Αθήνα, 7 Ιουλίου 2014

 

 Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στη συνεδρίαση 
του Πολιτικού Συμβουλίου του Κινήματος

Φίλες και φίλοι, χαίρομαι γιατί συνεδριάζει το Πολιτικό Συμβούλιο του ΠΑΣΟΚ και έτσι έχουμε την ευκαιρία να κάνουμε μια συνολική συζήτηση για το σημείο στο οποίο βρίσκεται η χώρα και η παράταξη και να εξειδικεύσουμε την πολιτική μας στο πλαίσιο των αποφάσεων στρατηγικού χαρακτήρα που έχουμε λάβει ήδη από τον Μάρτιο του 2012 στο συνέδριό μας. Υπό το φως, φυσικά, όλων των εξελίξεων, κορυφαία των οποίων είναι η τριπλή εκλογική διαδικασία του Μαΐου, οι δημοτικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές εκλογές.

Στις εκλογές του Μαΐου από τις οποίες μας χωρίζουν λιγότερο από 45 μέρες -αλλά δυστυχώς ο χρόνος τρέχει πολύ γρήγορα και η μνήμη είναι πολύ ρηχή- κερδήθηκε το στοίχημα της σταθερότητας και της καθαρής εθνικής στρατηγικής που οδηγεί στην ασφαλή έξοδο από την κρίση.

Το στοίχημα αυτό τεράστιας πολιτικής σημασίας, εθνικής σημασίας κερδήθηκε πρωτίστως χάρη στην δική μας αντοχή. Θυμίζω γιατί ο χρόνος περνάει, όπως είπα, γρήγορα, ότι στις εκλογές κυριάρχησε το λεγόμενο δίλημμα που θέσαμε. Το δίλημμα δεν ήταν τίποτε άλλο από την προεκλογική, σαφή εξήγηση πως το βράδυ των εκλογών θα ετίθετο ούτως ή άλλως το θεμελιώδες ερώτημα εάν η κυβέρνηση άντεξε, εάν διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση, αν η χώρα πορεύεται σταθερά. Ή εάν μπαίνουμε σε πολιτική κρίση που έρχεται να δυσκολέψει την έξοδο από την οικονομική κρίση τη στιγμή που χρειάζεται εθνική και κοινωνική συσπείρωση για την οριστική έξοδο από την οικονομική κρίση.

Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ αναγκάστηκε να υιοθετήσει αντίστροφα το δίλημμα, να αναζωπυρώσει τη στρατηγική της εφόδου, να παρουσιάσει τη λεγόμενη λογική των εκλογών – δημοψηφίσματος. Στην πραγματικότητα να θέσει ενώπιον του ελληνικού λαού ζήτημα συνολικής αμφισβήτησης της κυβέρνησης και της εθνικής στρατηγικής. Και ο ελληνικός λαός απάντησε αρνητικά στο ερώτημα που έθεσε η αξιωματική αντιπολίτευση προεκλογικά.

 

Έχουμε από τις 25 Μαΐου έως σήμερα πάρα πολλές φορές αναφερθεί στο ποσοστό που συγκέντρωση η παράταξή μας, το ΠΑΣΟΚ, η Ελιά, το περιβόητο 8%. Περιττεύει να πω, μιλώντας μάλιστα στο επίπεδο του Πολιτικού Συμβουλίου, ότι προφανώς πρόκειται για ένα ποσοστό ανάγκης, ένα ποσοστό που δεν είναι καθόλου ικανοποιητικό για μια παράταξη με την δική μας αξιακή φυσιογνωμία και ιστορική διαδρομή, μια παράταξη πλειοψηφική, αλλά βλέπετε η κρίση έχει φέρει τα πάνω κάτω, έχει προκαλέσει ριζικές αλλαγές στην κοινωνία, στις πολιτικές συμπεριφορές. Η παράταξή μας ούτε στοχεύει σε τέτοια ποσοστά, ούτε αρκείται σε τέτοια ποσοστά.

Όμως αυτό το περιορισμένο, το μικρό ποσοστό, διέψευσε Κασσάνδρες και αρνητικές προσδοκίες, έδωσε μια ηχηρή απάντηση τυχοδιωκτισμού και ανήθικες συμπεριφορές στελεχών και παραγόντων της παράταξης, που δυστυχώς υπονόμευσαν την προσπάθειά μας. Αυτό το ποσοστό διασφάλισε τη σταθερότητα της κυβέρνησης και της χώρας. Αυτό το ποσοστό επιβεβαίωσε την εθνική στρατηγική εξόδου από την κρίση με ασφάλεια. Αυτό το ποσοστό δίνει πολιτικό και εθνικό χρόνο προκειμένου να ολοκληρώσουμε την προσπάθεια αυτή.

Και αυτό είναι που επιτρέπει να υπάρχουν τώρα αρκετές προϋποθέσεις διαλόγου για τη συσπείρωση της κεντροαριστεράς, της ευρύτερης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης. Αν δεν είχε επιτευχθεί αυτό, αν είχαν επαληθευτεί όλοι αυτοί που προσδοκούσαν και επεδίωκαν την ταπείνωση της παράταξης, τίποτα από αυτά δεν θα υπήρχε για την κυβέρνηση, για τον τόπο, για την οικονομία, για την κοινωνία, για την κεντροαριστερά.

Το ποσοστό αυτό, όπως το περιγράφει με πολύ ψύχραιμο και ρεαλιστικό τρόπο, δείχνει και πάρα πολύ ευκρινείς εκλογικούς στόχους όταν θα γίνουν τη στιγμή που πρέπει κατά το σύνταγμα οι βουλευτικές εκλογές. Μας δίνει τη σημασία του τρίτου πόλου, τη σημασία της τρίτης τουλάχιστον εντολής. Μας επιτρέπει να πούμε όχι στη Χρυσή Αυγή που δεν είναι επιτρεπτό, δεν είναι δημοκρατικά σωστό και ανεκτό να είναι το τρίτο κόμμα.

Και για να μιλήσω και πιο πρακτικά, ακόμη και σε επίπεδο κοινοβουλευτικού και εκλογικού συσχετισμού, δίνει ένα πολύ συγκεκριμένο στόχο σε σχέση με τις λεγόμενες τριεδικές περιφέρειες, οι οποίες είναι καθοριστικές για το συσχετισμό των κοινοβουλευτικών δυνάμεων ανεξαρτήτως άλλων στοιχείων του εκλογικού νόμου.

Παράλληλα θα ήθελα να επισημάνω για μια ακόμη φορά, γιατί δεν το έχουμε κάνει επισήμως εδώ στο Πολιτικό Συμβούλιο, τη σημαντική παρουσία της παράταξης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση α’ και β’ βαθμού. Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Η παράταξή μας υπάρχει στις περιφέρειες, ακόμη και εκεί που δεν κέρδισε, εμφάνισε εντυπωσιακά υψηλά ποσοστά και έτσι είναι μια πολύ ισχυρή παρουσία στα Περιφερειακά Συμβούλια, σε όλες τις περιφέρειες, πέραν αυτών των οποίων ασκεί τη διοίκηση. Και σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκεντρώσαμε από την Κεντρική Ένωση Δήμων, είμαστε παρόντες ως πλειοψηφία και ως διοίκηση περίπου στο 1/3 των δήμων της χώρας, δηλαδή περίπου σε 120 δήμους.

Η σχέση βεβαίως των αυτοδιοικητικών στελεχών με τα κόμματα συνολικά, όχι μόνο με το ΠΑΣΟΚ και τη Δημοκρατική Παράταξη, έχει μεταβληθεί ριζικά. Υπάρχουν οι υψηλοί βαθμοί αυτονομίας και σεβόμαστε αυτή την αυτονομία, τον ανεξάρτητο, ιδιαίτερο ρόλο των στελεχών της Αυτοδιοίκησης, γι’ αυτό και έχουμε προ πολλού εγκαταλείψει την παλιά πρακτική των κομματικών χρισμάτων.

Όμως οι άνθρωποι έχουν ταυτότητα, έχουν παράδοση, έχουν διαδρομή, έχουν πολιτικές τοποθετήσεις και πιστεύω. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για παλιά και νέα στελέχη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για  στελέχη που ασκούν τη διοίκηση των Δήμων, ή είναι στην αντιπολίτευση και έχουν ισχυρή παρουσία στα δημοτικά συμβούλια.

Θα μου επιτρέψετε εδώ να κάνω μόνο μια παρατήρηση σε σχέση με το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών και των περιφερειακών. Αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις οι δυνάμεις που στηρίχθηκαν από το ΠΑΣΟΚ, από την Ελιά, από την δημοκρατική παράταξη, βρέθηκαν στο δεύτερο γύρο αντιμέτωπες με δυνάμεις που υποστηρίχθηκαν από τη Ν.Δ.

Μπροστά σε ένα παρόμοιο δίλημμα, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και γενικότερα της αντιπολίτευσης, δεν είχαν δυσκολία να κάνουν την επιλογή τους. Προτίμησαν τη Ν.Δ. σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ και με την δημοκρατική παράταξη. Αυτό δείχνει ποιος είναι το πρόβλημά τους και έχει σημασία να ξέρουμε ότι το πρόβλημά τους είναι το ΠΑΣΟΚ, είναι η δημοκρατική παράταξη.

Θα εκτιμήσουμε στη συνεδρίασή μας και στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή την οργανωτική κατάσταση του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές αυτές και των τριών επιπέδων. Περιφερειακές, δημοτικές και ευρωπαϊκές. Ο βαθμός συμμετοχής των στελεχών μας ήταν διαφοροποιημένος κατά περίπτωση. Φυσικά ο καθένας ενεργεί κατά συνείδηση, αλλά και ο καθένας κρίνεται σύμφωνα με τις πράξεις και το πολιτικό του ήθος, γιατί είναι διαφορετικό να είσαι ένα ενεργό στέλεχος της παράταξης, διαφορετικά να αδρανείς και να απέχεις με αξιοπρέπεια, διαφορετικό να είσαι ανοιχτά εχθρικός, να στρατεύεσαι σε άλλους χώρους, γιατί κι αυτό το ζούμε για διάφορους λόγους και διαφορετικό να είσαι ύπουλα υπονομευτικός μιας προσπάθειας η οποία είναι και παραταξιακή και εθνική.

Φυσικά θέλω να αναδείξω για μια ακόμη φορά το ρόλο των υποψηφίων μας, το λαμπρό ψηφοδέλτιό μας στις ευρωεκλογές, τα πάρα πολύ ωραία και δυναμικά ψηφοδέλτιά μας στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, παρά τα προβλήματα, παρά τα κενά, παρά τις υστερήσεις και παρά τις περιφερειακές και τοπικές αντιθέσεις.

Στις ευρωεκλογές το ΠΑΣΟΚ κατέβηκε μαζί με άλλες δυνάμεις που συγκρότησαν την Ελιά-Δημοκρατική Παράταξη. Θα μου επιτρέψετε να αξιολογήσω τη συνεργασία αυτή ως άψογη και αγαστή. Δεν υπήρχε ούτε υπάρχει δίλημμα ΠΑΣΟΚ ή Ελιάς. Το επιχείρημα που λέει, μα, η Ελιά είναι διάφορες παλιότερες εκδοχές του ΠΑΣΟΚ, που ξανασυσπειρώθηκαν δεν σημαίνει τίποτα το ιδιαίτερο. Η μισή Ελλάδα, τουλάχιστον είναι ιστορικά ΠΑΣΟΚ, όλοι είναι ΠΑΣΟΚ, οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, οι δυνάμεις άλλων κομμάτων προέρχονται ιστορικά από το ΠΑΣΟΚ, η επανασυσπείρωση είναι πάρα πολύ μεγάλη υπόθεση, άρα δεν χρειάζεται να σπαταλήσουμε χρόνο στην αναπαραγωγή μιας δήθεν αντίθεσης που δεν υπάρχει.

Η Ελιά-Δημοκρατική Παράταξη, η συσπείρωση στο μέγιστο δυνατό βαθμό, δεν είμαστε ικανοποιημένοι από το βαθμό, αλλά είναι ένα πρώτο βήμα, πολύ σημαντικό. Η Ελιά είναι ένα κεκτημένο για το ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ είναι ο κορμός της Ελιάς. Δεν θέλουμε ένα ΠΑΣΟΚ που στενεύει, θέλουμε μια παραταξιακή προσέγγιση που διευρύνεται όσο μπορεί. Γιατί το ΠΑΣΟΚ έτσι το ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου πλειοψηφικό, ως εκφραστή της δημοκρατικής Παράταξης. Μόνο που πρέπει να εξετάζουμε τις ανάγκες και τα δεδομένα κάθε εποχής.

Μετά τις ευρωεκλογές το μεγάλο πολιτικό γεγονός ήταν βεβαίως ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης. Το ΠΑΣΟΚ έκανε επιλογές προσώπων για υπουργικές θέσεις που νομίζω ότι ανταποκρίνονται στα κριτήριά μας, τα αντιπροσωπευτικά και αξιοκρατικά κριτήριά μας. Και συγκροτούμε μια ομάδα μέσα στην Κυβέρνηση υψηλού επιπέδου, υψηλής αποτελεσματικότητας και στόχος μου είναι και υψηλού συντονισμού.

Βεβαίως μας ενδιαφέρει η Κυβέρνηση, μας ενδιαφέρει η χώρα, μας ενδιαφέρει να λειτουργεί η Κυβέρνηση ως συνταγματικό όργανο, αλλά πέρα από αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία και η λεγόμενη προοδευτική σταθερότητα που κατοχυρώνει το ΠΑΣΟΚ. Το προοδευτικό πρόσημο, ο ιδιαίτερος πολιτικός λόγος και ρόλος του ΠΑΣΟΚ και αυτό αφορά όλα τα μεγάλα θέματα. Δεν χρειάζεται να μνημονεύσω πολλά, θα πω μόνο ότι ζητήματα όπως οι φορολογικές ελαφρύνσεις επιχειρήσεων και ιδιωτών, οι σωστές ρυθμίσεις των ασφαλιστικών εισφορών για να μπορέσει να ανταποκριθεί η αγορά, η προστασία όσων απομακρύνονται από το δημόσιο που θέλουμε να είναι οι λιγότεροι δυνατοί, είναι τρία ζητήματα στα οποία το ΠΑΣΟΚ έχει διατυπώσει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις και θεωρούμε ότι είναι και πρέπει να είναι οι κυβερνητικές προτεραιότητες.

Υπάρχουν τα λεγόμενα προαπαιτούμενα σε σχέση με την τρόικα, σε σχέση με την εκταμίευση των δόσεων. Αυτό είναι ένα μόνιμο άγχος επί χρόνια τώρα. Τελειώνουμε ευτυχώς, βγαίνουμε από αυτό τον καταναγκασμό από αυτή τη στρούγκα. Αλλά φυσικά όλα αυτά τα βλέπουμε με τον πιο -θα έλεγα- θετικό και προοδευτικό και αναπτυξιακό τρόποι όλα τα θέματα που αφορούν τα προαπαιτούμενα με συνέπειες σε σχέση με τους εταίρους, αλλά μας ενδιαφέρει και η συνέπεια σε σχέση με την κοινωνία και σε σχέση με την ανάπτυξη, σε σχέση με την απασχόληση, σε σχέση με την οριστική έξοδο από την κρίση.

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν έχει καμία σημασία, είναι βλαπτική οποιαδήποτε διαίρεση των δικών μας στελεχών σε «συνεπείς» και «αμφίθυμους», σε «εκσυγχρονιστές» και «λαϊκιστές», γιατί έτσι είναι σαν να δικαιώνουμε μια τομή που δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Είναι πλαστή και τεχνητή η διάκριση μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών, που τροφοδοτεί τη δημαγωγία μιας ετερόκλητης δήθεν αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης.

Μας ενδιαφέρει, με ενδιαφέρει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση που είναι έντιμη απέναντι στην κοινωνία. Δεν πρέπει να επαναληφθεί η εικόνα μιας ατέλειωτης διαπραγμάτευσης με παρατεταμένη παρουσίαση της τρόικα στην Ελλάδα.

Δεν πρέπει να ξανατροφοδοτηθεί  η διεθνής συζήτηση και η αμφιβολία για το αν το χρέος είναι βιώσιμο, για το αν χρειάζονται ή δεν χρειάζονται νέα μέτρα. Ούτε χρειάζονται ούτε χρειάστηκαν, ούτε θα υπάρξουν.

Δεν πρέπει να τροφοδοτηθεί η συζήτηση περί δήθεν χρηματοδοτικού κενού, δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα περί δήθεν αναγκών των Τραπεζών. Οι Τράπεζές μας είναι ισχυρές και πρέπει να στραφούν στην πραγματική οικονομία.

Πρέπει επίσης να μπούμε δυνατά ως χώρα με εθνική ομάδα στο γήπεδο των νέων ευρωπαϊκών συσχετισμών. Να αξιολογήσουμε σωστά τα μηνύματα των ευρωεκλογών, να φέρουμε την Ελλάδα στο επίκεντρο των νέων συσχετισμών, γιατί ούτως ή άλλως είναι η Ελλάδα το εργαστήριο στο οποίο αξιολογούνται δυστυχώς μεγάλα λάθη που έκανε η Ευρώπη στο παρελθόν και οι γενναίες ριζοσπαστικές αποφάσεις που πρέπει να πάρει τώρα αξιολογώντας και το μήνυμα των ευρωεκλογών.

Δεν θέλουμε πολιτικές χάρες από τους εταίρους μας. Το έχω πει πάμπολλες φορές. Θέλουμε όμως ένα σαφές πολιτικό πλαίσιο που επιτρέπει την ορθή ανάγνωση των τεχνικών δεδομένων. Τα τεχνικά δεδομένα σε σχέση με όλα τα θέματά μας δημοσιονομικά και μακροοικονομικά μπορεί να αποβούν ένας μοχλός προκειμένου να προχωρήσουμε δυνατά, ή μια τροχοπέδη. Δεν μπορεί να είναι τροχοπέδη! Πρέπει να είναι μια προωθητική δύναμη. Αυτό χρειάζεται πολιτική απόφαση, όχι αγνοώντας τα τεχνικά δεδομένα, εντάσσοντάς τα στο σωστό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί με τους νέους πολιτικούς συσχετισμούς στην Ευρώπη.

Μόλις 45 μέρες μετά τις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ αγωνίζεται να ξεχάσει τη στρατηγική ήττα του, γιατί ναι, κατέλαβε την πρώτη θέση στις ευρωεκλογές, αλλά ελάχιστες Περιφέρειες και δεν κατάφερε να θίξει την κυβερνητική σταθερότητα, τη νομιμοποίηση της Κυβέρνησης και την εθνική στρατηγική.

Αγωνίζεται να ξεχάσει τον βαθύ εσωτερικό διχασμό του που είναι έκδηλος στις συζητήσεις, στο εσωτερικό του και επαναφέρει τη γνωστή γραμμή της εφόδου η οποία είναι νομίζει σαν το ποδήλατο, πρέπει να κάνεις συνεχώς πεντάλ να δημιουργείς μια τεχνητή ένταση, να δημιουργείς συνθήκες διχασμού και συμβολικού εμφυλίου πολέμου για να υπάρχει ως Παράταξη και ως στρατηγική. Αυτό έχει τεράστιες επιπτώσεις τις βάρος της οικονομίας, της κοινωνίας, της εθνικής διαπραγμάτευσης.

Και μόνιμη επωδός το δημοψήφισμα. Στην αρχή είχαμε εκλογές – δημοψήφισμα, αυτό χάθηκε. Τώρα δημοψήφισμα με αφορμή τη μικρή ΔΕΗ και αυτό ασκεί μια πίεση φυσικά και στα άλλα Κόμματα. Αλλά ποιοι είναι οι εταίροι; Το ΚΚΕ έχει πει μια τελείως διαφορετική πλατφόρμα, η Χρυσή Αυγή είναι εκτός του εθνικού δημοκρατικού τόξου και η ΔΗΜΑΡ αγωνίζεται να βρει τον προσανατολισμό της.

Αυτό το φαινόμενο της ετερόκλητης αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης που το βλέπουμε και στην περίπτωση αυτή, της στρατηγικής της εφόδου, δεν συνιστά βέβαια καμία κυβερνητική αντιπρόταση. Αντίθετα βλέπουμε δυστυχώς να κυριαρχεί και να επισημοποιείται η συντεχνιακή αντίληψη περί πολιτικής. Γνωστοί παλαιοσυνδικαλιστές που εκπροσωπούν μια από την πιο αρνητικές εκδοχές του παλαιού ΠΑΣΟΚ καθοδηγούν την αντιπολίτευση που επαγγέλλεται το νέο.

Βέβαια εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι αυτό που λέγεται μικρή ΔΕΗ, που είναι το ζήτημα των ημερών, εισάγεται προς συζήτηση στη Βουλή με ένα νομοσχέδιο το οποίο είναι ριζικά διαφορετικό από αυτό με το οποίο είχε ξεκινήσει η συζήτηση. Γιατί χάρις στις παρεμβάσεις μας, χάρις στην πολύ σοβαρή δουλειά που έχει κάνει η Κοινοβουλευτική μας Ομάδα και ο αρμόδιος Τομέας του ΠΑΣΟΚ, έχουμε τώρα ένα νομοσχέδιο που δίνει απάντηση σε όλες τις ανησυχίες και σε όλες τις ενστάσεις, κατοχυρώνει τους εργαζόμενους απολύτως, κατοχυρώνει τους αγρότες, κατοχυρώνει την αναπτυξιακή προοπτική των περιοχών που συνδέονται με την υπόθεση αυτή και κυρίως κατοχυρώνει τους καταναλωτές.

Γι' αυτό θεωρούμε ότι έχει ξαναγραφτεί στην πραγματικότητα όλη αυτή η πρόταση και θέλω να είμαι πολύ καθαρός. Το γεγονός ότι ψηφίζεται ένα νομοσχέδιο γιατί αυτό είναι μια προϋπόθεση σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν σημαίνει ότι υπάρξει αναγκαστικά ένα άμεσο και αποδεκτό επενδυτικό ενδιαφέρον. Διότι οι εγγυήσεις είναι τόσες πολλές και η τιμή που ζητείτε είναι τόσο υψηλή σε σχέση με αυτό που θα μπορούσε να βρει κανείς σε άλλη  χώρα, που μπορεί να μην υπάρξει ανταπόκριση.

Αλλά σημασία έχει ότι ούτως ή άλλως και νομοθετικά οι εργαζόμενοι, οι περιοχές, οι αγρότες και κυρίως οι καταναλωτές είναι απολύτως κατοχυρωμένοι διότι εδώ μιλάμε για ένα διαχωρισμό που δημιουργεί συνθήκες ανταγωνισμού και διαφάνειας υπέρ των καταναλωτών. Και κανείς δεν έχει πλεονέκτημα. Ό,τι προβλήματα έχει η ΔΕΗ, θα τα έχει και η ΔΕΗ που απομένει και η μικρή ΔΕΗ. Ό,τι πλεονεκτήματα έχει ο ένας θα τα έχει και ο άλλος σε μια αγορά που πρέπει να κινείται με ίσους όρους ανταγωνισμού.

Περιττεύει να πω ότι το ηλεκτρικό ρεύμα είναι κοινωνικό αγαθό. Κανείς δεν μπορεί να θέτει υπό ομηρία, υπό εκβιασμό, υπό ασύμμετρη απειλή το δημόσιο συμφέρον στα θέματα αυτά. Κανείς δεν έχει στην ιδιοκτησία του τη συντεχνιακή και συνδικαλιστική τα δημόσια αγαθά.

Και βέβαια πρέπει να δούμε με προσοχή ποια είναι η στάση της κοινωνίας συνολικά της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στη διαμόρφωση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού και στην ηλεκτρική ενέργεια. Πιστεύω ότι είναι θετική η κοινωνία, θέλει τις διαρθρωτικές αλλαγές. Στην πραγματικότητα έχουμε δυο γραμμές: η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ είναι συντεχνιασμός, παρεμπόδιση διαρθρωτικών αλλαγών, ετερόκλητη αντιμνημονιακή αντιπολίτευση, δημοψήφισμα υποτίθεται στο όνομα της ακινησίας στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και όχι στο όνομα της κοινωνίας και του καταναλωτή, συσχέτιση αυτής της γραμμής με το μείζον θετικό θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας και επιδίωξη πρόωρων εκλογών αντί της εθνικής ενότητας, της εθνικής ομάδας, της εθνικής διαπραγμάτευσης για την οριστική έξοδο από την κρίση.

Εάν υπάρχει πράγματι η ενιαία πρόταση 120 Βουλευτών θα το δούμε. Ενιαία και ταυτόσημη -του συνταγματικού τόξου θέλω να ελπίζω, χωρίς να υπολογίζεται η Χρυσή Αυγή- θα υπάρξει άμεση απάντηση σύμφωνα με το Σύνταγμα, γιατί τίποτα δε μπορεί να μένει σ’ εκκρεμότητα. Και βέβαια πρέπει να αποσυνδέσουμε για λόγους θεσμικής σοβαρότητας και εθνικού συμφέροντος αυτή την προσπάθεια από την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας στην οποία τα κόμματα πρέπει να τοποθετηθούν με σαφήνεια.

Εδώ υπάρχει ένα ζήτημα δικής μας επαναξιολόγησης και αυτοκριτικής. Γιατί κι εμείς το 2009 προκαλέσαμε εκλογές με αφορμή τη διαδικασία ανάδειξης του νέου Προέδρου της Δημοκρατίας. Το αποτέλεσμα είναι -για όλους εμάς που αγωνιστήκαμε για τη γραμμή αυτή, δε διαφοροποιώ κανέναν, ούτε τον αυτό μου. Λόγω των εκλογών που έγιναν το φθινόπωρο του 2009, το ΠΑΣΟΚ ν’ αναλάβει όλο το βάρος, το δυσανάλογα μεγάλο της διαχείρισης της κρίσης. Κάποιοι κρύφτηκαν με επιμέλεια πίσω από το γεγονός των πρόωρων εκλογών. Άρα η ιστορία διδάσκει ότι κάθε φορά που υπήρξε θεσμικός εκβιασμός σε σχέση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όποιον τον έκανε δε βγήκε κερδισμένος. Κάποτε η συντηρητική παράταξη αμφισβήτησε τον εκλεγμένο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αρνιόταν να τον νομιμοποιήσει.

Μετάνιωσε γι’ αυτό. Και όσες φορές δε γίνεται αντιληπτός ο διακριτός ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας ως συμβόλου ενότητας και συνοχής και συναίνεσης, κάνει λάθος αυτός που τον αμφισβητεί το ρόλο αυτό. Νομίζω ότι πρέπει να έχουμε το θάρρος και την ειλικρίνεια ν’ αξιολογήσουμε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης και τις δικές μας συμπεριφορές στο ζήτημα αυτό.

Όποιος θέλει τη στρατηγική της έντασης, της αποσταθεροποίησης, της ανασφάλειας, ως κόμμα ν’ αναλάβει την ευθύνη του. Ως Βουλευτής ν’ αναλάβει την ευθύνη του. Και τελικά ο πολίτης καλείται ν’ αναλάβει τη δική του ευθύνη και να κάνει τη δική του επιλογή.

Οι πραγματικές προτεραιότητες της χώρας δεν είναι η μικρή ΔΕΗ και το δημοψήφισμα του κ. Τσίπρα, ούτε το άγχος του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει ζωντανή τη γραμμή της έντασης και της εφόδου.

Οι πραγματικές προτεραιότητες της χώρας είναι η αλλαγή κλίματος στην αγορά και την πραγματική οικονομία, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, η ρύθμιση των ασφαλιστικών και φορολογικών οφειλών, η αναδιάρθρωση δανείων, επιχειρήσεων και νοικοκυριών, η μείωση του κόστους του χρήματος, η προώθηση των επενδύσεων και άρα της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, η αξιοποίηση του ΕΣΠΑ, η αξιοποίηση του ρόλου των Περιφερειών και των Δήμων για την τοπική ανάπτυξη και την τοπική απασχόληση, η συγκρότηση μιας εθνικής συμφωνίας για τα θέματα αυτά αλλά και 13 περιφερειακών συμφωνιών σε κάθε Περιφέρεια γύρω από τα θέματα αυτά.

Προτεραιότητα της χώρας είναι να είμαστε ενεργοί μέσα στους νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, αξιοποιώντας και τα δυο μεγάλα κόμματα λόγω της κυβέρνησης συνεργασίας που έχουμε, και το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα και το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Νομίζω καθοριστικός μοχλός είναι το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα γιατί χρειάζεται μια έξυπνη εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Και φυσικά, εθνική διαπραγμάτευση, με εθνική Ομάδα Διαπραγμάτευσης, για την επισημοποίηση της βιωσιμότητας του χρέους, έτσι ώστε να μη χρειαστεί φυσικά νέο δάνειο, νέο μνημόνιο, ας μη στενοχωριούνται οι αντιμνημονιακοί που θέλουν το μνημόνιο, δε θα υπάρξει, να στεριώσουμε τη θέση μας μέσα στις αγορές, να μπούμε στην τελική ευθεία.

Υπάρχουν περιθώρια εθνικής συναίνεσης στην κοινωνία. Δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο τις επίσημες συμπεριφορές των κομμάτων και μικροκομματικούς υπολογισμούς. Πρέπει να βλέπουμε τη στάση των ανθρώπων στην κοινωνία. Το έθνος πρέπει να ενωθεί. Και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ως συζήτηση και για την Κεντροαριστερά. Για τη Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη δηλαδή, γιατί οι όροι αυτοί είναι ταυτόσημοι.

Η γραμμή μας είναι σταθερή. Υπάρχει πάντα μια ανοιχτή πρόσκληση σε όλους χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς ηγεμονισμούς. Το εκλογικό αποτέλεσμα του Μαΐου κάτι λέει. Δεν είναι ουδέτερο. Κάποιους δικαιώνει και κάποιους όχι. Νομίζω ότι όλοι πρέπει να το καταλάβουμε αυτό. Δε δικαιώνει αυτούς που έχουν αλαζονική στάση απέναντι στο ΠΑΣΟΚ.

Όπως είπα προχθές, που έχουν αλαζονική στάση, προσβλητική, απέναντι στο ΠΑΣΟΚ του σήμερα, αλλά δεν έχουν κανένα πρόβλημα συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ του χθες, του προχθές, το «βαθύ». Το κατηγορούν για άλλα πράγματα αλλά συνεργάζονται, εάν αυτό μπορεί να προσφέρει έστω κι ένα μηδαμινό όφελος. Τελικά προσφέρει πολύ μεγάλη βλάβη, όπως αποδείχθηκε.

Κοιτάξτε φίλες μου και φίλοι μου, η Κεντροαριστερά δεν είναι ο παραγοντισμός, ούτε ο κοινωνισμός ούτε η αυτοαναφορική γενικολογία, δηλαδή «είμαι Κεντροαριστερός, είσαι Κεντροαριστερός», ας συζητήσουμε, ας συνεργαστούμε. Τι σημαίνουν αυτά για τον κόσμο; Η Κεντροαριστερά κρίνεται στο πεδίο της πραγματικής πολιτικής. Κρίνεται στο πεδίο των προβλημάτων της χώρας και της κοινωνίας.

Γιατί η Κεντροαριστερά, το εύκολο είναι να λες «πιστεύω στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα, είμαι Ευρωπαίος Σοσιαλδημοκράτης, είμαι προοδευτικός Δημοκράτης, είμαι Κεντροαριστερός». Το δύσκολο είναι να συμφωνήσεις στα μεγάλα θέματα:

·         Κυβερνητική σταθερότητα αντί για παιχνίδια εφόδου και αστάθειας.

·         Εκλογή Προέδρου της δημοκρατίας που συμβολίζει την εθνική ενότητα, αντί για τεχνητές πρόωρες εκλογές με ασύμμετρες συνέπειες για την οικονομία.

·         Οριστική έξοδο από την κρίση, αντί να ζητάς μνημόνιο για να έχεις λόγο ύπαρξης όπως κάνει η λεγόμενη αντιμνημονιακή αντιπολίτευση.

·         Σεβασμό των θυσιών του ελληνικού λαού αντί την πρόκληση ανασφάλειας και από ένα παιχνίδι εν ου παικτοίς.

·         Συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς αντί της απομόνωσης όπως φάνηκε στην περίπτωση του κ. Κάμερον και του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διαδικασία ανάδειξης του νέου Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Φανταστείτε, όταν φτάσαμε ν’ απομονώνεται το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ουγγαρία με τέτοιον τρόπο σε μια διαδικασία που καταλήγει σε απόφαση μ’ ενισχυμένη πλειοψηφία, πώς μπορεί ν’ αντιμετωπισθεί οποιοσδήποτε δε λαμβάνει υπ' όψιν το κεντρικό ευρωπαϊκό ρεύμα.

Απέναντι λοιπόν σ’ αυτά τα ερωτήματα που είπα, που είναι τα ερωτήματα του κάθε πολίτη, τα ερωτήματα της χώρας, πώς τοποθετούμαστε εμείς, πώς τοποθετείται η ΔΗΜΑΡ, το Ποτάμι, η κάθε κίνηση, το κάθε πρόσωπο;

Φυσικά το κυριότερο είναι εμείς να έχουμε καθαρή γραμμή ως ΠΑΣΟΚ, ως Ελιά, ως Δημοκρατική Παράταξη. Εμείς λοιπόν είμαστε σταθερά υπέρ της ευρύτερης δυνατής συσπείρωσης χωρίς αποκλεισμούς και ηγεμονισμούς και χωρίς ψευδαισθήσεις. Αυτό έχει σημασία για την προετοιμασία μας και την προετοιμασία του ΠΑΣΟΚ και την προετοιμασία της Ελιάς.

Επίσης το σημαντικό είναι το πώς θα πορευθεί ο τόπος μέχρι τις εκλογές σύμφωνα με το Σύνταγμα. Εμείς θέλουμε αυτό να γίνει στο τέλος της τετραετίας, όπως θέλει η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Το πότε θα γίνουν οι επόμενες εκλογές είναι εξαιρετικά κρίσιμο για να ξέρουμε τη φάση στην οποία θα βρισκόμαστε μέσα στην πορεία εξόδου από την κρίση.

Όμως ούτως ή άλλως υπάρχουν ορισμένα δεδομένα. Πέρασαν οριστικά οι εποχές των αυτοδύναμων κυβερνήσεων. Είναι αδιέξοδες οι τεχνητές πολώσεις και ο λεγόμενος μικρός διπολισμός Νέας Δημοκρατίας και ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό φάνηκε και το Μάιο. Ο ευρύς χώρος της Κεντροαριστεράς, της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης, δεν ετεροκαθορίζεται ούτε στρατηγικά ούτε προγραμματικά σε σχέση με τη Νέα Δημοκρατία και το ΣΥΡΙΖΑ.

Διεκδικεί αυτός μόνος του, με τη γραμμή του, με τη φυσιογνωμία του, τη μεγαλύτερη δυνατή εκλογική επιρροή και τον καθοριστικό λόγο, στις εξελίξεις. Καθοριστικός ρόλος βρίσκεται μέσα στην κυβέρνηση, αυτό είναι μια επιλογή, αλλά βρίσκεται και στο ρόλο της αντιπολίτευσης μέσα στη Βουλή. Μπορεί η συμμετοχή στην κυβέρνηση ν’ αυξάνει την επιρροή των πολιτικών μας απόψεων, αλλά δεν είναι αυτό η μόνη λύση.

Ποτέ δεν κάναμε άλλωστε την επιλογή της μονομερούς στρατηγικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι. Ούτε τον Ιούνιο του 2011 όταν προτάθηκε, από την τότε ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και τον Πρωθυπουργό, η συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας με τη Νέας Δημοκρατίας ούτε το Νοέμβριο του 2011 που σχηματίστηκε η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – Νέας Δημοκρατίας – ΛΑΟΣ, με το Λουκά Παπαδήμο, ούτε το Μάιο του 2012 που δεν έγιναν δεκτές οι προτάσεις μας για κυβέρνηση συνεργασίας με καλή εσωτερική ισορροπία σε σχέση με τις προοδευτικές δυνάμεις, ούτε τον Ιούνιο του 2012 όταν έγινε η τριμερής συνεργασία ΠΑΣΟΚ – Νέας Δημοκρατίας και ΔΗΜΑΡ, ούτε τον Ιούνιο του 2013 όταν αποφασίσαμε να κρατήσουμε σταθερή τη χώρα και την κυβέρνηση.

Επιλογή μας ήταν πάντα η ευρύτερη δυνατή συνεργασία στη βάση των δικών μας στρατηγικών επιλογών. Και πάντα θέλαμε σ’ αυτό και τη ΔΗΜΑΡ και το ΣΥΡΙΖΑ φυσικά. Άρα η γραμμή μας είναι πάντα η ίδια.

Δυστυχώς, υπάρχει η κατάρα της εσωστρέφειας στη δική μάς παράταξη. Δεν είμαστε το μοναδικό φαινόμενο εσωστρέφειας. Αλλά εμείς έχουμε μια ιδιαίτερη ροπή προς αυτό. Ίσως γιατί υπάρχει ένα ανυπέρβλητο σοκ. Λόγω της διασταύρωσής του ΠΑΣΟΚ με την κρίση και της ριζικής αλλαγής του κομματικού συστήματος που άλλαξε και τα μεγέθη της παράταξης.

Επίσης είναι προφανές ότι έχει μεγεθυνθεί ο ρόλος, αλλά και η ευθύνη των βουλευτών.

Στο πλαίσιο αυτό τοποθετείται και η όλη συζήτηση για την ηγεσία της παράταξης, που σας το ξαναλέω, είναι μια ηγεσία ανάγκης εθνικής. Δεν είναι μια ηγεσία πολυτέλειας, όπως κάποτε στη χώρα, όπου αν γινόσουνα πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, γινόσουνα αργά ή γρήγορα και πρωθυπουργός. Αν δεν γινόσουνα αυτομάτως πρωθυπουργός.

Η παράταξη μου έχει αναθέσει έναν εξαιρετικά τιμητικό ρόλο και είναι υποχρέωσή μου να ανταποκριθώ στο ρόλο αυτό που μου ανέθεσε η βάση της παράταξης, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες το Μάρτιο του 2012.

Οφείλω πολλά στην παράταξη, αλλά πρέπει να σας πω ότι κι εγώ έχω αγωνιστεί και αγωνίζομαι να την τιμήσω. Δεν έχω ποτέ την αίσθηση ότι μπορείς να επιβαρύνεις την παράταξή σου. Αλλά έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να έχουμε σοβαρότητα, να έχουμε συνέπεια στις επιλογές μας και επίσης να έχουμε συνείδηση του ρόλου μας και πρέπει να σας πω ότι έχω πλήρη συνείδηση και του ρόλου μου και της αποστολής μου και της ευθύνης μου και του ιστορικού χρόνου, γιατί φυσικά αυτό που με ενδιαφέρει είναι ένα και μόνο. Μην παρεξηγήσετε ποτέ ποιες είναι οι προτεραιότητές μου. Είναι πάρα πολύ καθαρές.

Με ενδιαφέρουν τα μείζονα. Με ενδιαφέρει να διαφυλαχτεί ο τόπος και η παράταξη. Και ως εκ τούτου θα κάνω τα πάντα, προκειμένου να πετύχουμε αυτό μας το στόχο. Και είναι από ένα σημείο και μετά δυσάρεστο και θα έλεγα ίσως και λίγο κωμικό, να αντιστρέφονται οι ρόλοι και να γίνονται κριτές οι κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι.

Φίλες και φίλοι, το πρώτο καθήκον μας είναι λοιπόν η χώρα. Η προοδευτική σταθερότητα, η καλή, αποτελεσματική λειτουργία της κυβέρνησης, η ανάδειξη του προοδευτικού προσήμου και του προοδευτικού πόλου. Η προοδευτική σταθερότητα, η εθνική διαπραγμάτευση, η διεκδίκηση της εθνικής ενότητας, η ενασχόληση με τα πραγματικά προβλήματα του τόπου, του κόσμου, η συμβολή στη διαμόρφωση των πολιτικών εξελίξεων.

Το δεύτερο καθήκον είναι ο οργανωμένος και ο απροκατάληπτος διάλογος με την κεντροαριστερά, για την κεντροαριστερά επί τη βάσει των πρακτικών ερωτημάτων που αφορούν την πορεία του τόπου. Στο πλαίσιο αυτό είναι σημαντικός και διευκολυντικός ο ρόλος της Ελιάς.

Το τρίτο καθήκον μας είναι η οργανωτική ενίσχυση και ανασυγκρότηση του ΠΑΣΟΚ. Χωρίς αυτοσχεδιασμούς και παραγοντισμούς. Αυτό είναι το καθήκον των οργάνων του κινήματος. Μιλάμε για ένα ΠΑΣΟΚ ανοιχτό, για ένα ΠΑΣΟΚ που έχει τη σχέση που είπα προηγουμένως με την Ελιά.

Μίλησα στις 25 Μαϊου για ένα ιδρυτικό συνέδριο της παράταξης. Ως πρότασή μου προς όλες τις δυνάμεις του ευρύτερου χώρου, χωρίς να προκαταλαμβάνουμε κανέναν, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς ηγεμονισμούς, επαναλαμβάνω. Είναι άρα προφανές ότι αυτό που προηγείται είναι ο διάλογος, η συνεννόηση, η προσέγγιση με πρακτικό και έντιμο τρόπο επί τη βάσει των μεγάλων πολιτικών ερωτημάτων που αφορούν την πορεία του έθνους.

Το χρονοδιάγραμμα των κινήσεών μας, εξαρτάται από το χρονοδιάγραμμα των γενικών πολιτικών εξελίξεων. Άρα είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε ισότιμα και να καταλήξουμε σε συναινετικές λύσεις. Το ΠΑΣΟΚ έχει τις αποφάσεις του συνεδρίου του Μαρτίου του 2012 κι υπάρχει η κοινή παραδοχή του προφανούς, ότι όταν θέλεις συσπείρωση, δεν μπορείς να τους λες ελάτε στο ΠΑΣΟΚ απευθυνόμενος σε άλλους χώρους και μάλιστα σε χώρους που έχουν μια μικρότερη ή μεγαλύτερη υπόσταση. Κάποιοι από αυτούς κοινοβουλευτική ή ευρωκοινοβουλευτική παρουσία. Φυσικά δεν μπορούμε να αφήσουμε να υπάρχουν ασάφειες. Δεν θα υπάρξει καμία ασάφεια. θα κινηθούμε με πολύ καθαρό τρόπο στο πλαίσιο του καταστατικού μας.

Πρέπει όμως να δούμε πώς διαμορφώνεται ο ρυθμός των εξελίξεων και αυτό έχει σχέση με την εθνική διαπραγμάτευση για την οικονομία και για την έξοδο από την κρίση, έχει σχέση με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Άρα έχει σχέση με μια σαφή απάντηση στο ερώτημα του κόσμου τι γίνεται, πόσο πολιτικό χρόνο και πόσο εθνικό χρόνο έχουμε μπροστά μας. Πρέπει να δούμε τι δυνατότητες υπάρχουν στο χώρο της κεντροαριστεράς. Και βέβαια παράλληλα θα ξεκινήσουμε αυτή την προσπάθεια οργανωτικής ανασυγκρότησης του ΠΑΣΟΚ.

Θα συζητήσουμε συνεπώς και σήμερα και στην Κεντρική Πολιτική Επιτροπή για τα θέματα αυτά και είμαι ανοιχτός σε όλες τις συγκεκριμένες και θα έλεγα καλές προτάσεις οι οποίες βοηθούν από την άποψη αυτή.

Έχουμε όμως μπροστά μας ορισμένα καθήκοντα τα οποία απορρέουν από το ημερολόγιο. Έχουμε τον εορτασμό της 3ης του Σεπτέμβρη. Που προτείνω να γίνει με Εθνική Συνδιάσκεψη στις 2 και 3 Σεπτεμβρίου η οποία πολιτικά θα εκτιμήσει τα έως τότε δεδομένα, αλλά θα δώσει βήμα στις οργανώσεις, στην Αυτοδιοίκηση, στην κοινωνία, στα κινήματα. Έχει πολύ μεγάλη σημασία να αξιοποιήσουμε την ευκαιρία αυτή για έναν ουσιαστικό εορτασμό που είναι και συνέχεια του περσινού πολύ πετυχημένου συνεδρίου μας για την κεντροαριστερά.

Επίσης υπάρχει η παρουσία μας η παραδοσιακή στα εγκαίνια της ΔΕΘ, που πρέπει να είναι η ευκαιρία ενός οργανωμένου διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους σε σχέση με το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης, ως πρακτική συνέχεια και εξειδίκευση των όσων παρουσιάσαμε πριν από τις ευρωεκλογές στη Θεσσαλονίκη επίσης σε σχέση με το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης.

Στη συνέχεια θα συζητήσουμε λεπτομερώς τις οργανωτικές προτάσεις σε σχέση με την εκπροσώπηση του ΠΑΣΟΚ σε όλες αυτές τις δραστηριότητες και σε σχέση με την κατανομή των ρόλων των μελών του Πολιτικού Συμβουλίου.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.  

Tags: ΠΑ.ΣΟ.ΚΚεντροαριστερά | Προοδευτικό ΚέντροΠολιτικές Ομιλίες, 2014