30 Νοεμβριου 2020

 

Άρθρο Ευάγγελου Βενιζέλου στο αφιέρωμα του περιοδικού World Review, σε συνεργασία του Euro2day.gr με τους New York Times,  "Αποχαιρετισμός στη βεβαιότητα"

 

Η πολιτική αλλαγή στις ΗΠΑ ως στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα

 

Η πανδημία και οι παγκόσμιες επιπτώσεις της στην οικονομία, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, δεν έχουν  μεταβάλλει - μέχρι τώρα τουλάχιστον -  τους διεθνείς συσχετισμούς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκείται και η ελληνική εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας.

Ενδέχεται όμως το πλαίσιο αυτό να το επηρεάζει η έκβαση των αμερικανικών προεδρικών εκλογών. Η εκλογή του Προέδρου Biden αναδεικνύει ως βασικό το ερώτημα αν θα επέλθουν αλλαγές στον τρόπο που οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τη θέση τους στον παγκόσμιο χάρτη. Αν θα αλλάξει η επίσημη αμερικανική αντίληψη για τη σχέση με την Ευρώπη, για τη σημασία της Ανατολικής Μεσογείου, για την Β. Αφρική και τη Μ. Ανατολή. Αν θα επανέλθει σε ένα πιο συμβατικό και σταθερό πλαίσιο η αμερικανική στάση απέναντι στο ΝΑΤΟ. Και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει η απομάκρυνση των ΗΠΑ από την ουσία αλλά και από το ύφος της πολιτικής Trump, στη στάση των ΗΠΑ ως προς την Τουρκία και το φαινόμενο Ερντογάν, ως προς την Ελλάδα, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό.

Σε αντίθεση με τις αναλύσεις που εκκινούν από τα ειδικότερα ερωτήματα και προτάσσουν τα δεδομένα της περιοχής μας, θεωρώ ότι όλα θα εξαρτηθούν από το αν ο Πρόεδρος Biden θα θέσει ως στρατηγική, θα έλεγα ακριβέστερα ιστορική, προτεραιότητά του, την αποκατάσταση της έννοιας και της ενότητας της Δύσης. Η πολιτική Trump είχε ως κοινό παρονομαστή την υπονόμευση της Δύσης ως στρατηγικής οντότητας.

Κατά την τετραετία Trump, το «βαθύ» φιλελεύθερο αμερικανικό κράτος, σε υπηρεσιακό κυρίως επίπεδο αλλά και στο επίπεδο του Κογκρέσου, προσπάθησε να διατηρήσει το πλαίσιο των ευρωατλαντικών σχέσεων, παρά τις διαρκείς εκπλήξεις και πρωτοβουλίες ερήμην των ευρωπαίων συμμάχων. Οι ελληνοαμερικανικές αμυντικές σχέσεις ενισχύθηκαν πολλαπλώς, αλλά ο Πρόεδρος Ερντογάν δεν ένιωσε επαρκή αμερικανική πίεση που να του επιβάλλει να επαναξιολογήσει την πολιτική του στη Μεσόγειο, ή τη φαινομενικά παράδοξη σχέση στρατηγικής συνεννόησης και ελεγχόμενης αντιπαράθεσης με τη Ρωσία στη Συρία, τη Λιβύη  ή τον Καύκασο. Η αναστολή της πώλησης των αεροσκαφών F-35 λόγω της προμήθειας των πυραύλων S-400 δεν φάνηκε ως τώρα να ασκεί αποτελεσματική επιρροή. 

Αν ο Πρόεδρος Biden θέσει την ανασύσταση της στρατηγικής ενότητας της Δύσης στο επίκεντρο της πολιτικής του, αυτό θα επηρεάσει το κλίμα των ευρωαμερικανικών σχέσεων,  την οπτική γωνία των σχέσεων με την Κίνα, την τοποθέτηση των σχέσεων με τη Ρωσία σε ένα πιο μακροπρόθεσμο και διορατικό ορίζοντα. Θα επηρεάσει προφανώς και τα όρια των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Η Τουρκία θα κληθεί να επανεξετάσει το σημείο μέχρι το οποίο φτάνει ο «εξαιρετισμός» που διεκδικεί λόγω γεωγραφικής θέσης και θρησκευτικής ταυτότητας και να απαντήσει καθαρά στο καταλυτικό ερώτημα αν θεωρεί τον εαυτό της χώρα θεμελιωδώς δυτική και νατοϊκή ή όχι. 

Μια τέτοια αμερικανική στάση θα βοηθήσει και θα πιέσει τους ευρωπαίους εταίρους να τοποθετηθούν απέναντι στην Τουρκία με στρατηγικό και ολοκληρωμένο τρόπο και όχι μέσα από πολλές διαθλάσεις για λόγους οικονομικούς ή σχετικούς με τη σημασία των τουρκικής καταγωγής πολιτών για τους εσωτερικούς πολιτικούς συσχετισμούς.

Από την άλλη πλευρά, μια παρόμοια αλλαγή στην αμερικανική προσέγγιση, θα θέσει με πιο επιτακτικό τρόπο το ερώτημα για την ετοιμότητα της ελληνικής πλευράς να μετάσχει σε ένα διάλογο με την Τουρκία στο πλαίσιο πάντα των βασικών μας επιλογών. Έναν διάλογο επιβεβλημένο από το διεθνές δίκαιο για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με κατάληξη τη συμφωνημένη προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη η απόφαση της οποίας θα γίνει αποδεκτή. Έναν διάλογο για σοβαρά και εφαρμόσιμα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Έναν διάλογο για τη συνύπαρξη στο ΝΑΤΟ με σεβασμό στις αρχές της Συμμαχίας.

Το ερώτημα περί ετοιμότητας αφορά βεβαίως και την ελληνοκυπριακή πλευρά ιδίως τώρα που η Τουρκία εκτίθεται καθώς έσπευσε να απομακρυνθεί και ρητορικά από το σχήμα της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας και θέτει ευθέως και επισήμως ζήτημα λύσης «δυο κρατών». 

Η περίοδος που διανύουμε είναι γεμάτη από προκλήσεις και αβεβαιότητες. Είναι συνεπώς ανοικτή σε στρατηγικού χαρακτήρα επαναξιολογήσεις που δεν γίνονται με γενικόλογες κοινοτοπίες, υπεκφυγές ή επανάληψη στερεοτύπων. Όλα φυσικά εκκινούν από το εσωτερικό μέτωπο. Από την ικανότητα του κράτους να λειτουργεί αποτελεσματικά και να διαχειρίζεται κρίσεις. Από την ενδυνάμωση όλων των παραμέτρων της εθνικής ισχύος, από την ανάκαμψη της οικονομίας και την ενίσχυση των ενόπλων δυνάμεων και της αμυντικής και αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας, μέχρι το κοινωνικό κλίμα, τον πολιτικό πολιτισμό, το εθνικό φρόνημα.

Η πολυεπίπεδη αυτή πρόκληση μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε μια πραγματική άσκηση εθνικής αυτογνωσίας και να γιορτάσουμε με ουσιαστικό τρόπο τη μεγάλη επέτειο των διακοσίων ετών από την έναρξη της Επανάστασης της Ανεξαρτησίας.

 

Tags: Εξωτερική ΠολιτικήΆρθρα 2020