγωγία; Γιατί αυτό άλλαξε; Πώς άλλαξε; Αυτό είναι το μεγάλο θέμα του ΠΑΣΟΚ.

Πρέπει και το ΠΑΣΟΚ να αντιληφθεί εσωτερικά, στη βάση του, στην οργάνωσή του, ότι πέρασε η εποχή των ψευδαισθήσεων, των ψεμάτων, των ωραίων λόγων, των υποσχέσεων. Δεν μπορείς να υπόσχεσαι με ευκολία γιατί το πληρώνεις. Και εμείς την κάναμε αυτή την τομή και την κάνουμε στην πολιτική μας πράξη και στον πολιτικό μας λόγο καθημερινά εντός και εκτός Βουλής, με κόστος.

Εάν δεν κυριαρχούσε το ψέμα, η ψευδαίσθηση, η δημαγωγία θα υπήρχε ο ΣΥΡΙΖΑ; Θα υπήρχε ο κ. Καμένος; Θα υπήρχε η Χρυσή Αυγή που προσπαθεί να αντλήσει ψηφοφόρους μέσα από την ανασφάλεια; Μέσα από την υποκατάσταση της αστυνομίας, καταγράφοντας τα ονόματα σε αυτούς που δίνει συσσίτια πλουσιοπάροχα, για να  τους πάρει την ψήφο και την ψυχή υπέρ ναζιστικών, ρατσιστικών, ξενοφοβικών και βίαιων πρακτικών; Όχι.

Ή είναι η απελπισία; Η απόγνωση; Υπάρχει και η απελπισία και η απόγνωση αλλά υπάρχουν οι δήμοι, υπάρχει η Εκκλησία, υπάρχει το κράτος. Γιατί πρέπει να καταφύγει στην Χρυσή Αυγή; Υπάρχουν χώρες με οικονομική ισχύ τεράστια που έχουν ναζιστικά κόμματα, ίδια η Γερμανία, η Αυστρία, η Ολλανδία και χώρες οικονομικά σε άθλια κατάσταση όπως η Πορτογαλία για παράδειγμα που δεν έχουν τέτοια φαινόμενα ή η Κύπρος, ακόμη τουλάχιστον.

Δεν πρέπει να σπεύδουμε λοιπόν να καταλήγουμε σε συμπεράσματα τα οποία είναι σωστά θεωρητικά αλλά δυστυχώς δεν επαληθεύονται στην κοινωνική πράξη, γιατί οι πολίτες εξακολουθούν να είναι επηρεασμένοι από τις παλιές πρακτικές. Και γι’ αυτό λέω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και όλες οι άλλες εκδοχές της αντιπολίτευσης -κάνω μια εξαίρεση για το ΚΚΕ που είναι συνεπές στις απόψεις του- είναι προϊόντα πράγματι αυτής της μεταπολιτευτικής νοοτροπίας την οποία έχουμε κυρίαρχη ευθύνη εμείς, γιατί σε πολύ μεγάλο βαθμό την φτιάξαμε εμείς. Και βεβαίως έχουμε στελέχη παντού.

Καταγγέλλουμε τον Τσοχατζόπουλο, για τον οποίον λυπούμαστε βαθιά, γιατί η λύπη είναι το βασικό στοιχείο και ιδίως για μένα που τον είχα συνάδελφο και συνυποψήφιο στην Θεσσαλονίκη σε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις. Αλλά πού είναι τα στελέχη του κλειστού κύκλου του Άκη; Δεν είναι «πρώτη μούρη» στον ΣΥΡΙΖΑ;

Από πού προέρχονται αυτοί που αναφέρθηκαν προηγουμένως ότι στελεχώνουν τους Ανεξάρτητους Έλληνες; Πήγαν τυχαία εκεί; Σήμερα πρωτοστατούν σε αυτή την αντιμνημονιακή υστερία, ότι δώσαμε τα πετρέλαια στους πιστωτές, την Ακρόπολη στους πιστωτές, λέγοντας και επιστημονικά και πολιτικά βάναυσα ψέματα, δηλητηριάζοντας την ψυχή του ελληνικού λαού, ενώ ξέρουν ότι το δίκαιο της εκτέλεσης είναι το ελληνικό δίκαιο και δεν θίγεται κανένα στοιχείο της εθνικής κυριαρχίας και κανένα στοιχείο της δημόσιας κτήσης, ούτε τα κυριαρχικά δικαιώματα, ούτε η υφαλοκρηπίδα, ούτε η ΑΟΖ, ούτε οι υδρογονάνθρακες, ούτε τα πολιτιστικά αγαθά. Τίποτα.

Λένε όμως συνειδητά ψέματα γιατί δεν μπορεί να μην ξέρουν αυτά που ξέρει, αν όχι ο πρωτοετής φοιτητής, πάντως ο τεταρτοετής φοιτητής της Νομικής (γιατί υπάρχει αυτός ο μύθος του πρωτοετούς φοιτητού ο οποίος τα ξέρει όλα. Δεν τα ξέρει ο πρωτοετής όλα αλλά λίγο πριν πάρεις το πτυχίο σου τα ξέρεις όλα). Λοιπόν, το στοιχειώδες είναι ότι οι συμβάσεις διέπονται στην αναγκαστική εκτέλεση από το δίκαιο του τόπου εκτέλεσης, από το ελληνικό δίκαιο. Και πάνω σε αυτήν την απάτη, την διανοητική απάτη έχουν στηρίξει ένα ολόκληρο κίνημα.

Ή μήπως δεν βλέπουμε την αντίσταση που αυτή την στιγμή υπάρχει και από το δικαστικό σώμα σε σχέση με τα μέτρα; Για σκεφθείτε να αντιστεκόντουσαν όλες οι κοινωνικές ομάδες με τον ίδιο τρόπο και να έκαναν χρήση των ίδιων μηχανισμών. Να κατέβαζε η ΓΕΝΟΠ τον διακόπτη, να φεύγαν οι γιατροί απ’ τα νοσοκομεία, να φεύγαν όπως έχουν φύγει δυστυχώς οι υπάλληλοι των δήμων από την αποκομιδή των απορριμμάτων και ούτω καθεξής.

Υπάρχει λοιπόν τεράστιο πρόβλημα αλήθειας. Δεν θέλει ο λαός την αλήθεια, στην μεγάλη του πλειοψηφία ακόμη. Και θέλει κόπο και προσπάθεια να τον πείσεις και να του πεις την αλήθεια. Και χαίρομαι γιατί εδώ ακούστηκε η αλήθεια. Ακούστηκε η αλήθεια που λέει ότι ο εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή ο άνεργος στον ιδιωτικό τομέα, είναι το μεγάλο θύμα της κρίσης. Ότι δεν μπορούμε να ανεχόμαστε και να υποθάλπουμε συντεχνιακές αντιλήψεις.

Δεν υπάρχουν συντεχνίες. Υπάρχουν συντεχνιακές αντιλήψεις και πρακτικές. Όλες οι επαγγελματικές ομάδες είναι έντιμες, άξιες, υπερήφανες. Δεν σημαίνει ότι ανήκεις σε μια επαγγελματική ομάδα ότι ανήκεις σε μία συντεχνία. Όχι. Ανήκεις σε ένα τίμιο επάγγελμα. Όταν όμως αναπτύσσεις πρακτικές υπεράσπισης κεκτημένων που δεν δικαιολογούνται από την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα και είναι ως εκ τούτου άδικα και δυσανάλογα τότε αναπτύσσεις μια ανεπίτρεπτη συντεχνιακή πρακτική και δεν έχεις το αίσθημα κοινωνικής ευθύνης και κοινωνικής δικαιοσύνης που πρέπει να έχεις.

Εμείς σεβόμαστε και τιμάμε όλες τις επαγγελματικές κατηγορίες. Δεν είναι συντεχνία οι αγρότες. Δεν είναι συντεχνία οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ ή οι δημόσιοι υπάλληλοι, αλλά βεβαίως βρίσκεις θύλακες που αναπτύσσουν αδιανόητες πρακτικές.

Και βεβαίως ξαναγνωριζόμαστε όπως είπα όλοι διότι πρέπει να γίνει και μία αναδιοργάνωση ριζική του κράτους το οποίο δεν μπορεί να παρεμποδίζει την ανάπτυξη, δεν μπορεί δηλαδή να δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα στον ιδιωτικό τομέα. Και καταλαβαίνω ότι το ΠΑΣΟΚ έχει στενούς δεσμούς με το δημόσιο τομέα και τη δημόσια διοίκηση αλλά από την άλλη μεριά βλέπω και το παράπονο του άνεργου ο οποίος σου λέει: καλά, εμάς το ένα εκατομμύριο τριακόσιες χιλιάδες ποιος μας εκφράζει; Πρέπει να τους εκφράσουμε.

Άρα υπάρχουν οι αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Ο πατέρας είναι αγρότης και η μάνα θέλει σύνταξη από τον ΟΓΑ αλλά οι γιοί είναι διορισμένοι στο δημόσιο και έχουν αγροτικό εισόδημα. Ο πατέρας είναι δημόσιος υπάλληλος και ο γιός είναι σπουδαγμένος με μεταπτυχιακό και άνεργος στον ιδιωτικό τομέα. Κάθε οικογένεια στην Ελλάδα και μάλιστα κάθε ευρύτερη οικογένεια είναι τα πάντα. Είναι μία μικρογραφία όλων των αντιφάσεων και όλων των όψεων της ελληνικής κοινωνίας.

Γι’ αυτό πρέπει να μιλάμε στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και της ανάγκης για μια νέα σύνθεση η οποία μπορεί να μας οδηγήσει όλους σε καλύτερο αποτέλεσμα.

Λένε πολλοί: φορολογείστε τον μεγάλο πλούτο. Στην Ελλάδα μέχρι το 2010 δήλωναν πάνω από 50.000 ευρώ εισόδημα 125.000 άνθρωποι μόνο! Και φέτος δήλωσαν 11.000 άνθρωποι εισόδημα άνω των 50.000 ευρώ!!! Πόσα να εισπράξεις από την φορολόγηση των μεσαίων εισοδημάτων; Διότι για τα ευρωπαϊκά δεδομένα τα 50.000 ευρώ είναι ένα μεσαίο εισόδημα, μεγαλομεσαίο για τα ελληνικά δεδομένα και πίσω από κάθε επιχείρηση, γιατί η επιχείρηση είναι αυτή που κρύβει το μεγάλο εισόδημα, πίσω από κάθε επιχείρηση υπάρχει το επιχείρημα: αν δεν σταθεί η επιχείρηση δεν στέκονται οι θέσεις εργασίας, θα διογκωθεί η ανεργία. Αν δεν στηριχθεί η επιχείρηση να κάνει επενδύσεις, άρα να αξιοποιήσει τα κέρδη της για επενδύσεις, δεν θα δημιουργηθούν θέσεις εργασίας, δεν θα προστατευθούν οι θέσεις εργασίας.

Και μπαίνουμε σε αυτή την ιστορία η οποία πρέπει να ειπωθεί ολόκληρη εάν θέλουμε να δώσουμε προοπτική στον τόπο. Και αυτό αγωνιζόμαστε να κάνουμε μιλώντας για εθνικό φορολογικό σύστημα, για εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, για το νέο εθνικό παραγωγικό μοντέλο.

Αλλά αυτά πρέπει να τα πιστέψουμε εμείς για να κάνουμε και τους άλλους να τα πιστέψουν.

Χαίρομαι πράγματι γιατί μετά το 1975 που ήρθε ο Ανδρέας (Παπανδρέου) στο Αιγάλεω ήρθα και εγώ τώρα ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Και πράγματι η κρίση και το μικρότερο μέγεθος το εκλογικό και το κοινοβουλευτικό αλλάζει και τις συνήθειες. Είπα στην εκδήλωση της 3ης του Σεπτέμβρη για όσους με ακούσατε στο Μουσείο Μπενάκη ότι το ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε από ένα πολιτικό ΠΑΣΟΚ του 12,5% και έγινε το μεγάλο κοινωνικό ΠΑΣΟΚ του 48% με γεωμετρική πρόοδο και τώρα ξαναγίναμε ένα μικρό πολιτικό ΠΑΣΟΚ και πρέπει να ξαναγνωριστούμε με την κοινωνία και να φτιάξουμε μια νέα δυναμική. Αλλά δεν μπορούμε να φτιάξουμε τη νέα αυτή δυναμική βασισμένοι στις έννοιες του 1975, σε έναν απλό ριζοσπαστισμό, εθνικό, κοινωνικό και πολιτικό.

Τώρα θέλει δουλειά. Πολύ μεγαλύτερη δουλειά. Και θα περάσουμε από μία περίοδο συνεργασιών και από μία περίοδο πολύπλοκων συσχετισμών. Και πρέπει εκεί να έχουμε άποψη. Άποψη για τη χώρα, για το εκλογικό σύστημα, για τους θεσμούς, για την κοινωνία, για την ανάπτυξη, για όλα αυτά που θα συζητήσουμε προσυνεδριακά. Προσυνεδριακά θα τα θέσουμε όλα αυτά και θα αποφασίσουμε στο Συνέδριο.

Υπάρχει όριο; Θα σας πω ευθαρσώς ότι υπάρχει όριο. Δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να θέσει σε κίνδυνο την χώρα. Δεν μπορεί να οδηγήσει την χώρα σε περιπέτεια. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η κυβερνητική σταθερότητα. Δεν μπορεί να οδηγηθούμε σε πρόωρες εκλογές, σε πανικό, σε φεστιβάλ δημαγωγίας. Δεν θα γίνει το ΠΑΣΟΚ ούτε η ουρά της δεξιάς υπό το πρόσχημα των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων που πρέπει να ενωθούν, ούτε η ουρά του ΣΥΡΙΖΑ με την λανθασμένη σκέψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η νέα κεντροαριστερά. Δεν είναι. Αυτό είναι το όριο.

Για μένα και για την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ που πρέπει να ερμηνεύσουμε την εντολή των εκλογέων και όχι μόνο των μελών αυτό είναι το όριο.

Η χώρα χρειάζεται χρόνο, το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται χρόνο, να αποδώσουν οι πολιτικές, να ολοκληρωθούν οι πολιτικές, να φανεί η διαφορά. Να φανεί ότι κάνουμε μία στροφή. Ότι από την ύφεση περνάμε σε λιγότερη ύφεση και μετά σε ανάπτυξη. Ότι μειώνεται η ανεργία και αρχίζουν να δημιουργούνται θέσεις εργασίας. Ότι γίνονται επενδύσεις. Ότι βελτιώνονται οι θεσμοί. Ότι λειτουργεί το κράτος. Ότι φεύγει η ανασφάλεια. Ότι σταματάει η ανόητη συζήτηση στην Ευρώπη για την Ελλάδα μέσα ή έξω απ’ το ευρώ.

Είπε ένας φίλος, ο εκπαιδευτικός ο φίλος μας απ’ τα Κύθηρα, ότι είναι εκ γενετής προβληματική η Ευρωζώνη. Βεβαίως. Διότι τι είχε συμβεί και γιατί η Ελλάδα ενθουσιασμένη μπήκε στην Ευρωζώνη και η Κύπρος μπήκε στην Ευρωζώνη και η Εσθονία μπήκε στην Ευρωζώνη. Και μετά λένε μήπως κάναμε λάθος και μπήκαμε στην Ευρωζώνη. Για σκεφτείτε τους Κύπριους που είχανε τέτοια ευελιξία λόγω και γεωγραφικής θέσης και διασυνδέσεων και τραπεζικού συστήματος.

Ποια ήταν η λογική; Η λογική ήτανε πάντα η Ευρώπη κάνει βολονταριστικά όπως λέγαμε ή το θέλουν πολιτικά, χωρίς να βλέπει τις λεπτομέρειες, μεγάλα βήματα προς τα μπρος και τα βήματα αυτά οδηγούν στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Τώρα έγινε ένα κολοσσιαίο βήμα με το κοινό νόμισμα, δεν έγινε αντίστοιχο βήμα φορολογικά, δεν έχει προϋπολογισμό η Ευρωπαϊκή Ένωση, έχει το 0,9% του κοινοτικού ΑΕΠ. Τρίχες δηλαδή και γίνεται μία συζήτηση αστεία για το 0,05% του κοινοτικού ΑΕΠ και τα Διαρθρωτικά Ταμεία. Δεν έχει πολιτικούς θεσμούς, δεν υπάρχει δημοκρατία μέσα στην ευρωζώνη.

Το πολιτικό πρόβλημα της Ευρωζώνης είναι το μεγαλύτερο. Αποφασίζουμε οι χώρες που είναι ισχυρές, οι χώρες του λεγόμενου ΑΑΑ, τέσσερις χώρες έχουν ΑΑΑ, οι χώρες οι οποίες έχουν την δυνατότητα να χρηματοδοτούν και βεβαίως αυτές οι κυβερνήσεις ψηφίζονται από λαούς. Δηλαδή ο γερμανικός λαός αποφασίζει, ο ολλανδικός, ο αυστριακός, ο λουξεμβουργιανός, ο φιλανδικός. Πέντε χώρες μαζί με το Λουξεμβούργο έχουν τριπλό Α.

Οι άλλοι λαοί ψηφίζουν και αυτοί, λένε την άποψή τους αλλά την λένε σε έναν συσχετισμό διακρατικό ο οποίος είναι συντηρητικός και σκληρός. Για ελάτε στη θέση της Ιταλίας. Η Ιταλία είναι μια μεγάλη χώρα. Ανήκει στις οκτώ μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Είναι πανίσχυρη εξαγωγικά. Και τώρα βλέπει μία συζήτηση διεθνή περί του ποιος πρέπει να είναι ο πρωθυπουργός της. Είναι ευχάριστο αυτό; Είναι ανεκτό; Φαντάζεστε μια αντίστοιχη συζήτηση στην Ελλάδα με δηλωμένη προτίμηση σε έναν πρωθυπουργό; Ξέρετε τι θα είχε συμβεί εδώ; Χαμός.

Και όμως αυτή είναι η πραγματικότητα. Η Ευρώπη έχει τεράστιο πρόβλημα θεσμών, τεράστιο πρόβλημα δημοκρατίας και δεν λειτουργούν οι ιδεολογικοί συσχετισμοί. Τι θα πει είμαι σοσιαλιστής; Ξέρετε; Δυστυχώς πολύ λίγα πράγματα στην Ευρώπη τώρα. Ο Ολλανδός Υπουργός Οικονομικών είναι σοσιαλιστής πλέον. Έφυγε ο επιθετικός φιλελεύθερος υπουργός. Δεν αλλάζει κάτι. Δεν είναι εύκολο να αλλάξει κάτι. Θέλει πολύ δουλειά. Πάρα πολύ δουλειά, προκειμένου να αποκτήσουν οι ευρωπαϊκές σοσιαλιστικές και σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις την ηγεμονία. Άρα θέλει και υπομονή από την άποψη αυτή. Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία να αντιληφθούμε τις δυσκολίες που είχαμε.

Λέει ένας σύντροφος: μα το δημόσιο χρέος όσο ήταν το 2009 τόσο θα είναι και το 2020 και κάναμε τόσα πράγματα. Κάναμε το PSI, ταλαιπωρήσαμε τους μικροομολογιούχους, κουρέψαμε, επαναγοράσαμε. Για σκεφτείτε όμως ότι χάσαμε 25 μονάδες του ΑΕΠ στην ύφεση, που λειτουργούν πολλαπλασιαστικά. Για σκεφτείτε ότι άλλες 25 μονάδες του ΑΕΠ κοστίζει η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Για να στηρίξεις τις καταθέσεις, για να στηρίξεις τα δάνεια, για να στηρίξεις την πραγματική οικονομία.

Και σκεφτείτε ότι η αποκλιμάκωση θα γίνει με γεωμετρική πρόοδο. Δηλαδή ναι μεν θα είναι 122% του ΑΕΠ το 2020 αλλά το 2025 θα είναι 100%. Και δεν βλέπετε ότι αφήνουν ανοιχτή την πόρτα και νέου κουρέματος του λεγόμενου OSI (Official Sector Involvement), δηλαδή του κουρέματος των διακρατικών δανείων;

Όταν πήραμε το πρώτο PSI και ήτανε κούρεμα 21% είπα ότι «μπήκε πάτος στο βαρέλι» και με κατηγορούσε η αντιπολίτευση γιατί το είπα. Γιατί ήξερα ότι πλέον μπαίνουμε σε μία λογική πολλαπλών κουρεμάτων. Από το 21% πήγαμε στο 50%, απ’ το 50% στο 53,5%, απ’ το 53,5% πήγαμε στο άλλο 10% που έγινε τώρα με την επαναγορά και έτσι θα πάμε σε ένα βιώσιμο χρέος.

Και εκεί πέσαν θύματα οι μικροομολογιούχοι διότι είχαμε κάνει τεράστια διαπραγμάτευση να εξαιρεθούν. Ξέρετε πόσα είναι τα λεφτά της δικής σας κατηγορίας; Των ανθρώπων που αποταμιευτικά πήγαν και έβαλαν τα λεφτά τους στα ομόλογα; Ούτε ένα δισ. ευρώ δεν είναι. Ούτε ένα δισ. ευρώ. Τίποτα δεν είναι.

Για τους Έλληνες και λίγους ξένους οι οποίοι ήτανε στην πρωτογενή αγορά οι άνθρωποι οι οποίοι πήγαν βάλαν τα λεφτουδάκια τους σε μία αποταμίευση. Είναι ζήτημα αν ξεπερνά το ένα δισ. ευρώ. Δεν είναι τίποτα. Αγωνιστήκαμε με νύχια και με δόντια στο Eurogroup. Γιατί ήταν απόλυτοι; Απόλυτοι σε βαθμό απειλητικό. Γιατί ήταν απόλυτοι σε βαθμό απειλητικό; Διότι μαζεύτηκαν οι αντίστοιχοι μικροομολογιούχοι στην Γερμανία και στο Λουξεμβούργο και προσέφυγαν εναντίον των κυβερνήσεων ζητώντας αποζημιώσεις από τα μέλη των κυβερνήσεων. Όσα είχανε, δεν έχει σημασία.

Αυτό δημιούργησε αυτήν όλη την περιπέτεια. Και είναι κρίμα, θα σας πω, είναι κρίμα που όταν φωνάξαμε τα ασφαλιστικά ταμεία και τους μικροομολογιούχους, το Σύλλογο, τον Μάρτιο του 2012 και τους είπαμε, εγώ στη Βουλή τους είπα: «πάτε με τα λεφτά που πήρατε από το EFSF το 15% και αγοράστε ομόλογα του ελληνικού δημοσίου. Τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου τα καινούργια είναι τώρα στο 11%. Σε έξι μήνες θα πάρετε τα λεφτά σας όλα διότι θα πάμε σε επαναγορά». Επισήμως στη διοίκηση του ΙΚΑ, του ΟΓΑ και του ΟΑΕΕ και επισήμως στο Σύλλογο των μικροομολογιούχων.

Και επειδή μια κυρία ή ένας άνθρωπος ο οποίος δεν ξέρει θα πει: εγώ θα το κάνω αυτό; «Μα πηγαίνετε στον ΟΔΔΗΧ, να σας το κάνει ο ΟΔΗΧ με μία τράπεζα». Και τους στείλαμε στον ΟΔΔΗΧ και δεν έγινε αυτό το πράγμα. Και είναι κρίμα που δεν έγινε. Αλλά και πάλι υπάρχει η δυνατότητα και φορολογικά και με ειδική ρύθμιση να λυθεί. Και τώρα έπρεπε να τεθεί κανονικά.

Ο Σαμαράς έδωσε προεκλογικά υπόσχεση για το θέμα αυτό. Τώρα όμως δεν το έθεσε κανείς στο Eurogroup. Τουλάχιστον εμείς το είχαμε θέσει και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με ένα μέτωπο απειλητικό, των φίλων μας. Δυστυχώς ο ίδιος ο κ. Γιούνκερ, όχι μόνο ο κ. Σόϊμπλε, ο ίδιος ο κ. Γιούνκερ μας είπε ότι δεν μπορείτε για λόγους οι οποίοι αφορούν την ευθύνη, την αστική ευθύνη των μελών των κυβερνήσεων σε άλλες χώρες, αλλά το θέμα το ξέρουμε ότι είναι πολύ κρίσιμο και να είστε βέβαιοι ότι θα βρεθεί λύση.

Θέλει υπομονή και εμπιστοσύνη. Και είναι κρίμα που δεν χρησιμοποιήθηκε ο δρόμος που είχαμε υποδείξει. Δεν το είχαμε πει τυχαία. Δεν το είπαμε κομματικά. Το είπαμε με πολύ περίσκεψη και τεχνοκρατικά. Σας στείλαμε στον ΟΔΔΗΧ αλλά βέβαια δεν γινόταν.   

Τώρα, επειδή είναι πάρα πολλά αυτά τα οποία έχουν τεθεί δεν θα απαντήσω σε όλα, θα σας πω μόνον μία κουβέντα για την λίστα Λαγκάρτ, γιατί είναι ένα ζήτημα το οποίο αφορά και τη δική μου περίοδο στο Υπουργείο Οικονομικών.

Θέλω να είμαι πάρα πολύ καθαρός. Η διαχείριση της λίστας Λαγκάρτ έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις ως πρόβλημα, συμβολικές. Δεν είναι το περιεχόμενο το οικονομικό. Το περιεχόμενο το οικονομικό είναι πάρα πολύ λίγο, είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που υπάρχει στην Ελβετία, στην Σιγκαπούρη, σε ακίνητα στο Λονδίνο ή στο Βερολίνο. Είναι τίποτα, όμως συμβολικά έχει αποκτήσει τεράστιες διαστάσεις.

Η διαχείριση χωρίζεται σε δύο φάσεις. Πρώτη φάση πριν φτάσει το υλικό αυτό στα χέρια της αρμόδιας Υπηρεσίας που είναι το ΣΔΟΕ και η δεύτερη φάση, απ’ τη στιγμή που έφθασε στα χέρια της αρμόδιας Υπηρεσίας. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το να έχει στα χέρια του ένας Υπουργός ένα οποιοδήποτε υλικό το οποίο πρέπει να διερευνηθεί από την αρμόδια Φορολογική Αρχή και να μην το στέλνει στην αρμόδια Φορολογική Αρχή είναι λάθος. Μπορεί να υπήρχε έλλειψη εμπιστοσύνης, μπορεί αυτό να έγινε για καλό σκοπό αλλά κακώς έγινε. Άργησε να γίνει. Δεν μπορεί να γίνει μετά από εννέα ή δέκα μήνες.     

Από τη στιγμή όμως που το υλικό αυτό περιήλθε στο ΣΔΟΕ ο Υπουργός δεν μπορούσε να αναμειχθεί. Άρα όταν εγώ πληροφορούμαι ότι υπάρχει το υλικό αυτό δύο μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου δεν μπορούσα παρά να πω στο ΣΔΟΕ να συνεχίσει. 

Είναι το υλικό αυτό αποδεικτικά νόμιμο μέσο; Όχι δεν είναι. Έχει υποκλαπεί. Είναι όμως πηγή πληροφοριών. Και ως πηγή πληροφοριών έπρεπε να αξιοποιηθεί στο έπακρο από ανθρώπους που είχαν τεράστια εμπειρία. Που είχαν εμπειρία διότι αξιοποίησαν πληροφορίες για πολύ πιο κρίσιμα θέματα όπως είναι η τρομοκρατία.

Δεν θέλω να πω τίποτα άλλο γι’ αυτό το θέμα. Νομίζω ότι είμαι πολύ καθαρός σε αυτό που λέω.

Έχει, λοιπόν, μεγάλη σημασία αυτό που σας λέω. Έχει ευθύνες το ΠΑΣΟΚ για την επιλογή προσώπων ή για τους τρόπους που αντιδρούν συγκεκριμένα πρόσωπα πολιτικά ή υπηρεσιακά; Έχει. Βεβαίως έχει, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να δείξεις εμπιστοσύνη και σε ορισμένους ανθρώπους που μέσα από την ιστορία τους και την διαδρομή τους είχαν εχέγγυα για την κατάληψη μιας δημόσιας θέσης. Δεν ήτανε ούτε τυχαίοι, ούτε χθεσινοί, ούτε άνευ προσόντων, αλλά και εκεί μπορεί να δημιουργηθεί προφανώς θέμα.

Από το σημείο αυτό μέχρι το σημείο να μαζεύονται οι διευθυντές του ΣΔΟΕ και να συζητάν μεταξύ τους ενώ υποτίθεται δεν έχουν το υλικό ότι είναι η Μαργαρίτα Παπανδρέου κάτοχος 500 εκατομμυρίων ευρώ η διαφορά είναι πάρα πολύ μεγάλη. Πάρα πολύ μεγάλη. Γιατί πια αυτό δείχνει ότι δεν έχουνε βάλει μυαλό και ότι πάντα στο στόχαστρο κατά βάθος είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου, έστω και νεκρός μετά από τόσα χρόνια. Απίθανο είναι αυτό. Είναι πάντα στο στόχαστρο κατά βάθος.  

Και θα σας πω μόνο πού έχει μείνει αυτή η συζήτηση. Κάποιος έδωσε αυτή την λίστα και δημοσιεύθηκε. Και καλά έκανε και δημοσιεύθηκε για να ξέρουμε τι γίνεται. Αυτός που την έδωσε είπε ψέματα ότι δεν την είχε ενώ την είχε.

Εκεί έχει σταματήσει η συζήτηση στη Βουλή, όταν είπα στον κ. Τσίπρα ότι εσείς στηρίζετε αυτόν που συγκαλύπτει, τον συγκαλύψαντα το υλικό, διότι προφανώς το είχε, έπρεπε να το είχε αξιοποιήσει, δεν το αξιοποίησε και είπε ψέματα στην Βουλή και στον Εισαγγελέα ότι δεν το έχει. Αυτά θα τα πούμε, θα τα πούμε, θα τα πούμε.

Άρα εδώ έχει μείνει η συζήτηση. Έτσι. Και έχουν καταλάβει προφανώς ότι η συζήτηση έχει πια μεγάλες δυσκολίες, διότι στήσαν ένα χορό που αφορούσε στην πραγματικότητα τι; Ποιον; Στελέχη της Νέας Δημοκρατίας; Στελέχη άλλων κομμάτων; Δεν θέλω να πω λεπτομέρειες. Και τον μύθο για την Μαργαρίτα (Παπανδρέου) τον οποίον τον είχαν διοχετεύσει σε όλο το διαδίκτυο, έχοντας την ανόητη σκέψη ότι τα ποσά αυτά είναι σε δραχμές, ενώ είναι ποσά σε δολάρια και δεν το σκεφτήκανε. Το μέγεθος του ψέματος είναι τόσο μεγάλο που αυτοακυρώνεται. Διότι εντάξει, να έλεγες 500 εκατομμύρια δραχμές, αλλά 500 εκατομμύρια δολάρια, δεν είχαν σκεφτεί ότι είναι όλο το αμοιβαίο κεφάλαιο της Eurobank αυτός ο λογαριασμός; Το αμοιβαίο κεφάλαιο μίας τράπεζας που τηρείται σε μία άλλη τράπεζα.

Θα πούμε λεπτομέρειες. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον αυτή η υπόθεση.

Λοιπόν, η ηγετική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, το ΠΑΣΟΚ ως φυσιογνωμία πολιτική πρέπει να διαμορφωθεί μέσα απ’ το Συνέδριο. Η νέα ηγετική ομάδα, οι νέοι άνθρωποι, με ικανότητες, πρέπει να αναδειχθούν δημοκρατικά. Αναδεικνύονται και στην πράξη, κυρίως όσοι είναι βουλευτές, μέσα απ’ τη δουλειά τους, στο Κοινοβούλιο και εκτός Βουλής, αλλά η επικύρωση και η οριστικοποίηση όλου του σχήματος είναι το Συνέδριο.

Για να κάνουμε τη χώρα κανονική, όπως λέω, πρέπει να κάνουμε και το ΠΑΣΟΚ ένα κανονικό κόμμα. Όχι προεδρικό, όχι προσωπικό. Όχι ιντριγκαδόρικο. Ένα συλλογικό διανοούμενο, με οργανώσεις που συζητούν, σκέφτονται, αποφασίζουν. Και γι’ αυτό είπα ότι ο επόμενος αρχηγός θα είναι 30 χρονών, δηλαδή θα είναι ένας νέος άνθρωπος απροσδόκητος, που δεν τον ξέρουμε, που θα τον βγάλει η βάση. Όχι τα κανάλια και όχι οι ψευτοδιαφοροποιήσεις θα μου επιτρέψεις Απόστολε να πω.

Δηλαδή λες: «δεν είμαι ΠΑΣΟΚ» και σε ρωτάνε: «γιατί δεν είσαι ΠΑΣΟΚ; Πού διαφωνείς»; Δεν διαφωνεί πουθενά. Δεν έχει καμιά πολιτική διαφωνία. Οι διαφωνίες είναι διαφωνίες προσωπικών ρόλων. «Θα ήθελα την περίοδο αυτή να είμαι υπουργός αλλά δεν μου επετράπη να είμαι υπουργός διότι αν ήμουνα υπουργός θα ήταν η χώρα σε πολύ καλύτερη κατάσταση, δεν θα είχαμε ύφεση και το ΠΑΣΟΚ θα είχε περισσότερες μονάδες στις δημοσκοπήσεις». Και πώς απορρέει αυτό; «Έτσι νομίζω».

Συμπαθητικό είναι όλο αυτό και φιλικό, δεν συνιστά πολιτική βάση. Δεν συνιστά πολιτική βάση να λες θέλω το ΠΑΣΟΚ ουρά της Νέας Δημοκρατίας σε ένα δήθεν ευρωπαϊκό μέτωπο τύπου Συναγερμού διότι σε όλη την Ευρώπη οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είναι είτε συντηρητικές, είτε σοσιαλιστικές. Δεν συνιστά γραμμή το να λες θέλω το ΠΑΣΟΚ το ιστορικά μεγάλο ΠΑΣΟΚ το δημοκρατικό ουρά του οπορτουνισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν συνιστά γραμμή και το να λες: «προσωπικά θα ήθελα έναν καλύτερο ρόλο, να είμαι...» κτλ. Βεβαίως, έλα μέσα στην κοίτη της παράταξής σου.

Με «κατηγόρησε» ένας συνάδελφος που προφανώς μιλούσε πολύ φιλικά ότι δεν τόλμησα να κάνω τον όμιλο το 2007 και δεν έκανα την μία ρήξη, την άλλη ρήξη. Μα δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να κάνεις τέτοιου είδους ρήξεις. Έχει κόστος να κρατάς την παράταξη ενωμένη.

Μα απαγόρευε καμιά καταστατική διάταξη να γίνει ένα ρεύμα ιδεών, ένας όμιλος; Δεν το ήθελε όμως ο Γιώργος και το δέχτηκα αυτό, για να κρατήσω την παράταξη ενωμένη. Να μην δημιουργήσω συζητήσεις. Να ενώσουμε τον κόσμο. Και η αξιοποίηση των στελεχών είναι απροκατάληπτη. Είναι όλοι. Όσοι μπορούν και θέλουν. Αξιοποιούνται.      

Και βεβαίως με τα ίδια κριτήρια θα μπορούσα να μείνω έξω, το έχω πει πολλές φορές, τον Ιούνιο του 2011 και να πω ότι μένω απέξω από την ευθύνη για να διασώσω το κεφάλαιο της παράταξης, για να προστατεύσω τον εαυτό μου χάριν της παράταξης. Θα ήταν μια θεωρία.

Ήταν η θεωρία που είχε πει ο κ. Σαμαράς: «αφήστε να μην ψηφίσουμε το μνημόνιο εμείς για να μπορεί να υπάρχει ένα δεύτερο κόμμα αστικό να συγκεντρώσει τη δυσαρέσκεια». Μα δεν μπορούμε να σκεφτόμαστε τα πράγματα έτσι. Πρέπει να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες και να μπαίνουμε στη φωτιά. Και να καιγόμαστε στη φωτιά. Αλλά μην στεναχωριέστε. Το ΠΑΣΟΚ καίγεται αλλά είναι η βάτος η φλεγομένη και μηδέ καιομένη, γιατί η ιστορία ξέρει να κρίνει. Μπορεί να φλέγεται αλλά δεν καίγεται. Έχει αυτή τη δυνατότητα.

Και αυτή η δυνατότητα είστε εσείς οι ίδιοι, αρκεί βεβαίως να το πάρουμε στα σοβαρά και να κάνουμε την οργάνωση ξανά δυνατή, λειτουργική, μάχιμη, με αφορμή το Συνέδριο που είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για να αποκτήσει το ΠΑΣΟΚ την αυτοπεποίθησή του και την προοπτική του.

Λοιπόν σας ευχαριστώ πολύ. redsq

Tags: ΠΑ.ΣΟ.ΚΠολιτικές Ομιλίες, 2012