Αθήνα, 12 Ιουλίου 2014

 

Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου, Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, στη συνεδρίαση
της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής του Κινήματος
 

Συντρόφισσες και σύντροφοι, χαίρομαι γιατί βρίσκονται συγκεντρωμένα εδώ τα μέλη της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής, εκπρόσωποι των Περιφερειών, βρίσκεται η καρδιά της Οργάνωσής μας.

Φίλες και φίλοι, επειδή είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε στο επίπεδο αυτό μετά τις τριπλές δημοτικές, περιφερειακές και ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου, αξίζει νομίζω να τονίσουμε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών ήταν τελικά τριπλό.

  • Η στρατηγική της εφόδου και της έντασης που ήθελε ν’ αμφισβητήσει την πολιτική σταθερότητα και να οδηγήσει τη χώρα σε ασύντακτες πολιτικές εξελίξεις, απέτυχε.
  • Η πολιτική σταθερότητα διαφυλάχθηκε. Ο λαός εκφράστηκε, αυτό είναι το σημαντικότερο και φυσικά αντιλαμβανόμαστε και νιώθουμε τα μηνύματα που έστειλε. Αναδείχθηκαν οι νέοι Ευρωβουλευτές μας, νέοι δημοτικοί άρχοντες, νέες Διοικήσεις της Περιφέρειας της χώρας.
  • Kαι μέσα απ’ όλα αυτά  το ΠΑΣΟΚ, η Ελιά, η Δημοκρατική Παράταξη, άντεξε και ο διάλογος για την Κεντροαριστερά, για την ανασυγκρότηση της παράταξης, άνοιξε. Ξεκλείδωσαν πόρτες που έμεναν πεισματικά κλειστές μέχρι τις εκλογές του Μαΐου.

Δε θα μιλήσω σήμερα για το τι σημαίνει το εκλογικό αποτέλεσμα του ΠΑΣΟΚ και της Ελιάς για το 8%. Μίλησα αναλυτικά γι’ αυτό και στη συνάντηση των υποψηφίων μας που έδωσαν τη μάχη των ευρωεκλογών μ’ έναν θαυμάσιο τρόπο και στην προχθεσινή συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου.

Θα πω πολύ συνοπτικά πως φυσικά για μια παράταξη με την ιστορική διαδρομή του ΠΑΣΟΚ, αυτό το εκλογικό ποσοστό ούτε επαρκές ούτε ικανοποιητικό είναι, είναι ένα ποσοστό ανάγκης ενόψει των συνθηκών, δεν είναι όμως ένα ευκαταφρόνητο εκλογικό ποσοστό. Γιατί διαφύλαξε όλα αυτά  που ήδη ανέφερα, την προοδευτική σταθερότητα που θέλαμε, τις θυσίες των πολιτών, την πορεία της οριστικής και ασφαλούς εξόδου από την κρίση.

 

Και κυρίως, το επαναλαμβάνω, στην πραγματικότητα αυτή η εκλογική επίδοση του ΠΑΣΟΚ και της Ελιάς είναι που άνοιξε το διάλογο για την Κεντροαριστερά.

Δε θα επαναλάβω ούτε όσα κατά καιρούς έχουμε πει σε σχέση με το περιβόητο εκλογικό δίλημμα που ήταν η καρδιά της προεκλογικής μας γραμμής.

Πράγματι, αυτό που είπαμε στους πολίτες ήταν η απόλυτη αλήθεια. Δώσαμε μια προκαταβολική και έντιμη απάντηση στο ερώτημα που ήταν στα χείλη όλων των  πολιτών το  βράδυ των εκλογών της 25ης Μαΐου. Εάν δε στεκόταν όρθιο το ΠΑΣΟΚ και η παράταξη, δε θα στεκόταν όρθια ούτε η κυβέρνηση ,αλλά, κατά την εκτίμησή μου, ούτε η χώρα.

Η λογική των εκλογών - δημοψηφίσματος που ήθελε να επιβάλλει  ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε, αλλά δυστυχώς η γραμμή αυτή του διχασμού και της έντασης συνεχίζεται για να συγκαλύψει το γεγονός της στρατηγικής ήττας που υπέστη στις τριπλές εκλογές του Μαΐου.

Η τεχνητή ένταση είναι ένα ποδήλατο που πρέπει να κάνεις συνεχώς πεντάλ για να το κρατάς όρθιο, χωρίς να σκέφτεσαι την ανάγκη ν’ αποκατασταθεί η ενότητα του έθνους, χωρίς να σκέφτεσαι την ανάγκη σεβασμού των θεσμών, όπως είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ρυθμιστής του πολιτεύματος και σύμβολο της ενότητας του έθνους.

Η τελευταία εμπειρία σε σχέση με τη λεγόμενη μικρή ΔΕΗ και το δημοψήφισμα, είναι χαρακτηριστική. Η μικρή ΔΕΗ ήταν μια επιλογή που προέκυψε αναγκαστικά μέσα από τη διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτίστως, αλλά το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη Βουλή είναι ένα ριζικά διαφορετικό νομοσχέδιο σε σχέση με αυτό που κατατέθηκε χάρις στις αποφασιστικές, επίμονες και καλά τεκμηριωμένες προτάσεις της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας

Παρέχεται πλήρης προστασία στους εργαζομένους, στις περιοχές όπου υπάρχουν παραγωγικές εγκαταστάσεις, στους αγρότες. Διασφαλίζεται ένα απόλυτα ορθό τίμημα. Διασφαλίζεται η χρηματοδότηση της ΔΕΗ, ο υγιής ανταγωνισμός. Προστατεύεται ο καταναλωτής και αποκαθίσταται η έννοια του Εθνικού Ενεργειακού Σχεδιασμού.

Έχουμε πει κατ’ επανάληψη ότι υποχρέωσή μας ήταν  να ψηφιστεί αυτός ο νόμος. Αυτό δε σημαίνει ότι πράγματι θα φτάσουμε σ’ ένα αποτέλεσμα σε σχέση με τη λεγόμενη μικρή ΔΕΗ, εάν δεν έχουν πληρωθεί όλες οι αυστηρές προϋποθέσεις που προβλέπει ρητά και κατηγορηματικά ο νόμος. Και αυτό το γνωρίζει η αγορά σε διεθνές επίπεδο.

Αυτό όμως το ζήτημα -που εν πάση περιπτώσει είναι ένα ζήτημα της τρέχουσας πολιτικής, ένα ζήτημα που συνδέεται με το πρόγραμμα προσαρμογής, ένα ζήτημα που συνδέεται με την ανοιχτή σκληρή διαπραγμάτευση που  κάνει η χώρα με την τρόικα, ένα ζήτημα που συνδέεται με τις αντιλήψεις της ενεργειακής πολιτικής που κυριαρχούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση- μετατράπηκε σε μια επιχείρηση εγκλωβισμού των άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης από το ΣΥΡΙΖΑ. Μετατράπηκε σ’ έναν μοχλό για τη συγκρότηση του καταφανώς ετερόκλητου μετώπου από το ΚΚΕ έως τη Χρυσή Αυγή.

Ο καθένας δε, καταλαβαίνει ότι αυτό  το ετερόκλητο μέτωπο σε καμία περίπτωση δε μπορεί να συνιστά εναλλακτική πρόταση πολιτικής ούτε για το συγκεκριμένο, ούτε πολύ περισσότερο για το γενικότερο πολιτικό πρόβλημα της χώρας.

Αν η χώρα αναζητά μια άλλη λύση, μια εναλλακτική προοδευτική πρόταση, αυτή  την εναλλακτική προοδευτική πρόταση, δεν την προσφέρει η εικόνα που είδαμε τις τελευταίες ημέρες: του διχασμού, της αντίφασης,  των ανακολουθιών και της χωρίς δισταγμούς συναρίθμησης των ψήφων των υπόδικων και προφυλακισμένων Βουλευτών της Χρυσής Αυγής.

Ο σκοπός φαίνεται ότι αγιάζει τα μέσα, γιατί έχουμε μπροστά μας ένα συνονθύλευμα ιδεοληψίας και κυνισμού. Μπορεί κάποιοι να έχουν στο μυαλό τους κάποια  παλιά στερεότυπα, αλλά κάποιοι άλλοι δεν έχουν κανένα δισταγμό. Διεκδικούν χωρίς αρχές και χωρίς καμία εγγύηση για τον ελληνικό λαό, την εξουσία που νομίζουν ότι από μόνη της μπορεί να συνιστά αυτοσκοπό.

Και δεν ήρθαν στον κοινοβουλευτικό διάλογο, δεν προέβαλλαν τα επιχειρήματα και τις ενστάσεις που προβλέπει το Σύνταγμα και ο κανονισμός της Βουλής. Μου κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση που δεν έθεσαν τα ζητήματα αυτά στο ίδιο το τμήμα, αν ήταν αναρμόδιο έπρεπε να το πουν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του ίδιου του Κανονισμού της Βουλής.

Ήταν εύκολο να βρουν το άρθρο 29 παρ. 7 του Κανονισμού και να το επικαλεστούν και να ζητήσουν να διεξαχθεί και  συζήτηση και ψηφοφορία για το θέμα αυτό. Αλλά τι συζητάμε; Υπήρχε περίπτωση να συγκεντρωθεί ποτέ η πλειοψηφία των 180 Βουλευτών; Δεν είναι προφανές ότι οι προτάσεις ήταν  ετερόκλητες;

Δεν είναι προφανές ότι οι ρυθμίσεις αυτές είναι ρυθμίσεις που συνδέονται με το σκληρό πυρήνα του προγράμματος προσαρμογής, άρα με ζητήματα δημοσιονομικά; Το ζητούμενο ήταν ένα και μόνο: Να δημιουργηθεί προκαταβολικά ένα μέτωπο που καθιστά αδύνατη αριθμητικά την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας όταν ανοίξει αυτή η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα διαδικασία.

Να μπει η χώρα σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, να παρεμποδιστεί η εφαρμογή της εθνικής στρατηγικής. Aντί να συζητάμε αυτή τη στιγμή για το πώς θ’ αντιμετωπίσουμε ενιαία, ως τόπος, με μια εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης τους εταίρους και πιστωτές μας, πώς θα μπούμε ενεργετικά, μαχητικά στους νέους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς, πώς θα στρέψουμε το ενδιαφέρον μας στην πραγματική οικονομία, στην αγορά, στις επενδύσεις, στη στήριξη των επιχειρήσεων, στην παροχή ρευστότητας, στην αλλαγή της σχέσης των Τραπεζών με τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Αντί να μιλάμε για το μεγάλο ζήτημα που είναι ένα  επιθετικό πρόγραμμα καταπολέμησης της ανεργίας και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, συζητάμε ξανά  για το θεσμικό κέλυφος του πολιτικού μας συστήματος, για το αν μπορεί να εκλεγεί ή όχι Πρόεδρος Δημοκρατίας, για το αν είμαστε ή όχι σε μακρά προεκλογική περίοδο. Δηλαδή για ζητήματα πάντα μακριά από τον πυρήνα του μεγάλου κοινωνικού,  οικονομικού και πολιτικού θέματος που είναι  η οριστική έξοδος από τη κρίση και το σχέδιο για την Ελλάδα μετά την κρίση και μετά το μνημόνιο.

Γιατί, αυτό που κατ’ εξοχήν πρέπει να κάνουμε, δεν είναι ν’ αναπαράγουμε μια συζήτηση κουραστική και αδιάφορη από ένα σημείο και μετά για τους πολίτες, αλλά να πούμε με ειλικρίνεια και καθαρότητα ποια είναι πραγματικά η φάση στην οποία βρίσκεται η χώρα σήμερα.

Η χώρα λοιπόν, αφού  οι πολίτες της αναγκάστηκαν σε τραγικές θυσίες -το επαναλαμβάνω, για πολλοστή φορά- για ν’ αποφύγουμε το τρισχειρότερο, την ασύντακτη χρεοκοπία, την εξαέρωση καταθέσεων και περιουσιών, για ν’ αποφύγουμε να γίνει η Ελλάδα μια χώρα της λατινοαμερικάνικης εμπειρίας που αρέσει σε κάποιους αλλά δεν αρέσει στους Έλληνες, η χώρα λοιπόν κατάφερε τώρα, εφαρμόζοντας ένα σχέδιο που υπάρχει κι έχει τεθεί κατ’ επανάληψη υπό την κρίση του ελληνικού λαού άμεσα ή έμμεσα, να συνεχίζει σταθερά και αποτελεσματικά την πορεία προς την οριστική και ασφαλή έξοδο από την κρίση, μέσα σ’ ένα περιβάλλον που είναι πάντα ταραγμένο και ανασφαλές, ακόμη και μετά τις ευρωεκλογές.

Μόνο αν σκεφτείτε τις επιπτώσεις που προκάλεσε η αποκάλυψη νέων δεδομένων για μια έστω μεγάλη πορτογαλική Τράπεζα, πριν από λίγες μέρες, την  αναταραχή που προκάλεσε γενικά στις χώρες του ευρώ, το ντόμινο επιπτώσεων που ζήσαμε, θα καταλάβετε πόσο εύθραυστα είναι τα πράγματα και πόσο μεγάλη προσοχή χρειάζεται.

Ναι, έχουμε αλλάξει φάση. Ναι, βγαίνουμε από την κρίση και το μνημόνιο. Ναι, αλλάζει η σχέση μας με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την τρόικα. Ναι, κατοχυρώνουμε τις θυσίες των Ελλήνων.  Ναι, όπως έδειξε και η επιτυχημένη Προεδρία της Ελλάδας στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα έχει κι ένα άλλο πρόσωπο που δεν είναι το πρόσωπο της κρίσης, αλλά της θεσμικά ισότιμης χώρας μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης.

Όμως, βλέπετε πόσο ευαίσθητα είναι τα πράγματα και τι μπορεί να συμβεί στις αγορές και στην άνιση σχέση κρατών και αγορών -γιατί δυστυχώς τα κράτη διεθνώς  είναι υποταγμένα στη λογική των αγορών χρήματος και κεφαλαίου. Τι μπορεί να συμβεί μέσα σε μια στιγμή.

Και πράγματι, υπάρχουν νέοι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί που έχουν καταγραφεί. Υπάρχουν νέες μορφές ευρωσκεπτικισμού. Βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο, το τραγικό φαινόμενο αλλά υπαρκτό της ανόδου της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς σε πάρα πολλές χώρες.

Και δεν είναι μόνο η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, είναι το γεγονός ότι η κα Λεπέν και το Κόμμα της είναι το πρώτο γαλλικό Κόμμα στις τελευταίες ευρωπαϊκές εκλογές. Στη χώρα της Γαλλικής Επανάστασης και της δημοκρατίας, της ανεκτικότητας, της λαϊκότητας, της παροχής του πολιτικού ασύλου με γενναιοδωρία!

Υπάρχουν λοιπόν νέοι ευρωπαϊκοί συσχετισμοί που πρέπει να επιβεβαιωθούν στην πράξη μέσα από τη συγκρότηση των νέων ευρωπαϊκών οργάνων, την κατανομή των κρίσιμων θέσεων, αλλά κυρίως μέσα από την ανάδειξη της πλατφόρμας των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών.

Γιατί δεν αρκεί να έχεις ωραίες ιδέες, δεν αρκεί να τις συσκευάζεις με ένα τρόπο αποδεκτό στην συζήτηση με τις συντηρητικές και φιλελεύθερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, δεν αρκεί να λες ότι «αυτό που θέλουμε είναι μια πιο έξυπνη, πιο ευέλικτη, πιο φιλική, πιο αποτελεσματική εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας», δεν αρκεί να λες ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας για μας, όπως το λέει και το όνομά του άλλωστε επισήμως, δεν είναι μόνο σύμφωνο σταθερότητας μακροοικονομικής και πειθαρχίας δημοσιονομικής, αλλά είναι και σύμφωνο ανάπτυξης, σύμφωνο κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, σύμφωνο απασχόλησης. Πρέπει αυτό να μπορείς να το επιβάλλεις εξειδικευμένα μέσα από την αλυσίδα των αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και των αντίστοιχων αποφάσεων των κρατών - μελών.

Η Ελλάδα έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα θέση μέσα σε αυτούς τους ευρωπαϊκούς συσχετισμούς. Γιατί είναι παράγοντας της κρίσης, αλλά και παράγοντας της αλλαγής του ευρωπαϊκού υποδείγματος σκέψης. Είναι ένα εργαστήριο. Και αυτό που έχει στραφεί εις βάρος μας τα τελευταία πολλά χρόνια μπορεί και πρέπει τώρα να γίνει ένα επιχείρημα υπέρ των ελληνικών θέσεων και των ελληνικών προτάσεων.

Αλλά μιλάω για εθνική ομάδα διαπραγμάτευσης, έναν όρο που θυμήθηκαν τώρα κάποιοι, από τον Ιούνιο του 2012. Αυτό σημαίνει όμως και μια άλλη κουλτούρα σχέσεων ανάμεσα στην Κυβέρνηση και την Αντιπολίτευση, ανάμεσα στα Κόμματα. Γιατί δεν έχουμε μόνο την αλαζονεία απέναντι στο ΠΑΣΟΚ που τη μοιράζονται δυστυχώς πάρα πολλοί αλλά τιμωρούνται από τον ελληνικό λαό, έχουμε και μια πρωτοφανή για τα ευρωπαϊκά δεδομένα αδυναμία επαφής, επικοινωνίας και διαλόγου ανάμεσα στην Κυβέρνηση και την Αντιπολίτευση, η οποία είναι αδιανόητη.

Γιατί τι υπηρετεί αυτό; Τροφοδοτεί την τεχνητή ένταση και το μικρό διπολισμό. Τίποτε άλλο.

Τώρα που έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο με μια εντυπωσιακή δημοσιονομική προσαρμογή που οφείλεται στους δικούς μας κόπους και την έχουμε πληρώσει με αίμα, ως ΠΑΣΟΚ ως Παράταξη από το 2010 έως σήμερα, βρισκόμαστε πραγματικά σε μια νέα φάση. Σε μια νέα φάση, που κυριαρχείται από ορισμένες πάρα πολύ απλές ερωτήσεις: Αν θα υπάρξει νέο Μνημόνιο, αν θα υπάρξουν νέα μέτρα και κάποιοι επιχειρούν να επιβάλλουν στη συζήτηση ως δήθεν βασικό και κυρίαρχο δίλημμα και για τώρα και για τις εκλογές -όποτε γίνουν- το ζήτημα του χρέους και του κουρέματος. Γιατί τι μπορεί να πει κανείς σε μια πρόταση που λέει «Θέλουμε να απαλλάξουμε τον ελληνικό λαό και άλλο από το βάρος του χρέους», άντε πάμε για νέο κούρεμα, ποιος μπορεί να πει όχι στο νέο κούρεμα; Χαζός είναι; Σε ποιον δεν αρέσει η απαλλαγή από το ιστορικό βάρος του χρέους;

Άρα, στην πραγματικότητα το δίλημμα είναι η αλήθεια, η σοβαρότητα, η εντιμότητα, και η ακατάσχετη δημαγωγία, ο λαϊκισμός, το ψέμα, η παραπλάνηση της κοινής γνώμης γιατί περί αυτού πρόκειται.

Πάλι τα ίδια και τα ίδια! Είχαμε την ευκαιρία να φιλοξενήσουμε τις τελευταίες μέρες τον εκπρόσωπο των δανειστών μας, αυτόν που έχει υπογράψει το δάνειο, τον  Κλάους Ρέγκλινγκ, τον επικεφαλής του ευρωπαϊκού μηχανισμού σταθερότητας. Του μάλλιασε η γλώσσα του να επαναλαμβάνει ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος είναι και εξυπηρετήσιμο και βιώσιμο και είναι αστείο να μιλάει κανείς για τα επόμενα πολλά χρόνια για πρόβλημα χρέους στην Ελλάδα.

Πως έγινε αυτό αλήθεια; «Με το εγκληματικό PSI» λέει ο κ. Τσίπρας. Είναι «εγκληματικό» το γεγονός ότι κουρέψαμε 180 δις χρέους σε όρους καθαρής της παρούσης αξίας και τα αφαιρέσαμε από τις πλάτες του ελληνικού λαού και είναι «εγκληματικό» ότι αναδιαρθρώσαμε το χρέος ώστε να είναι το καλύτερα αυτή τη στιγμή διαρθρωμένο χρέος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Το πιο βιώσιμο. Πιο βιώσιμο από το χρέος πολλών άλλων ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών που δεν έχουν περάσει την εμπειρία της Ελλάδας και δεν έχουν υποστεί την ταπείνωση που έχει υποστεί ο ελληνικός λαός.

Ο κ. Τσίπρας κάνει και κάτι άλλο το οποίο είναι εντυπωσιακό. Αποδέχεται την περίεργη θεωρία ότι το πρόβλημα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος ήταν το κούρεμα του ελληνικού χρέους και όχι το πώς διαμορφώθηκε το χαρτοφυλάκιο των Τραπεζών όλα τα προηγούμενα χρόνια. Όχι το πώς έχει διαμορφωθεί διαχρονικά, ιστορικά η σχέση ελληνικού τραπεζικού συστήματος και ελληνικού δημοσίου χρέους τα τελευταία 40 χρόνια. Δεν θα σας πω εγώ περισσότερο, από τη μεταπολίτευση και μετά. Γιατί είναι μια ιστορία αγορών και κερδών αυτή η ιστορία του δημόσιου  χρέους σε όλες τις χώρες και διεθνώς.

Και πράγματι υπάρχουν εγκληματικά στοιχεία στην υπόθεση αυτή. Υπάρχουν εγκληματικές συμπεριφορές Διοικήσεων ασφαλιστικών Ταμείων, που έθεσαν σε κίνδυνο την περιουσία και τα αποθεματικά των Ταμείων και δεν ακολούθησαν τις συμβουλές της Κυβέρνησης για λόγους μικροκομματικούς και συνδικαλιστικούς. Σε αντίθεση με αυτό που έκανε η Διοίκηση του μεγαλύτερου Ταμείου της χώρας, που είναι το ΙΚΑ, που βγήκε εξαιρετικά ωφελημένη από τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκε την υπόθεση του κουρέματος του ελληνικού χρέους.

Αλλά, για σκεφτείτε, αυτό είναι το δίλημμα που τίθεται στον ελληνικό λαό; Μπορεί να πει κανείς «μας προσφέρουν ένα κούρεμα, δεν θα το δεχτούμε;». Φυσικά θα το δεχτούμε. Θα το επιβάλλουμε μονομερώς; Θα γίνουμε Αργεντινή; Αν θέλει κανείς να ζει την εμπειρία αυτή, να σέρνεται στα αμερικανικά Δικαστήρια, να εκλιπαρεί στο Παρίσι, να ζει αυτές τις κοινωνικές εντάσεις, αυτά τα προβλήματα ανάπτυξης σε μια χώρα με τεράστιο εθνικό πλούτο, τότε ναι, ας κάνει αυτή την επιλογή.

Αλλά το πραγματικό δίλημμα είναι η αποτελεσματική διαχείριση των θεμάτων αυτών, με πολύ μεγάλες ελαφρύνσεις -κούρεμα στην πραγματικότητα και άλλο κούρεμα- αλλά με ένα τρόπο που είναι ασφαλής και αποτελεσματικός που οδηγεί στην έξοδο από το Μνημόνιο και την κρίση: H μια δήθεν γενναία και ριζοσπαστική προσέγγιση με τεράστιο κόστος, που έχει ως αποτέλεσμα τη διαρκή παραμονή σε Μνημόνια και κρίση. Αυτό είναι το δίλημμα.

Γι' αυτό, φίλες και φίλοι, το μεγάλο θέμα που έχουμε μπροστά μας εάν θέλουμε να μιλήσουμε με εθνικούς όρους απευθυνόμενοι στο εθνικό ακροατήριο και όχι στενά κομματικά ή και παραταξιακά ακόμη, είναι ότι τώρα πρέπει να αλλάξει ριζικά η σχέση μας με την τρόικα, η οποία-θυμηθείτε- υπάρχει λόγω της συμμετοχής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Χωρίς Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην Ευρωζώνη δεν υπάρχει τρόικα. Υπάρχουν οι κανόνες διακυβέρνησης της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπάρχουν οι κανονικοί μηχανισμοί εποπτείας που λειτουργούν αμοιβαία για όλες τις χώρες μικρές και μεγάλες, ισχυρές και λιγότερο ισχυρές.

Άρα χρειάζεται να δώσουμε μια απάντηση και η απάντηση αυτή είναι: Όχι, δεν θα υπάρξει νέο Μνημόνιο, όχι δεν θα υπάρξουν νέα μέτρα, όχι δεν θα υπάρξει ξανά τρόικα.

Έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία να πούμε ότι τώρα πια η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο από ποτέ το δικό της, πραγματικά δικό της εθνικό σχέδιο ανάκαμψης. Εμείς έχουμε παρουσιάσει την ολοκληρωμένη και υπεύθυνη πρότασή μας στις 11 Μαΐου πριν τις εκλογές στη Θεσσαλονίκη, το ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο ανάκαμψης για όλους τους κλάδους της οικονομίας με ένα και μόνο Άξονα: την απασχόληση. Την αντιμετώπιση του εθνικού προβλήματος της ανεργίας και ιδίως της ανεργίας των νέων.

Και εκεί υπάρχουν όλες μας οι προτάσεις: και για τη Δημόσια Διοίκηση και για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων μια αξιολόγηση που δεν πρέπει να είναι απειλή, αλλά πραγματική αξιολόγηση όχι προθάλαμος διαθεσιμοτήτων και απολύσεων. Εκεί υπάρχουν οι δεσμεύσεις μας για τις εργασιακές σχέσεις, το όχι στις ομαδικές απολύσεις, το ναι στην επαναφορά της συλλογικής αυτονομίας και των συλλογικών συμβάσεων υπάρχει εκεί και γίνεται πράξη. Γιατί την Κυβέρνηση τη συναποτελούμε και συνκαθορίζουμε τις επιλογές της, λέγοντας όχι εκεί που πρέπει να πούμε όχι και υποβάλλοντας συγκεκριμένες προτάσεις καθοδηγώντας τις εξελίξεις εκεί που πρέπει να τις καθοδηγήσουμε.

Δεν χρειάζεται να αναφέρω παραδείγματα. Ας θυμηθείτε και για το σημερινό πρόβλημα της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές πόσο υπεύθυνη και συγκροτημένη είναι η θέση του ΠΑΣΟΚ. Εάν αυτή είναι η κυβερνητική θέση, δεν θα υπάρχει πρόβλημα.

Το μεγάλο θέμα είναι πάντα βέβαια το κράτος, που έχει γίνει εντυπωσιακά μικρότερο ως αριθμός απασχολουμένων και ως δημόσια δαπάνη για το κράτος και το δημόσιο τομέα, αλλά δυστυχώς δεν λειτουργεί καλύτερα. Ίσως να λειτουργεί και χειρότερα σε πολλές πλευρές του, λόγω της κρίσης.

Γι' αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ένα κράτος που λειτουργεί κανονικά υπέρ του πολίτη και της ανάπτυξης. Αυτό δεν το έχουμε πετύχει και είναι ο στόχος μας όμως τώρα. Και αναφέρομαι στο κράτος ως κοινωνικό κράτος, ως κράτος Δικαίου και ασφάλειας για όλους. Στο κράτος ως ρυθμιστή και επόπτη της αγοράς, στο κράτος ως συντονιστή της εθνικής αναπτυξιακής ανασυγκρότησης, στο κράτος ως κεντρική Διοίκηση, ως περιφερειακό κράτος, ως Αυτοδιοίκηση.

Και βέβαια δεν χρειάζεται να μιλήσω περισσότερο για την πραγματική οικονομία ως προτεραιότητά μας, για την ανάγκη οι Τράπεζες να νιώσουν ασφαλείς και να μπουν δυναμικά στη στήριξη των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, να βοηθήσουν στην αξιοποίηση του ΕΣΠΑ και της ΚΑΠ, να βοηθήσουν στην πραγματοποίηση μικρών και μεγάλων επενδύσεων.

Και φυσικά για μας δεν υπάρχουν διλήμματα σε σχέση με το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων, για παράδειγμα. Υπάρχουν ζητήματα τα οποία είναι πραγματικά απαράβατα, όπως αυτά που αφορούν το νερό, αλλά υπάρχουν και ζητήματα άλλα, όπως για παράδειγμα, οι τηλεπικοινωνίες όπου είμαστε υποχρεωμένοι να μιλήσουμε με βάση τα τελείως διαφορετικά ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα τα οποία έχουν εδώ και δεκαετίες διαμορφωθεί.

Έχω πει ευθύς εξ αρχής, ότι έχει πολύ μεγάλη σημασία να σταματήσει αυτή η εικόνα μιας τρόικας που βρίσκεται επί μέρες στην Ελλάδα και επεμβαίνει στο εσωτερικό της Δημόσιας Διοίκησης σε ένα ατέρμονα διάλογο με την Κυβέρνηση δίνοντας την εντύπωση ότι καθοδηγεί τις λεπτομέρειες και δεν αφήνει κανένα περιθώριο άσκησης εθνικής πολιτικής.

Πρόκειται για λάθος αντιπαραγωγικό και για την Ευρωπαϊκής Ένωσης και για την Ελλάδα. Και πολύ  μεγάλη σημασία, όπως είπα, έχει να δούμε ποιος είναι ο  πυρήνας του ζητήματος σε σχέση με την τρόικα, το ΔΝΤ.

Όταν επανήλθαμε στις αγορές ξέρετε τι έλεγε η Αντιπολίτευση; Ότι κακώς επανήλθαμε γιατί το επιτόκιο δανεισμού είναι μεγαλύτερο από το επιτόκιο δανεισμού που μας δίνουν οι εταίροι μας και τους είχα πει κατ’ επανάληψη ότι «κάνετε ένα λάθος καθοριστικό».

Το χαμηλό επιτόκιο είναι το ευρωπαϊκό επιτόκιο. Και αυτό το επιτόκιο θα το κάνουμε ακόμη καλύτερο, ακόμη  μικρότερο τώρα στη νέα συζήτηση για την οριστική βιωσιμότητα του χρέους. Το επιτόκιο της αγοράς είναι απολύτως συγκρίσιμο με το επιτόκιο με το οποίο μας δανείζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και πρέπει να δούμε πως θα διασφαλίσουμε την έξοδο από αυτή τη διαδικασία και πως πράγματι θα κατοχυρώσουμε την επιστροφή στην κανονικότητα.

Γιατί είναι άλλο να λες «Όχι στο Μνημόνιο, το νέο Μνημόνιο» και άλλο να λες «Όχι στην κοινοτική στήριξη». Εμείς λέμε «Ναι, στην κοινοτική στήριξη», λέμε «Όχι στους ειδικούς θεσμούς που μειώνουν την κυριαρχία της χώρας».

Αλλά, όπως έχω πει κατ’ επανάληψη, αυτό το δικό μας το πραγματικά εθνικό σχέδιο ανάκαμψης έχει προϋποθέσεις. Δεν υπάρχει αυτό χωρίς πολιτική σταθερότητα, χωρίς συναίνεση, χωρίς ενότητα. Δεν υπάρχει αυτό χωρίς τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων σε ένα λογικό επίπεδο που μας επιτρέπει να ασκούμε πολιτικές αποκατάστασης των αδικιών για τις ευπαθείς ομάδες και πολιτικές στήριξης της πραγματικής οικονομίας.

Δεν μπορεί να συμβεί αυτό χωρίς εργασιακή ειρήνη, δεν μπορεί να συμβεί αυτό χωρίς το νέο αναπτυξιακό μοντέλο για το οποίο έχουμε κατ’ επανάληψη μιλήσει, ούτε μπορεί να συμβεί αυτό χωρίς κοινή λογική και ρεαλισμό.

Για θυμηθείτε πόσες φορές το ΠΑΣΟΚ έχει διατυπώσει με τους Βουλευτές του προτάσεις για ρυθμίσεις των ασφαλιστικών  εισφορών ώστε αυτές να είναι πρέπει εφικτές και αποδεκτές από την αγορά. Αυτό θα γίνει. Το ίδιο ισχύει και για τις φορολογικές οφειλές. Τώρα φτάνουμε στη διόρθωση των αντικειμενικών αξιών, σε μια πρώτη ελάφρυνση σε σχέση με τον  Ενιαίο Φόρο Ακίνητης Περιουσίας.  Αυτό είναι πρότασή  μας.

Αξιολογούμε το πετρέλαιο θέρμανσης. Θέλουμε να γίνει πραγματικότητα ο συμψηφισμός ανάμεσα στο κράτος και  τον πολίτη. Κι έχει πάρα πολύ  μεγάλη σημασία το γεγονός ότι τώρα, το Σεπτέμβριο με αφορμή τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, θα έχουμε την ευκαιρία να οργανώσουμε ξανά στη Θεσσαλονίκη ένα μεγάλο forum διαλόγου με τις κοινωνικές δυνάμεις, με τους παραγωγικούς εταίρους για να εξειδικεύσουμε ακόμη περισσότερο το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης.

***

Έρχομαι τώρα φίλες και φίλοι, στο ζήτημα της προοπτικής της Κεντροαριστεράς, της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης, στο ρόλο του ΠΑΣΟΚ που είναι πάντα ο άξονας, το επίκεντρο,  ο καταλύτης.  Άλλωστε, ας είμαστε ειλικρινείς και με τον εαυτό μας και με την  κοινωνία που μας ακούει. Το πρόβλημα της Κεντροαριστεράς τίθεται ξανά υπό συζήτηση ακριβώς γιατί το ΠΑΣΟΚ έφτασε, δυστυχώς στα όριά του λόγω της κρίσης.

Γιατί η κρίση οδήγησε σ’ ένα διαφορετικό καταμερισμό εκλογικών και κομματικών δυνάμεων, σε μια αναδιάταξη, σε μια προφανή διασπορά δυνάμεων. 

Γιατί η Κεντροαριστερά στην πραγματικότητα είναι ένας κορμός ΠΑΣΟΚογενής πολύ μεγάλων διαστάσεων, με μια μικρότερη αλλά διακριτή συμμετοχή δυνάμεων που προέρχονται από την παράδοση, την αξιόλογη, τη σημαντική παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς. Και υπάρχουν και πολίτες που δεν έτυχε, λόγω ηλικίας ή λόγω εμπειρίας να έχουν μια προσωπική, βιωματική, ή αξιακή σχέση με το χώρο του ΠΑΣΟΚ είτε με το χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς.

Αλλά υπάρχει πάντα ένα κοινό αξιακό υπόβαθρο, που είναι το υπόβαθρο στην πραγματικότητα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, μόνο που και η  Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία διέρχεται μια βαθιά κρίση χωρίς να έχει αντιμετωπίσει τις εμπειρίες, τις προκλήσεις και τα διλήμματα της δικής μας περίπτωσης. 

Και γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί παντού υπάρχει ένα πρόβλημα κυβερνητικών ευθυνών των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, ή κυβερνητικής επιδίωξης και αυτό από μόνο του επιβάλλει προσαρμογές οι οποίες πολύ συχνά είναι επώδυνες. Υπάρχει πάντα το πρόβλημα των κοινωνιών που αντιδρούν ανεξάρτητα από το  επίπεδο στο οποίο κινείται μια οικονομία. Είτε είσαι στη Λετονία είτε είσαι στη Γερμανία η κοινωνία έχει το δικό της λόγο και τις δικές της ευαισθησίες και τα δικά της προτάγματα.

Πάντα είναι εύκολο και καθαρό να μιλάς για ευαισθησία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, αναδιανομή, αλλά υπάρχουν δυσκολίες όταν μιλάς για το ρόλο του κράτους, για τους φορολογικούς συντελεστές, για το πώς θα χειριστείς τη μακροοικονομική σταθερότητα και τη δημοσιονομική πειθαρχία και την πρόκληση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

Έχει πολύ  μεγάλη σημασία να μιλάς για το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο, αλλά όταν πας να εξειδικεύσεις το λόγο σου και να μιλήσεις για τ’ ασφαλιστικά συστήματα και τις αγορές εργασίας και το κόστος εργασίας, βλέπεις πάντα ως Ευρωπαίος σοσιαλιστής ότι υπάρχει ένα πρόβλημα, υπάρχει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα  ανισοτήτων μέσα στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και φυσικά, το μεγάλο ζητούμενο είναι για  όλες τις πολιτικές δυνάμεις, η διαφύλαξη του λεγόμενου ευρωπαϊκού επιπέδου ζωής.

Άρα μιλάμε για μια ελληνική Κεντροαριστερά της ευθύνης, για τη Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη, μέσα στην Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία, μέσα στον ευρύτερο χώρο των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, αλλά μιλάμε μέσα σ’ ένα περιβάλλον κρίσης και ευρωπαϊκό και ελληνικό και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε.

Στην Ευρώπη η κρίση κρατά δεκαετίες, στην Ελλάδα κρατάει 7 χρόνια. Είναι πιο βαριά, πιο έντονη, μας έχει κάνει όλους να ξανασκεφτούμε τα πάντα και να ξαναγνωριστούμε και μας έχει φέρει αντιμέτωπους  με τον ιδεολογικό πυρήνα της ύπαρξής μας, αλλά η κρίση της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας είναι μια χρόνια κρίση δεκαετιών που είναι και μια κρίση ταυτότητας και είναι και μια κρίση πανευρωπαϊκών συσχετισμών που τη βλέπουμε και τώρα, μετά τις εκλογές.

Γιατί κινδυνεύουμε να πάμε σε μια Ευρώπη που ακολουθεί τις συνήθειές της και ξεχνά πάρα πολύ  εύκολα τα μηνύματα που έχουν στείλει οι λαοί.  Και είναι καθήκον των προοδευτικών δυνάμεων να κρατήσουν αυτή την επαφή με τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, με τους Ευρωπαίους πολίτες και τους λαούς.

Άρα λοιπόν, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα γιατί αν στόχος μας είναι να επανέλθουμε στο ΠΑΣΟΚ πριν από την κρίση, και δεν εννοώ στο μέγεθος του ΠΑΣΟΚ, εννοώ στις πρακτικές του ΠΑΣΟΚ, στον προγραμματικό του λόγο, στις προτάσεις του, στην όποια του σχέση με την αλήθεια και την ειλικρίνεια, στον πολιτικό λόγο και ιδίως στον προγραμματικό, τον προεκλογικό, νομίζω ότι ματαιοπονούμε.

Εάν στόχος μας  είναι η συμπαράταξη όλων των δυνάμεων που τοποθετούνται στην Κεντροαριστερά, που τοποθετούνται στην προοδευτική  Δημοκρατική Παράταξη μετά την εμπειρία  της  κρίσης και έχοντας αφομοιώσει την εμπειρία της κρίσης, τότε ναι, τότε πράγματι ανταποκρινόμαστε σ’ ένα θεμελιώδες κριτήριο που λειτουργεί στο μυαλό των πολιτών, που είναι το κριτήριο της ειλικρίνεια και της αλήθειας.

Το κριτήριο της σύγκρουσης με το λαϊκισμό αλλά και με το νεοφιλελεύθερο συρμό. Γιατί το αντίδοτο του λαϊκισμού δεν είναι το ν’ ακολουθείς το συρμό του  πολιτικού και οικονομικού νεοφιλελευθερισμού. Άρα έχει πάρα πολύ  μεγάλη σημασία να μιλάμε  με τις ισορροπίες που πρέπει και σε εθνικό και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Η συγκυρία όμως είναι πάντα κρίσιμη, γιατί στη συγκυρία κρίνονται όλα όσα αφορούν τον πολίτη και τη ζωή του. Κρίνονται όλα αυτά που είπα. Η σταθερότητα, η προοδευτική σταθερότητα, οι θεσμοί, η εθνική ενότητα, ο σεβασμός των θυσιών, το αν πραγματικά η χώρα αλλάζει φάση.

Η στάση μας λοιπόν μετά από αυτές τις αναγκαίες και ελπίζω αυτονόητες διευκρινίσεις, είναι πάντα σταθερή. Είμαστε σταθερά υπέρ της συσπείρωσης, της συμπαράταξης, της ενότητας,  της ευρύτερη δυνατής προοδευτικής Δημοκρατικής Παράταξης, της Κεντροαριστεράς της ευθύνης, χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς ηγεμονισμούς, με αμοιβαίο σεβασμό.

Αυτά είναι αυτονόητα. Και να σας πω και κάτι; Εάν κάποιος νομίζει ότι ξεπεράσαμε οριστικά την κρίση και μπορούμε να λέμε και να κάνουμε ό,τι να’ ναι, όπως να’ ναι, εντάξει, προσβάλλει και τον αγώνα που έχουμε δώσει και δίνουμε με κόπο και με κόστος.

Από την άλλη μεριά τιμωρείται και η κάθε μορφής αλαζονεία όπως είπα, κατά του σημερινού ΠΑΣΟΚ. ακόμη και αν κρύβεται πίσω από προνομιακή σχέση   με το χθεσινό ή το προχθεσινό ΠΑΣΟΚ. Γιατί εκεί δεν έχει κανένας πρόβλημα φαίνεται.

Είδατε τις ανταλλαγές των επιστολών ανάμεσα στο Φώτη Κουβέλη κι εμένα. Δεν επιχαίρουμε για την κατάσταση στη ΔΗΜΑΡ, δεν ξεχνάμε τι έγινε προεκλογικά, με τη σύμπραξη δυστυχώς δικών μας παραγόντων, αλλά κρατάμε το θετικό, ότι έστω αργά, έστω υπό τις παρούσες μετεκλογικές συνθήκες, μας απευθύνουν μια πρόσκληση διαλόγου που είναι μια παλιά δική μας επίμονη πρόταση.

Ναι, καλοδεχούμενη, αλλά  με τους όρους που είπαμε. Δηλαδή μια πρόταση προγραμματική, μια πρόταση θεσμική, μια πρόταση που απευθύνεται στη βάση. Κάποτε ακούγαμε ότι «δε θέλουμε  διάλογο κορυφής, θέλουμε κίνημα βάσης». Κι εμείς. Σεβόμαστε την κορυφή ως θεσμική έκφραση, όλων των συλλογικών οντοτήτων, αλλά θέλουμε παραπομπή στη βάση, για να δούμε και τα πραγματικά μεγέθη μας και τον πραγματικό βαθμό επιρροής του καθενός.

Γιατί το εκλογικό αποτέλεσμα κάτι λέει, δεν είναι ένα ουδέτερο αποτέλεσμα.. Κάποιους δικαιώνει περισσότερο από κάποιους άλλους. Είναι η καταλυτική επιρροή του  εκλογικού αποτελέσματος. Και φυσικά, ο διάλογος αυτός και ο θεσμικός και ο κοινωνικός, ο διάλογος ο προγραμματικός, ο αξιακός, ο έντιμος, ο ειλικρινής,  ο συγκεκριμένος, δε μπορεί να είναι μια αφορμή πολυφωνίας και παραγοντισμού.

Προσωπικοί ρόλοι είναι σεβαστοί, προσωπικές αγωνίες είναι κατανοητές, αλλά δεν αποδεχόμαστε και δεν αποδέχομαι καμία εκδήλωση έλλειψης σεβασμού στο χώρο που ανέδειξε στελέχη και στο χώρο που διαμόρφωσε τη σημερινή Ελλάδα.  Γιατί αυτός είναι ο ρόλος της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης και του ΠΑΣΟΚ από το 1974 και μετά.

Φτάνουμε έτσι στην ομόφωνη απόφαση-πρόταση προς την Κεντρική Πολιτική Επιτροπή- του Πολιτικού Συμβουλίου που στην προχθεσινή του συνεδρίαση αποδέχθηκε τη δήλωση που είχα κάνει στις 25 Μαΐου  για την ανάγκη ενός ιδρυτικού συνεδρίου της παράταξης.

Αυτό το συνέδριο είναι μια πρότασή  μας προς τις άλλες δυνάμεις, προς συλλογικούς φορείς και πρόσωπα. Δεν είναι μια μονομερής πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ  αλλά είναι μια πρωτοβουλία η οποία ξεκινάει και θέλουμε να ωθήσει τα πράγματα, με όλες τις εγγυήσεις σεβασμού. Χωρίς αποκλεισμούς και ηγεμονισμούς όπως είπα και χωρίς να προκαταλαμβάνουμε κανέναν.

Υπό την έννοια αυτή, το ιδρυτικό συνέδριο της Παράταξης δεν είναι η αφετηρία, αλλά είναι σε μεγάλο βαθμό η κατάληξη ενός έντιμου, ισότιμου προγραμματικού διαλόγου που πρέπει να ξεκινήσει. Και φυσικά θα κορυφωθεί στο συνέδριο και μετά το συνέδριο.

Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία η συγκρότηση αυτής της Εθνικής Οργανωτικής Επιτροπής του συνεδρίου στην οποία το ΠΑΣΟΚ εκπροσωπείται, δεν είναι δική του,  και καλεί να εκπροσωπηθούν κι όλοι οι άλλοι, μέχρι και πρόσωπα σημαντικά, εμβληματικά,  τα οποία το Πολιτικό Συμβούλιο επέμενε ότι πρέπει ν’ αναλάβω κι εγώ προσωπικά την πρωτοβουλία, να τα καλέσω και να τα παροτρύνω να ενεργοποιηθούν είτε να ξαναενεργοποιηθούν. Αλλά  αυτή η Εθνική Οργανωτική Επιτροπή δεν είναι μόνο του συνεδρίου, είναι και του διαλόγου.

Για να συγκροτηθεί αυτό το ρεύμα της Κεντροαριστεράς, της Δημοκρατικής Παράταξης, Συμπαράταξης, όπως θέλετε πείτε το.  Όλοι αντιλαμβανόμαστε πού απευθυνόμαστε και γιατί, σε ισότιμη βάση. Είναι λοιπόν μια ανοιχτή διαδικασία. Θα έλεγα, γιατί αυτά συνηθίζονται τα στερεότυπα,  όχι κορυφής αλλά βάσης, είπα προηγουμένως για να είμαι και πιο ειλικρινής, και κορυφής και βάσης.

Χωρίς τη βάση όμως δε γίνεται τίποτα. Γι’ αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία ο προγραμματικός διάλογος να μην είναι  ένας διάλογος γενικοτήτων και στερεοτύπων ούτε υπεκφυγών. Αλλά ένας πολύ συγκεκριμένος διάλογος που αφορά τον πολίτη και τα προβλήματά του.

Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να πούμε ότι ο χρόνος δε σταματά. Δεν περιμένει ούτε το ΠΑΣΟΚ, ούτε την Ελιά, ούτε τή Δημοκρατική Παράταξη, ούτε κανέναν άλλον. Ο χρόνος τρέχει. Και στην Ευρώπη και στον κόσμο και στην Ελλάδα. Τα προβλήματα τρέχουν.

Υπάρχουν κοινές δράσεις στη Βουλή, στο Ευρωκοινοβούλιο, στην Αυτοδιοίκηση, στο συνδικαλιστικό κίνημα,  στην κοινωνία των πολιτών. Έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να μετέχουμε με καθαρές θέσεις, ει δυνατόν με κοινές, αλλά έστω με διαφορετικές- μόνο να ξέρουμε ποιες είναι, σε αυτές όλες τις προκλήσεις.

Είδαμε προηγουμένως την ιστορία του δημοψηφίσματος. Και είδαμε τι έκανε ο καθένας, ποια ήταν η στάση κάθε κόμματος και κάθε προσώπου. Είναι ένα καλό δείγμα αυτό για το πώς εννοούμε την αναφορά στις αρχές μας, αλλά και την εξειδίκευση στην πράξη όλων αυτών που λέμε. Έχει λοιπόν πολύ μεγάλη σημασία να δίνουμε απαντήσεις και στα θέματα που είπα στην επιστολή μου, στην ενότητα του έθνους και στην προστασία των θεσμών.

Πρέπει να ξέρει ο πολίτης πώς αντιλαμβανόμαστε τη ροή της ιστορίας, τον πολιτικό και εθνικό χρόνο, τι λέμε για τις εκλογές. Και φυσικά τι λέμε και για μετά τις εκλογές. Αλλά για να μιλήσουμε πειστικά για το μετά τις εκλογές, πρέπει να μιλήσουμε πειστικά για το έως τις εκλογές, για το πότε και πώς οι εκλογές σε σχέση με την ασφαλή και οριστική πορεία εξόδου από την κρίση.

Ο τόπος δεν είναι πεδίο δοκιμών για οποιοδήποτε Κόμμα και για οποιαδήποτε Παράταξη, είναι κάτι ιστορικά και εθνικά πολύ πιο πολύτιμο από όλους εμάς μαζί σε όλα τα Κόμματα και σε όλες τις Παρατάξεις.

Επίσης έχει πολύ μεγάλη σημασία ότι αυτή η Κεντροαριστερά που εμείς θέλουμε και στην οποία ανήκουμε δεν ετεροκαθορίζεται, ούτε σε σχέση με τη Νέα Δημοκρατία, ούτε σε σχέση με το ΣΥΡΙΖΑ. Και ο ετεροκαθορισμός σε σχέση με τη Νέα Δημοκρατία είναι εύκολος γιατί προφανώς δεν θυμούνται την πραγματικότητα, ή δεν τη διαβάζουν σωστά όσοι πιστεύουν ότι έχουμε κάποια προνομιακή σχέση.

Είμαστε ιστορικοί αντίπαλοι. Μέχρι το Νοέμβριο του 2011 η Νέα Δημοκρατία ηγείτο του ετερόκλητου αντιμνημονιακού μετώπου. Δεν προσήλθε στο στρατόπεδο της ευθύνης ούτε το Μάιο του 2010 ούτε τον Ιούνιο του 2011. Με κόπους και βάσανα το Νοέμβριο του 2011 και πάλι υπό τον όρο των γρήγορων εκλογών και οι γρήγορες εκλογές οδήγησαν σε μια επαναδιαπραγμάτευση δύσκολη για τη χώρα.

Εμείς πάντα λέγαμε αυτό που λέμε: Κυβέρνηση ει δυνατό προοδευτική, να δούμε τους συσχετισμούς των δυνάμεων, πάντως μια Κυβέρνηση στην οποία θέλαμε όχι μόνο τη ΔΗΜΑΡ, αλλά θέλαμε και το ΣΥΡΙΖΑ.

Επίσης είναι γνωστό ότι υπάρχει και η θεωρία στο χώρο της συντηρητικής Παράταξης που λέει ότι οι διαθέσιμες δυνάμεις βρίσκονται προς τα Δεξιά, η συνεργασία με την Ακροδεξιά είναι η προτιμητέα λύση. Τώρα, τις τελευταίες μέρες υπάρχει μια επίθεση πάλι εναντίον του ΠΑΣΟΚ, εναντίον  μου δηλαδή ως Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, κάποιοι παίζουν με μεγάλα εθνικά θέματα, όπως είναι το Κυπριακό. Με ποια λογική; Με τη λογική ότι είναι παραφθορά η συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ, το σωστό είναι μια συνεργασία της Νέας Δημοκρατίας με τις ακροδεξιές δυνάμεις.

Ξέρετε ποιοι είναι οι εκφραστές αυτής της λογικής, ποιες εφημερίδες, ποια έντυπα. Δυστυχώς και παραγόντων που ανήκαν ιστορικά στη Δημοκρατική Παράταξη, αλλά και δημοσίων προσώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο σκανδαλωδών καταστάσεων πριν από λίγο καιρό.

Εμείς δεν θέλουμε κανενός είδους ετεροκαθορισμό της προοδευτικής Δημοκρατικής Παράταξης, ούτε από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά ούτε από το ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί το να λες ότι «είναι δεδομένη η προτίμησή μας, ότι είμαστε μια συμπληρωματική δύναμη», ε, αυτό είναι πια αυτοκαταλυτικό και μάλιστα από τα αποδυτήρια. Πρόκειται για τεράστιο λάθος και ταυτότητας και στρατηγικής.

Εμείς θέλουμε τον τρίτο πόλο, την τρίτη λύση με πρωτοβουλία των Κινήσεων, με στρατηγικό επικαθορισμό της πορείας της χώρας, τη μεγάλη κοίτη της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης. Το ότι θέλουμε και την εντολή σύμφωνα με το Σύνταγμα, μία από τις εντολές όχι αναγκαστικά την τρίτη δεν αρκούμεθα στην τρίτη θέση, είναι δευτερεύον, είναι η θεσμική εκδοχή αυτού που λέμε. Και φυσικά είναι υποχρέωση δική μας και όλων να περιορίσουν την επιρροή της Χρυσής Αυγής στο ελάχιστο δυνατό σημείο.

Προχωράμε στο Συνέδριο αυτό, όπως το έχουμε προσδιορίσει, με το ΠΑΣΟΚ ζωντανό, συντεταγμένο, ισχυρό. Κανέναν δεν ενδιαφέρει περισσότερο από εμένα που είμαι Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ η υπόσταση του ΠΑΣΟΚ. Κανέναν.

Και αυτό αφορά την ιστορία του ΠΑΣΟΚ, τα εμβλήματά του, την οργάνωσή του, την Κοινοβουλευτική του Ομάδα και το βάρος που κουβαλάει, τους ευρωβουλευτές του, την εκπροσώπησή του στην Κυβέρνηση που είναι υψηλού επιπέδου, την έκφρασή του στην Αυτοδιοίκηση, στο Συνδικαλιστικό Κίνημα και για να είμαστε και ειλικρινείς απέναντι στους πολίτες αυτό αφορά και τα χρέη του ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο δημιουργήθηκαν και του χρόνου στον οποίο δημιουργήθηκαν.

Δεν κρυβόμαστε, ούτε υποστέλλουμε τις σημαίες. Και έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία ο αυτοσεβασμός του χώρου και η αυτοπροστασία του πολιτικού μας κεφαλαίου.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να συνεχίσουμε αδιατάρακτα τη δουλειά μας στη Βουλή και την Κυβέρνηση γιατί αυτή η δουλειά είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την ελληνική κοινωνία και τη πατρίδα. Και θα έχουμε την ευκαιρία στις 3 του Σεπτέμβρη στη Συνδιάσκεψη που θα οργανώσουμε για να τιμήσουμε την επέτειο, να τα πούμε όλα αυτά μιλώντας με ειλικρίνεια, ένα λόγο σύγχρονο, αληθινό, αυτοκριτικό, ένα λόγο οραματικό που δίνει προοπτική.

Αλλά ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η πρόσκληση αυτοοργάνωσης. Αυτό είναι το κομβικό σημείο. Πρόσκληση αυτοοργάνωσης, δίνει ένα κίνητρο στους πολίτες. Τους πολίτες που ανήκουν στην Παράταξη πρωτίστως με την έννοια του ΠΑΣΟΚ, που ψήφισαν Ελιά, ΠΑΣΟΚ στις εκλογές τώρα, αλλά που ψήφισαν πολύ μαζικότερα τις δημοτικές και περιφερειακές μας Παρατάξεις, που έχουν κρατήσει ένα έστω πυρήνα, σκληρό πυρήνα επαφής με τη διαδρομή μας.

Αλλά υπάρχουν και άνθρωποι εκτός του ΠΑΣΟΚ, υπάρχουν οι εταίροι μας της Ελιάς, αυτούς αφορά βεβαίως πρώτους απ' όλους η πρόσκλησή μας, η ισότιμη συμμετοχή φορέων και προσώπων στην Εθνική Οργανωτική Επιτροπή του Συνεδρίου και του διαλόγου. Αλλά και πέραν αυτού, γιατί η Ελιά ήταν ένα πρώτο βήμα με όσους προσήλθαν και έλαβαν μέρος σε μια προσπάθεια δύσκολη, που στέφθηκε όμως από μια θα έλεγα σχετική επιτυχία ενόψει των συνθηκών και αυτό είναι καταλυτικό.

Γιατί αυτή η συμπεριφορά είναι μια συμπεριφορά που τιμήθηκε σε σχέση με άλλες επιλογές οι οποίες καταβαραθρώθηκαν και αυτό είναι κι ένα καλό μάθημα γι' αυτούς οι οποίοι έρχονται τώρα, επαγγελλόμενοι το νέο το καινούργιο το άφθαρτο, το προϊόν της παρθενογένεσης και λένε «Δεν συνεργαζόμαστε με το παλιό και το φθαρμένο». Βεβαίως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνεργάζονται με τα Σοσιαλιστικά Κόμματα που έχουν ιδρυθεί το 19ο αιώνα και έχουν μια συνεχή διαδρομή στην πατρίδα τους και στην Ευρώπη, αλλά δεν έχει σημασία.

Σημασία έχει ότι η αλαζονεία απέναντι στο χώρο αυτό, τις ρίζες του, την ιστορία του και τη δυναμική του δεν οδηγεί σε καλά αποτελέσματα. Γιατί εμείς έχουμε αντοχή, δεν είμαστε προϊόν της συγκυρίας και ξέρουμε να αντιμετωπίζουμε κρίσεις.

Και επειδή άκουσα και στο Πολιτικό Συμβούλιο την ιδέα την οποία κι εγώ την έθεσα με τη μορφή ερωτήματος «μήπως και Συνέδριο του ΠΑΣΟΚ;». Η απάντηση είναι ότι θα ήταν εξαιρετικά αποπροσανατολιστικό να πούμε ότι οργανώνουμε και ένα συνέδριο του ΠΑΣΟΚ ταυτόχρονα και προσκαλούμε σε μια αυτοοργάνωση της βάσης και για το ΠΑΣΟΚ και για τη Δημοκρατική Παράταξη ταυτόχρονα, αυτό θα ήταν η απόλυτη σύγχυση.

Το ΠΑΣΟΚ έκανε Συνέδριο πριν από λιγότερο από ενάμιση χρόνο, το Μάρτιο του 2013, έχουμε πολύ συγκεκριμένες αποφάσεις που καλό είναι να τις θυμηθούμε, έχουμε κινηθεί στη γραμμή αυτή με καθαρότητα και σταθερότητα και με την πρότασή μας απευθυνόμαστε σε αυτούς που μπορούν αυτή τη στιγμή να ανταποκριθούν, που θέλουν να συστρατευτούν και που αναγνωρίζουν και σε εμάς το ρόλο που ο ελληνικός λαός μας έχει αναγνωρίσει.

Γι' αυτό, φίλες και φίλοι, το Πολιτικό Συμβούλιο με ευθύνη και περίσκεψη κατέληξε σε μια ομόφωνη θέση και είναι σήμερα η ευκαιρία η Κεντρική Πολιτική Επιτροπή να κινηθεί με την εξωστρέφεια, την καθαρότητα και την υπευθυνότητα που απαιτείται στέλνοντας το μήνυμα που περιμένει ο κόσμος της ευρύτερης Παράταξής μας, το μήνυμα που περιμένει η ελληνική κοινωνία που παρακολουθεί γενικότερα με ενδιαφέρον αυτό που κάνουμε, γιατί ξέρει ότι χωρίς εμάς δεν γίνεται, ότι όσες φορές το έθνος δεν σεβάστηκε τη συμβολή της Δημοκρατικής Παράταξης, δυστυχώς κατεβλήθη τεράστιο ιστορικό κόστος.

Έχει πολλή μεγάλη σημασία τα μηνύματά μας να είναι απλά, καθαρά και να υποστηρίζονται από όλους μας με αυτοσεβασμό, όπως είπα και προηγουμένως.

Σας ευχαριστώ.

 

Tags: Η Εξέλιξη της ΚρίσηςΦορολογικό Σύστημα | Δημοσιονομική ΠολιτικήΠΑ.ΣΟ.ΚΠολιτικές Ομιλίες, 2014