Αθήνα, 7 Μαρτίου 2014

Ομιλία Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και ΥΠΕΞ Ευ. Βενιζέλου στην 6η Ευρωπαϊκή Διάσκεψη Περιφερειών και Δήμων

Κύριε Πρόεδρε της Επιτροπής Περιφερειών, κύριε Περιφερειάρχη, κυρία Επίτροπε, κυρίες και κύριοι Υπουργοί, κυρίες και κύριοι Βουλευτές και Ευρωβουλευτές, κύριε Πρόεδρε της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, αγαπητοί προσκεκλημένοι μας από τα άλλα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέλη της Επιτροπής Περιφερειών, εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών πόλεων και των ευρωπαϊκών Περιφερειών, σας καλωσορίζω με πολύ μεγάλη χαρά εκ μέρους της Ελληνικής Κυβέρνησης αλλά και εκ μέρους της περιοδικής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ασκεί το εξάμηνο αυτό η Ελλάδα, εδώ στην Αθήνα, σε αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής των Πόλεων και των Περιφερειών.

Όπως γνωρίζετε, οι προτεραιότητες της Ελληνικής Προεδρίας στο εξάμηνο αυτό θέλουμε να κωδικοποιούν και να προωθούν τις πραγματικές αγωνίες και τις πραγματικές προτεραιότητες των ευρωπαϊκών κοινωνιών, των Ευρωπαίων πολιτών. Γι' αυτό και η πρώτη μας προτεραιότητα είναι, βεβαίως, η ανάπτυξη, η δημιουργία θέσεων εργασίας, η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής, η αντιμετώπιση του κραυγαλέου προβλήματος της ανεργίας και των βάρβαρων ποσοστών της ανεργίας των νέων, που φτάνουν στην Ελλάδα το 60%, η στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η ανάκαμψη συνολικά της ευρωπαϊκής οικονομίας. Φυσικά, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για χώρες σε κρίση, για χώρες που υφίστανται κατ' εξοχήν τις επιπτώσεις ενός ξεπερασμένου μοντέλου παραγωγής και ανάπτυξης στην Ευρώπη, όπως είναι οι χώρες του Νότου, οι χώρες που είναι εντεταγμένες σε προγράμματα στήριξης. Με πρώτη και καλύτερη την Ελλάδα, που είναι το πραγματικό εργαστήριο, στο οποίο δοκιμάζεται η αντοχή των ευρωπαϊκών θεσμών, δοκιμάζεται στην πραγματικότητα η ικανότητα της Ευρώπης να υπερβεί οριστικά την κρίση και να διατυπώσει μια άλλη αφήγηση για το μέλλον και την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Πρώτη μας αυτονόητη προτεραιότητα, λοιπόν, είναι η ανάπτυξη και η δημιουργία θέσεων εργασίας και αυτό, φυσικά, αφορά πρωτίστως την πραγματική οικονομία, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και κυρίως των μικρών, των πολύ μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων στις οποίες υπάρχουν τα κοιτάσματα απασχόλησης, στις οποίες απασχολείται το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού και της χώρας μας, αλλά και όλων των ευρωπαϊκών χωρών.

Χωρίς, όμως, ένα ισχυρό χρηματοοικονομικό τομέα, χωρίς την ολοκλήρωση της ανακεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών στην Ευρώπη, δεν μπορούμε στην πραγματικότητα να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία που διαθέτει το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, τα Διαρθρωτικά Ταμεία, το Κοινωνικό Ταμείο, τα άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία και το μείζον εργαλείο που εκπροσωπεί εδώ ο κ. Hoyer, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Γιατί το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε στην Ευρώπη, το πρόβλημα που παρεμποδίζει στην πραγματικότητα τη σύγκλιση, το οποίο, όπως ανέφερε ο κ. Hoyer, προηγουμένως είναι πάντα ένα μεγάλο ζητούμενο, είναι οι βαθιές ανισότητες, τις οποίες πρέπει να τις τονίσουμε, να τις υπογραμμίσουμε για να μπορέσουμε να τις ξεπεράσουμε και για την ελληνική πραγματική οικονομία, αλλά και για άλλες περιφερειακές ευρωπαϊκές οικονομίες. Δύο είναι οι πολύ μεγάλες ανισότητες:

Η πρώτη αφορά το κόστος του χρήματος, τα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων, που παρεμποδίζουν τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από μια πραγματική αξιοποίηση πόρων και δυνατοτήτων, άρα από επενδύσεις και δημιουργία θέσεων εργασίας. Και το δεύτερο εξίσου σημαντικό ζήτημα, το αυξημένο κόστος ενέργειας που μας ταλανίζει, μας ταλαιπωρεί ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, ως μια ανισότητα η οποία πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί, εάν θέλουμε να λειτουργεί μια ενιαία αγορά, αν θέλουμε πράγματι να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες ανάπτυξης, αν θέλουμε να πετύχουμε την πραγματική σύγκλιση μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το λέω αυτό, γιατί δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα εργαλεία που έχουμε στα χέρια μας, τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, το ΕΣΠΑ, τώρα η νέα προγραμματική περίοδος, η δυνατότητα που έχουμε να αξιοποιήσουμε το θεσμικό μηχανισμό των Περιφερειών και στην Ελλάδα, τα περιφερειακά επιχειρησιακά προγράμματα, αυτά που ολοκληρώνονται και αυτά που θα ξεκινήσουν στη νέα προγραμματική περίοδο, μπορούν να επιτρέψουν πράγματι στη χώρα μας να ανακάμψει, να αποκτήσει ξανά την αυτοπεποίθησή της, την αισιοδοξία της, τη θεσμική της ισοτιμία μέσα στην Ευρώπη, να βγει από την κατάσταση της προσβολής, στην οποία βρίσκεται. Γιατί μια προσβολή υφιστάμεθα στην πραγματικότητα όλα αυτά τα χρόνια!

Αλλά για να το πετύχουμε αυτό και για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τους πόρους των χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις δυνατότητες της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, πρέπει να έχουν διαμορφωθεί ορισμένες θεμελιώδεις προϋποθέσεις λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας. Και η πρώτη προϋπόθεση είναι να σταματήσει η άδικη συζήτηση γύρω από αρνητικά για την Ελλάδα στερεότυπα, που χάρις τις θυσίες των πολιτών της μετά από 7 χρόνια ύφεσης, με τόσο υψηλά ποσοστά ανεργίας, με μείωση του επιπέδου ζωής, μπορεί να παρουσιάσει ένα χειροπιαστό μοναδικό επίτευγμα, που είναι η πραγματοποίηση πρωτογενούς πλεονάσματος στον προϋπολογισμό μας.

Ένα πρωτογενές πλεόνασμα, που μας δίνει τη δυνατότητα να πούμε ότι περνάμε πια στη φάση της δημοσιονομικής ισορροπίας και μπορούμε πλέον τώρα να συζητήσουμε σοβαρά για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ελληνικού δημοσίου χρέους, που είναι απολύτως ιδιόρρυθμο, γιατί στην συντριπτική του πλειονότητα κατέχεται από τους θεσμικούς μας εταίρους και όχι από τη διεθνή αγορά. Και έχει τέτοια χαρακτηριστικά, που με ευκολία διασφαλίζουν τη βιωσιμότητά του, όπως με πολύ έγκυρο και παραστατικό τρόπο έχει πει ο άνθρωπος που κατ' εξοχήν χειρίζεται το ζήτημα αυτό, ο Klaus Regling, ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, με τον οποίο είχαμε την ευκαιρία, πριν τρία χρόνια, να υπογράψουμε στις Βρυξέλλες το δάνειο στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Ένα δάνειο που θα επιστραφεί ακέραιο στα άλλα κράτη - μέλη, στους φορολογούμενους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς μπορεί το πρόγραμμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας να είναι μια επιτυχής, μια win – win προσπάθεια για όλους και για τους εταίρους μας και για μας. Αρκεί να γίνει αντιληπτό ότι εδώ, στην Ελλάδα, έχουν συντελεστεί πράγματα, έχει αλλάξει η κατάσταση, άρα πρέπει να μιλάμε με άλλο τρόπο πιο δημιουργικό, πιο αισιόδοξο, μ’ ένα τρόπο που σέβεται πραγματικά τις θυσίες του ελληνικού λαού και που δίνει στην Ελλάδα την πραγματική δυνατότητα να ανακάμψει ως πραγματική οικονομία. Μέσα από τους τρόπους που λέμε, κυρίως μέσα από τις δυνατότητες χρηματοδότησης, μέσα από μια σύνθεση τραπεζικών και μη τραπεζικών πόρων που μειώνει το μέσο επιτόκιο και επιτρέπει με ανταγωνιστικούς όρους στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα, με τη βοήθεια του κράτους, να δώσει μια νέα ώθηση στην πραγματική οικονομία και να αξιοποιήσει κοιτάσματα απασχόλησης, που υπάρχουν μέσα στην Ελλάδα.

Γιατί οι ενδογενείς πόροι ανάπτυξης, όπως συμβαίνει παντού στον κόσμο, παντού στην Ευρώπη, έτσι κι εδώ, υπάρχουν στη γη και στους ανθρώπους. Η ίδια η γη μας, η θάλασσά μας, τα νησιά μας, ο φυσικός μας πλούτος και το διανοητικό κεφάλαιο των ανθρώπων μας είναι οι ενδογενείς πόροι για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, ανταγωνιστικό, ρεαλιστικό, μεταβιομηχανικό, που αξιοποιεί τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας τόσο φανερά, τόσο αυτονόητα που απορρέουν μέσα από τη γεωγραφία, την ιστορία, τον πολιτισμό. Αλλά θέλουμε μια κατανόηση των νέων δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί, ώστε να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε αυτές τις βαθιές ανισότητες που ανακόπτουν την προσπάθειά μας να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος, δηλαδή να ξαναβρούμε το επίπεδο ανάπτυξης που χάσαμε τα τελευταία χρόνια. Το χάσαμε αναγκαστικά, για να μπορέσουμε να ξαναοργανωθούμε ως χώρα σε στέρεες και υγιείς βάσεις.

Κυρίες και κύριοι, στην Ελλάδα ετοιμαζόμαστε το Μάιο, παράλληλα με τις ευρωπαϊκές εκλογές, τις εκλογές για την ανάδειξη της νέας σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να οργανώσουμε και τις δημοτικές και περιφερειακές μας εκλογές. Στην Ελλάδα, στις 18 και στις 25 Μαΐου οι Έλληνες Ευρωπαίοι πολίτες καλούνται να κάνουν θεμελιώδεις επιλογές για οτιδήποτε κινείται πάνω και κάτω από το επίπεδο του εθνικού κράτους.

Καλούνται να κάνουν κρίσιμες επιλογές για την Ελλάδα μέσα στην Ευρώπη και για το μέλλον της Ευρώπης και κρίσιμες επιλογές για το ρόλο των πόλεων και των Περιφερειών σε αυτό το νέο μοντέλο ανάπτυξης, μετά την εμπειρία της κρίσης.

Και αυτό πραγματικά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και γοητευτική ευκαιρία να μιλήσουμε για την Ευρώπη, όχι μόνο στο επίπεδο το διακυβερνητικό, όπου συνήθως κρίνονται τα πράγματα, αλλά και στο επίπεδο των πόλεων και των Περιφερειών.

Έχει για μας πάρα πολύ μεγάλη σημασία, λοιπόν, τώρα να συζητήσουμε για το ρόλο των πόλεων και των Περιφερειών σε αυτό το μοντέλο παραγωγής που θέλουμε, που βασίζεται στην πραγματικότητα σε αυτονόητα και υπαρκτά δεδομένα. Γιατί πάντα καταδιώκει την Ευρώπη εδώ και αιώνες το ζήτημα των πόλεων, που είναι πια και ζήτημα Περιφερειών, που ήταν πάντα συνυφασμένο με το κοινωνικό ζήτημα.

Και τώρα στην Ελλάδα έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα νέο κοινωνικό ζήτημα, νέες μορφές φτώχειας, μια προκλητική ανεργία, άρα πρέπει να μιλήσουμε ξανά για ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή. Και όπως στα μέσα του 19ου αιώνα η Ευρώπη συζητούσε για το κοινωνικό της ζήτημα συζητώντας και για το ζήτημα των πόλεων -τώρα πια και των Περιφερειών - έτσι και τώρα πρέπει να ξανασυζητήσουμε για το δίδυμο αυτό πρόβλημα που είναι οι μεγάλες οντότητες των Περιφερειών των πόλεων και το νέο κοινωνικό ζήτημα. Δηλαδή η αναζήτηση των προϋποθέσεων της κοινωνικής συνοχής με σύγχρονους όρους, που ανταποκρίνονται σε σύγχρονες, πολύ μεγάλες προκλήσεις για τον κάθε άνθρωπο και για την κοινωνία μας, ως τέτοια.

Εφόσον αναζητούμε ενδογενείς πόρους, εφόσον αναζητούμε αυθεντικές και υγιείς δυνάμεις ανάπτυξης, αυτές θα τις βρούμε σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Οι περιφερειακές δυνάμεις είναι αυτές που μπορούν να σηκώσουν στους ώμους τους τη μεγάλη αυτή πρόκληση και αυτή είναι η πιο σημαντική εκδοχή της αρχής της επικουρικότητας.

Γιατί έτσι μπορούμε να δούμε καλύτερα και το ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και το ρόλο των επιχειρήσεων και του ιδιωτικού τομέα. Γιατί η πρόκληση δεν είναι μόνο πολιτική, δεν αφορά το πολιτικό σύστημα, το κράτος και τους περιφερειακούς πολιτικούς θεσμούς, όπως οι Δήμοι και οι Περιφέρειες, αλλά και την κοινωνία των πολιτών και τον ιδιωτικό τομέα.

Η Ευρώπη σε πολύ μεγάλο βαθμό δοκιμάζεται ως προς τις αξίες της και τα αυτονόητά της. Δεν μπορούν οι Ευρωπαίοι πολίτες, οι Έλληνες πολίτες, οι νέοι κυρίως Ευρωπαίοι πολίτες να δεχτούν την ιδέα ότι η Ευρώπη είναι η Ευρώπη των πολιτικών λιτότητας, της ανεργίας ή της γραφειοκρατίας.

Θέλουν λιγότερη γραφειοκρατία και περισσότερη πολιτική, θέλουν λιγότερες συζητήσεις και περισσότερες πρακτικές, εφαρμόσιμες πρωτοβουλίες, θέλουν μια Ευρώπη ξανά φωτεινή που να
αναφέρεται στις αξίες της, μια Ευρώπη της δημοκρατίας, του κράτους Δικαίου, της κοινωνικής συνοχής, δικαιοσύνης και αλληλεγγύης. Μια Ευρώπη της καινοτομίας, της έρευνας, των μεγάλων πρωτοβουλιών, της ανταγωνιστικότητας με νέους σύγχρονους όρους.

Άρα, πρέπει να πούμε ξανά την ιστορία της Ευρώπης και οι ευρωπαϊκές εκλογές, σε εμάς εδώ μαζί με τις δημοτικές και τις περιφερειακές εκλογές, μέσα σε ένα περιβάλλον κρίσης που τείνει να εξελιχθεί σε ένα περιβάλλον αισιοδοξίας και νέων ευκαιριών, είναι η εξαιρετική πλατφόρμα απογείωσης αυτής της νέας αφήγησης που πρέπει να την πούμε στους λαούς μας, στους πολίτες μας και ιδίως στους νέους μας, αν θέλουμε να τους ξανακάνουμε συμμέτοχους της ευρωπαϊκής ιδέας. Της ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Με τις σκέψεις αυτές σας υποδέχομαι και πάλι και εύχομαι καλή επιτυχία στις εργασίες της συνάντησής σας.

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΠεριφεριακή ΑνάπτυξηΑποκέντωση | Τοπική ΑυτοδιοίκησηΠροστασία ευπαθών κοινωνικών ομάδωνΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2014