Λάρισα 11 Ιανουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στη Λάρισα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» (εκδ. ΠΑΤΑΚΗ) στο ξενοδοχείο Divani Palace

 

Ευχαριστώ πάρα πολύ, την καθεμία και τον καθένα από εσάς, για την παρουσία σας εδώ που μου δίνει πάρα πολύ μεγάλη χαρά. Έχω στενούς δεσμούς με τη Λάρισα, με την ευρύτερη περιοχή. Ψάχνω ευκαιρία να έρχομαι, πότε-πότε, για να ανανεώνουμε αυτή την επαφή μας.

Ευχαριστώ θερμά τον Ανδρέα Γιουρμετάκη, πολύ παλιό μου φίλο, εκλεκτό δημοσιογράφο που συντονίζει τη συζήτηση και τους δύο ομιλητές που προηγήθηκαν, αγαπητούς στενούς μου φίλους, πολύ σημαντικά πρόσωπα του δημοσίου βίου. Ο Δημήτρης Κούρκουλας διέγραψε μία πολύ σημαντική διαδρομή στο στερέωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είχα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί του ως Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών, γιατί ήταν ο στενότερος συνεργάτης μου, Υφυπουργός Εξωτερικών, μία περίοδο πολύ κρίσιμη αλλά και πολύ δημιουργική. Διαχειριστήκαμε μαζί την τελευταία, πολύ σημαντική, ελληνική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Λευτέρης Κουσούλης, ένας γνήσιος διανοούμενος, ένας πολιτικός θεολόγος όπως καταλάβατε, γιατί δεν υπάρχει η δυνατότητα να αναλύσουμε τα φαινόμενα της Δημοκρατίας, της Ιστορίας, χωρίς να καταφύγουμε σε ορισμένες θεμελιώδης έννοιες θεολογικού χαρακτήρα, Σεβασμιώτατε. Άλλωστε, η ίδια η έννοια του κράτους, της κυριαρχίας και του Συντάγματος πηγάζει σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα από το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή τη διανοητική και ιστορική σχέση. Βέβαια, επειδή και οι δύο είναι επιστήμονες διανοούμενοι, παρουσίασαν το βιβλίο μου με πολύ αφηρημένο και αφαιρετικό τρόπο, χωρίς παραδείγματα από τη συγκυρία.

Θα ξεκινήσω αντίστροφα, πιο πρακτικά, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε εξαρχής την πρακτική και εμπειρική κρισιμότητα των θεμάτων που πραγματεύεται το βιβλίο που συγκροτείται από μελέτες μου, εισηγήσεις μου σε συνέδρια, σε επιστημονικές ή πολιτικές εκδηλώσεις, από άρθρα μου δημοσιευμένα σε περιοδικά, ορισμένα σε εφημερίδες, τα τελευταία χρόνια, ιδίως από το 2013 και μετά, κυρίως από το 2015 και μετά. Όλα αυτά υπακούουν σε ένα ενιαίο διάγραμμα στον πίνακα περιεχομένων για τον οποίο μίλησε ο Λευτέρης προηγουμένως.

Όταν στη διάρκεια των 45 ετών της μεταπολίτευσης τα κόμματα εξουσίας πρότειναν ένα πολιτικό πρόγραμμα στο εκλογικό σώμα, το εκλογικό σώμα ψήφισε κάνοντας τη μία ή την άλλη επιλογή. Για δεκαετίες ολόκληρες, Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ, ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, ψήφιζε και ξαναψήφιζε, έχοντας πλήρη συνείδηση και γνώση του τι ακριβώς ψηφίζει. Οι κυβερνήσεις εφάρμοζαν προγράμματα που είχαν ως αποτέλεσμα να παράγεται –για να χρησιμοποιήσω ένα πολύ απλό παράδειγμα– δημοσιονομικό έλλειμμα και να σωρεύεται δημοσιονομικό έλλειμμα ή να σωρεύεται το αναλογιστικό έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων. Αυτή η επιλογή ήταν μία επιλογή δημοκρατική.

Ήταν και μία επιλογή ιστορικά διορατική; Το να παράγεις δημοσιονομικά ελλείμματα είναι δικαίωμα που έχεις επειδή σε τίμησε ο λαός με τη ψήφο του και σε εμπιστεύεται η Βουλή να ασκείς τη διακυβέρνηση. Το να βρίσκεται ο τόπος μπροστά σε ένα συσσωρευμένο, μη διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος για τη δημιουργία του οποίου πρέπει να περάσουν δεκαετίες ολόκληρες και να έχουν συμβάλλει πολλές κυβερνήσεις, πολλά κοινοβούλια, αλλά και πολλές φορές ο ίδιος ο ελληνικός λαός ψηφίζοντας και ξαναψηφίζοντας, αυτό είναι επίσης δημοκρατικό, αλλά είναι συγκυριακό ή είναι ιστορικό πια, γιατί αφορά μία περίοδο μισού περίπου αιώνα; Όταν ξυπνάς και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με τον κίνδυνο της χρεωκοπίας, αυτό τι πρόβλημα είναι; Είναι πρόβλημα συγκυριακό, που αφορά εκείνη την κυβέρνηση, εκείνη τη βουλή, εκείνο το συγκεκριμένο εκλογικό σώμα ή αφορά τον τόπο, την πατρίδα, το έθνος, τις προηγούμενες και ιδίως τις επόμενες γενιές, την προοπτική μας; Αυτό είναι το θέμα.

Ορισμένοι έκαναν σκληρή και μηδενιστική κριτική στις δύσκολες αποφάσεις της περιόδου 2010-2015 για την αντιμετώπιση της συσσωρευμένης κρίσης των προηγούμενων δεκαετιών και έλεγαν ότι τα μέτρα αυτά είναι βάρβαρα, αντιλαϊκά και θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, γιατί υπάρχει μία εναλλακτική πολιτική. Υπάρχει, έλεγαν, μία πολιτική χωρίς λιτότητα, χωρίς βάρη, χωρίς περιορισμούς, μία πολιτική που μπορεί να μας οδηγήσει στη μονομερή διαγραφή του χρέους και να μας οδηγήσει σε μία άλλη σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου αυτοί θα μας δανείζουν με ευνοϊκούς όρους, αλλά εμείς θα κάνουμε ό,τι θέλουμε και θα διογκώνουμε το έλλειμμα και το χρέος και αυτό ψηφιζόταν από τον ελληνικό λαό. Στην αρχή ψηφιζόταν ώς ένα βαθμό προκειμένου να ενισχύεται η αντιπολίτευση και κάποια στιγμή ψηφίστηκε πολύ περισσότερο και έγινε κυβέρνηση. Αυτό είναι μία επιλογή συγκυριακή με τα δεδομένα του 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2015 τον Ιανουάριο, 2015 τον Ιούλιο με το δημοψήφισμα και το συντριπτικό 62%, αλλά και την επόμενη ημέρα που ανετράπη πλήρως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και ακυρώθηκε το 62% και αντί για την επιλογή της ρήξης με την Ευρωπαϊκή Ένωση, έγινε η επιλογή της υπογραφής του τρίτου μνημονίου και της αναδρομικής υιοθέτησης της μόνης πολιτικής που μπορούσε να ασκηθεί, η οποία όμως συγκυριακά είχε κατηγορηθεί ως προδοτική;

Συγκυρία είναι να ψηφίζεις με μία αντίληψη, με ορισμένα αυτονόητα το 2009, το 2012, το 2012 για δεύτερη φορά, το 2014 στις Ευρωεκλογές, το 2015 τον Ιανουάριο, τον Ιούλιο, το Σεπτέμβριο. Το 2019 τα βλέπεις με το ίδιο μάτι αυτά ή αρχίζεις να τα βλέπεις με πιο ιστορικό τρόπο; Αρχίζεις να μετακινείσαι από το επίπεδο της συγκυρίας στο επίπεδο της Ιστορίας, γιατί κάτι έχεις διδαχθεί και κάτι έχεις βιώσει στο μεταξύ.

Η Δημοκρατία είναι από τη φύση της συγκυριακή γιατί είναι περιοδική. Εάν δεν υπάρχουν περιοδικές, δηλαδή επαναλαμβανόμενες εκλογές, εάν δεν ανανεώνεται η κρίση και η βούληση του εκλογικού σώματος, εάν δεν ανανεώνεται η εντολή, δεν υπάρχει Δημοκρατία. Άρα χωρίς συγκυριακή προσέγγιση δεν υπάρχει Δημοκρατία. Αλλά χωρίς ιστορική αντίληψη, διορατικότητα ή, για να πω την κρίσιμη λέξη, χωρίς επίγνωση των επιπτώσεων και ικανότητα διάγνωσης των επιπτώσεων, δεν υπάρχει Ιστορία. Δεν υπάρχει Ιστορία σημαίνει δεν υπάρχει έθνος, δεν υπάρχει πατρίδα, δεν υπάρχει προοπτική και δεν υπάρχει σεβασμός και αλληλεγγύη με τις επόμενες γενιές. Η εκάστοτε παρούσα και -πολιτικά και κοινωνικά– κυρίαρχη γενιά, με εγωιστικό τρόπο, αγνοεί παντελώς το μέλλον των παιδιών της και των εγγονιών της. Γιατί τα παιδιά και τα εγγόνια ανήκουν στην ιστορία, δηλαδή στο μέλλον, όπως και κάποιοι άλλοι που έφεραν τη χώρα ώς εδώ από το τίποτα, από την οθωμανική κατοχή ανήκουν στο παρελθόν, αλλά συγκροτούν μία ενότητα συλλογικής συνείδησης και συλλογικής μνήμης. Μία πρόσληψη είναι η Ιστορία. Είναι ο τρόπος με τον οποίο θυμόμαστε, καταδικασμένοι να επαναλάβουμε τα ίδια λάθη, αλλά αγωνιζόμενοι να περιορίσουμε όσο γίνεται περισσότερο τον κίνδυνο να διαπράξουμε τα ίδια λάθη.

Συνεπώς η σχέση συγκυρίας και Δημοκρατίας είναι μία σχέση θεσμική, δομική, αλλά κάποιος πρέπει να φροντίζει για την Ιστορία. Ο καθένας, ανάλογα με τη συνείδησή του, ανάλογα με την ηθική του στην πολιτική, και ένας πολύ μεγάλος, ο μεγαλύτερος κοινωνιολόγος της νεωτερικής εποχής, ο Max Weber, έχει πει ότι υπάρχουν δύο ηθικές αντιλήψεις στην πολιτική. Η ηθική της ευθύνης, όταν κάποιος ενεργεί έχοντας επίγνωση της ευθύνης του και αναδεχόμενος την ευθύνη του και η ηθική της πεποίθησης, αυτός που πιστεύει ότι αυτό που λέει είναι η αλήθεια, δεν χρειάζεται να το αποδείξει αυτό και μπορεί μετά να έχει μία άλλη πεποίθηση, να μας πει ότι ήταν ψευδαίσθηση η προηγούμενη πεποίθησή του. Μπορεί να ενεργεί κάθε φορά όπως νομίζει, επικαλούμενος τον εαυτό του, δηλαδή τη δική του μετα-αλήθεια, όπως λέμε τώρα, post-truth. Δεν υπάρχει αλήθεια υπό την έννοια αυτή, δεν υπάρχει λοιπόν ευθύνη απέναντι σε μία αλήθεια που τη βλέπεις μπροστά σου ως κίνδυνο χρεωκοπίας, ως κίνδυνο στασιμοχρεωκοπίας, ως κίνδυνο να σέρνεται η χώρα επί δεκαετίες ή να κυνηγά την ουρά της και να αγωνίζεται να επιστρέψει, εάν επιστρέψει, το 2022 εκεί που ήταν το 2014, ενώ η Ευρώπη στο μεταξύ θα έχει μετακινηθεί αλλού εάν δεν έχει υποστεί διαλυτικά φαινόμενα ως τότε. Στη συνείδησή μας θα αναζητήσουμε τις εγγυήσεις της σχέσης με το μέλλον, γιατί αυτή είναι η σχέση με την Ιστορία. Η σχέση με την Ιστορία δεν είναι η σχέση με το παρελθόν, Ιστορία δεν είναι η ιστοριογραφία, Ιστορία δεν είναι η ερμηνεία του παρελθόντος. Ιστορία είναι η επαφή με τις προκλήσεις και τους κινδύνους του μέλλοντος.

Υπάρχει, λοιπόν, μία μεγάλη κατάκτηση της λεγόμενης νεωτερικής εποχής, αυτής που πολύ συνοπτικά και κάπως απλουστευτικά, ξεκινάει από τις δύο μεγάλες επαναστάσεις, τη Γαλλική Επανάσταση και την Αμερικανική Επανάσταση, από τα δύο μεγάλα Συντάγματα του 18ου αιώνα, το αμερικανικό και το γαλλικό. Αυτή λοιπόν η κατάκτηση είναι το Σύνταγμα. Εάν η βούληση της εκάστοτε πλειοψηφίας, που είναι δημοκρατική, αποτυπώνεται στο νόμο, η βούληση του μακρού ιστορικού χρόνου που περιορίζει και την εκάστοτε πλειοψηφία υπέρ των μειοψηφιών, υπέρ των επόμενων πλειοψηφιών, υπέρ του μέλλοντος, υπέρ των δικαιωμάτων, υπέρ του ενός που διεκδικεί τα δικαιώματά του, είναι το Σύνταγμα. Αυτό είναι συγκλονιστικό, διότι το Σύνταγμα περιορίζει τη δύναμη της πλειοψηφίας. Ποιας πλειοψηφίας; Της συγκυριακής πλειοψηφίας. Στο όνομα ποιου πράγματος; Μίας υπερπλειοψηφίας συνταγματικής που έχει καθορίσει ένα πλαίσιο μακράς πνοής, του μακρού ιστορικού χρόνου, μέσα στο οποίο μπορούμε να συμβιώνουμε υπό διάφορες εκδοχές, πιο προοδευτικές, πιο συντηρητικές, πιο δεξιές, πιο αριστερές, πιο κεντρώες, αλλά ευρείας προοπτικής.

Για αυτό δεν μπορεί να παίζει κανείς με το Σύνταγμα, για αυτό χρειάζεται συναίνεση στις συνταγματικές αλλαγές. Επειδή τώρα το κράτος, το εθνικό κράτος, δεν είναι ένα κυρίαρχο κράτος, είναι ένα κράτος περιορισμένης κυριαρχίας, ένα κράτος-μέλος που στην Ευρώπη μετέχει στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μεταφέρει αρμοδιότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του Ευρώ, ένα κράτος που μετέχει στην διεθνή κοινότητα, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Δεν είναι μόνο το Σύνταγμα που επιτελεί το ρόλο αυτό, το ρόλο αυτό τον επιτελούν και πολλοί κανόνες του Ευρωπαϊκού και του Διεθνούς Δικαίου που υπερισχύουν των διατάξεων του εθνικού νόμου, του κοινού, ιδίως στα θέματα προστασίας των δημοκρατικών θεσμών και προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Μα εάν δεν υπάρχουν αυτά, δεν υπάρχει Δημοκρατία. Γιατί αυτό που λέγεται δυτική δημοκρατία ή συνταγματική δημοκρατία και αυτό που στην Ευρώπη εννοούμε δημοκρατία, η ευρωπαϊκή δημοκρατία είναι μία δημοκρατία αντιπροσωπευτική και φιλελεύθερη. Φιλελεύθερη δημοκρατία σημαίνει δημοκρατία με δικαιώματα, δημοκρατία και κράτος δικαίου. Άρα λοιπόν αυτή είναι η Δημοκρατία, δεν υπάρχει άλλη, όλες οι προσπάθειες να ορίσεις διαφορετικά τη Δημοκρατία, όπως έλεγαν επί υπαρκτού σοσιαλισμού-αυτή είναι μία τυπική αστική δημοκρατία, εμείς θα οργανώσουμε την ουσιαστική δημοκρατία των Σοβιέτ- οδηγούσαν σε φαινόμενα αυταρχισμού, δικτατορίας και τελικά κατάρρευσης θεσμικής, οικονομικής και κοινωνικής. Άρα, υπάρχει ένα μοντέλο Δημοκρατίας.

Η Δημοκρατία όμως είχε ένα μεγάλο πλεονέκτημα, ήταν το πολίτευμα της ανάπτυξης, το πολίτευμα της προόδου, το πολίτευμα της παραγωγής εθνικού πλούτου. Δεν υπήρχαν χώρες μη δημοκρατικές, οι οποίες ήταν χώρες ανεπτυγμένες και ανταγωνιστικές. Αυτό, μετά το 1990 και την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, άρχισε σταδιακά να αμφισβητείται. Υπάρχουν αυτή τη στιγμή θεωρίες που λένε, αλλά και αριθμοί που αποδεικνύουν ότι μπορείς να έχεις ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα χωρίς Δημοκρατία. Καταρχάς η Κίνα, είναι ένα φαινόμενο εντυπωσιακής ανάπτυξης, είναι ένας πόλος της παγκόσμιας οικονομίας, που διεκδικεί πολύ μεγαλύτερη συμμετοχή στο παγκόσμιο ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, που δεν επικαλείται τη θεωρία της Δημοκρατίας, επικαλείται τη θεωρία της λεγόμενης αξιοκρατίας, meritocracy. Το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας οργανώνεται επί τη βάσει αξιοκρατικών κριτηρίων. Καλεί να εγγραφούν ως μέλη οι επιτυχημένοι όλων των τομέων, ένας καλός γιατρός καλείται επειδή είναι σημαντικός και επιτυχημένος να γίνει μέλος του κόμματος και ένας που διοικεί μία μεγάλη επιχείρηση ή ένας επιστήμονας που έχει ένα ερευνητικό επίτευγμα, αλλά και ένας τραπεζίτης ο οποίος διαχειρίζεται με αποδοτικό τρόπο τα αποθεματικά, ας πούμε, των ασφαλιστικών ταμείων ή της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Εάν σκεφτείτε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην Κίνα, που τρέχει με πολύ μεγαλύτερους ρυθμούς από την Ινδία και την Ινδία που θα είναι σε λίγο το πολυπληθέστερο κράτος στον κόσμο, είναι ότι η Ινδία είναι ένα δημοκρατικό κράτος, ότι λειτουργεί με καθεστώς κοινοβουλευτικής δημοκρατίας παρά το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης που είχε τις προηγούμενες δεκαετίες. Για αυτό έχει και ένα τεράστιο αναπτυξιακό δυναμικό στη διάθεσή της η Ινδία, αλλά δείτε πόσες άλλες χώρες είναι στο όριο του χαρακτηρισμού ως δημοκρατίες και παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, χωρίς να εκπληρούν τα standards της δυτικής δημοκρατίας. Η Ρωσία, η Τουρκία, αλλά και χώρες οι οποίες βρίσκονται μέσα στα λεγόμενα BRICS, χώρες στις οποίες αυτή τη στιγμή υπάρχουν πολύ μεγάλα δημοκρατικά προβλήματα, όπως είναι για παράδειγμα η Βραζιλία μετά την τελευταία προεδρική εκλογή.

Μήπως στην Ευρώπη δεν έχουμε φαινόμενα όπου η φιλελεύθερη δημοκρατία, η δημοκρατία των δικαιωμάτων, η δημοκρατία του δικαστικού ελέγχου γίνεται μία Δημοκρατία μη φιλελεύθερη, προσωποκεντρική, με μεγάλες πλειοψηφίες γύρω από ένα πρόσωπο, από έναν ηγέτη, χωρίς τις εγγυήσεις του πολιτικού φιλελευθερισμού και των ευρωπαϊκών δημοκρατικών ευαισθησιών, στην Ουγγαρία, την Πολωνία αλλά και άλλες χώρες. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν προβλήματα λειτουργίας θεμελιωδών θεσμών παντού, έχουμε άνοδο της ακροδεξιάς, έχουμε άνοδο όλων των εκδοχών του λαϊκισμού. Στις επόμενες Ευρωεκλογές του Μαΐου το μεγάλο στοίχημα είναι τι ποσοστό συνολικά θα έχει η ακροδεξιά και ο λαϊκισμός. Λένε πολλοί αναλυτές, εντάξει δεν πάμε άσχημα, μόνο το 30% του εκλογικού σώματος στην Ευρώπη ψηφίζει λαϊκιστικά κόμματα. Πριν από μερικά χρόνια αυτό ήταν 10%, πριν μερικά χρόνια ήταν 5% και μπορεί μετά από μερικά χρόνια να είναι 51%. Άρα, έχει πολύ μεγάλη σημασία να θέσει κανείς τα ζητήματα αυτά, διότι δεν μπορείς να έχεις Δημοκρατία χωρίς φιλελευθερισμό, αλλά δεν μπορείς να έχεις και φιλελευθερισμό χωρίς Δημοκρατία. Δεν μπορείς να έχεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση ένα χώρο δικαιωμάτων, έναν ενιαίο ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο, χωρίς πραγματική Δημοκρατία.

Γιατί λοιπόν η κρίση της ευρωπαϊκής δημοκρατίας είναι και κρίση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης; Για ένα λόγο που υπαινίχθηκαν προηγουμένως οι δύο φίλοι μου που μίλησαν. Θέλω λίγο την προσοχή σας, γιατί θα σας πω κάτι το οποίο είναι φαινομενικά παράδοξο. Υπάρχει αντίδραση πολλών ευρωπαϊκών κοινωνιών απέναντι στην Ευρώπη και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, και αυτή η αντίδραση εκφράζεται με διάφορους τρόπους σε διάφορες χώρες, ως ευρωσκεπτικισμός, ως ευρωμηδενισμός, ως μία τυφλή αμφισβήτηση της εθνικής εξουσίας αλλά και της ευρωπαϊκής εξουσίας. Οι Βρυξέλλες αναθεματίζονται σε πολλές χώρες από λαϊκιστές της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, γιατί; Γιατί στην ευρωπαϊκή λογική, στη λογική των ευρωπαϊκών συνθηκών, της Συνθήκης της Λισαβόνας που ισχύει τώρα, στη λογική της ίδιας της ΟΝΕ, το ευρωπαϊκό εγχείρημα έχει μετακινηθεί από τον χώρο της δημοκρατικής συγκυρίας στον χώρο της Ιστορίας. Το θεωρούν δεδομένο, μη διαπραγματεύσιμο πλέον. Η σκέψη είναι ότι έχουμε κλειδώσει τους κανόνες, όλοι πρέπει να πορεύονται με τους κανόνες αυτούς, δεν τους συζητούμε ξανά τους κανόνες αυτούς. Άρα, ανεξαρτήτως του επιπέδου ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, εφόσον είσαι μέλος της Ένωσης και ιδίως εφόσον είσαι μέλος της ζώνης του Ευρώ, πρέπει να πορεύεσαι με βάση τους ίδιους κανόνες.

Άρα, δεν μπορείς να υπερβείς το όριο του δημοσιονομικού ελλείμματος, δεν μπορείς να υπερβείς το όριο του δημοσίου χρέους, δεν μπορείς να ασκείς άλλη τραπεζική πολιτική, παρά μόνο αυτήν πού ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ο SSM και αυτό δεν αμφισβητείται. Εμφανίζει μία οριστικότητα και την οριστικότητα αυτή την αμφισβητούν όλοι τώρα, μικροί και μεγάλοι, όχι μόνο αυτοί που έζησαν την εμπειρία της κρίσης, λιγότερο αυτοί που έζησαν την εμπειρία της κρίσης. Η αμφισβήτηση στην Ιρλανδία ή στην Πορτογαλία ή στην Κύπρο, ακόμη και στην Ελλάδα είναι πολύ περιορισμένη και δειλή, αλλά αμφισβήτηση υπάρχει στην Ιταλία, υπάρχει στη Γαλλία, υπάρχει σε πολύ μεγάλο βαθμό στη Γερμανία με την άνοδο των ποσοστών του ακροδεξιού κόμματος, ακόμη και στην Ισπανία με την άνοδο του φραγκικού κόμματος που σχηματίζει κυβέρνηση τοπική στην Ανδαλουσία. Αυτές οι χώρες γιατί έχουν πρόβλημα; Δεν έζησαν την εμπειρία των μνημονίων και είναι χώρες ισχυρές, με μεγάλες οικονομίες, ανταγωνιστικές, αλλά φοβούνται ότι το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα είναι ανεπαρκές και θα καταρρεύσει, άρα θα χρειαστεί να κάνουν προσαρμογές και φοβούνται ότι η ανταγωνιστικότητα θα αναζητηθεί σε μείωση του εισοδήματος και σε μείωση των εγγυήσεων του κοινωνικού κράτους.

Αυτό δημιουργεί την κρίση. Ποια κρίση; Μπορεί να επανέλθουν τα ζητήματα αυτά στο πεδίο της πολιτικής, δηλαδή να συζητάμε για τα θέματα αυτά και να παίρνουμε αποφάσεις, όχι σε εθνικό επίπεδο, γιατί ο καθένας έχει Δημοκρατία, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά μέσα από διακρατική διαπραγμάτευση, η οποία να λαμβάνει υπόψη την βούληση και την ανθεκτικότητα των κοινωνιών, χωρίς να μπορεί αυτό να καταστρέψει την Ευρώπη, δηλαδή να την τινάξει στον αέρα δημοσιονομικά και οικονομικά; Γιατί εάν πεις ότι, βεβαίως, θα λαμβάνω υπόψη τη βούληση των κοινωνιών και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστραφεί οικονομικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα, να βρεθεί εκτός παγκόσμιου ανταγωνισμού, να προσπεραστεί η Ευρώπη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, από τον Καναδά, από την Κίνα, από τη Ρωσία, από την Ινδία, αυτό είναι εύκολο. Το θέμα είναι εάν μπορείς να τα επαναφέρεις αυτά στο πεδίο της πολιτικής και άρα της δημοκρατικής διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό και όχι μόνο εθνικό επίπεδο, χωρίς να καταστρέψεις το δημοσιονομικό, νομισματικό και οικονομικό πλαίσιο, να το αναμορφώνεις διατηρώντας την ανταγωνιστικότητα και τον ρόλο της Ευρώπης ο οποίος απειλείται, γιατί η Ευρώπη γερνά και χάνει ποσοστά στο παγκόσμιο ΑΕΠ.

Αυτό είναι ένα τεράστιο, κολοσσιαίο ζήτημα, το οποίο πρέπει να λυθεί με ένα τρόπο που κανείς δεν τον έχει προτείνει ακόμη και που είναι το ζητούμενο. Κανείς δεν μπορεί να τον προτείνει μόνος του, διότι χρειάζεται μία διακρατική, διακυβερνητική διαπραγμάτευση, μία σύμπραξη όλων των θεσμικών, πολιτικών δυνάμεων στα κράτη και στην Ευρώπη και βεβαίως μία συμμετοχή της κοινωνίας. Πρέπει η κοινωνία να το θέλει αυτό. Εάν η κοινωνία γίνεται τυφλή, νευρική, νομίζει ότι τα θέματα θα λυθούν τώρα, συγκυριακά, σε ημέρες, σε ώρες, με μία διαδήλωση ή με μία κατάληψη, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η χρεωκοπία. Μπορεί να είναι δε, ακόμη χειρότερο, η τυφλή υποταγή. Δηλαδή αν ερεθίζεις το κοινωνικό ακροατήριο και του λες όχι, όχι, ψήφισε λοιπόν, ψηφίζει σε ένα δημοψήφισμα 62% να απορρίψει ένα σχέδιο γραμμένο στα αγγλικά και μία μελέτη βιωσιμότητας του χρέους και την επόμενη ημέρα του λες, εντάξει, δεν έγινε και τίποτα, θα κάνουμε μία διαπραγμάτευση και θα ψηφίσουμε ακόμη ένα μνημόνιο. Μετά του λες, βγήκα από το μνημόνιο, αλλά δεν είσαι στις αγορές, δεν είσαι πουθενά. Απλώς βλέπεις μία χώρα μετά από οκτώ χρόνια ύφεσης να κινείται με έναν ρυθμό ο οποίος είναι πραγματικά αδιάφορος. Γιατί, αυτού του είδους το 2%, το εκτατικό, το οποίο στην πραγματικότητα οφείλεται σε λογιστικούς διακανονισμούς, δεν είναι ρυθμός ανάπτυξης που δίνει προοπτική, επένδυση, δουλειές. Τι δίνει; Δίνει υπερπλεόνασμα επειδή καταστρέφεται η μεσαία τάξη, υπερφορολογειται άρα δεν υπάρχει αυτός που θα επενδύσει μετά. Δεν υπάρχουν τράπεζες να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, δεν υπάρχει πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Υπάρχει μία κολοσσιαία παγίδα φτώχειας και ένα ακροατήριο επιδοματούχων, οι οποίοι έχουν ανάγκη το επίδομα αλλά το επίδομα αυτό στερεί από τα παιδιά τους και από τους ίδιους την προοπτική για μία καλά πληρωμένη θέση απασχόλησης ή για μία μικρή επιχείρηση η οποία θα ξαναφτιάξει στην Ελλάδα την μικρομεσαία αστική τάξη, αυτή που είναι γενετικό στοιχείο του ελληνικού λαού και της ελληνικής κοινωνίας, η οποία δεν αγαπά την ιδέα να φτωχοποιηθεί και να προλεταριοποιηθεί. Αυτό είναι το θέμα.

Αυτά τα θέματα θα λυθούν με την αναθεώρηση του Συντάγματος; Δηλαδή το θέμα της χώρας, τώρα, είναι το Σύνταγμα; Το Σύνταγμα άντεξε μία χαρά. Άντεξε μία περίοδο πρωτοφανούς κρίσης, άντεξε συγκρούσεις μεγάλες, εκλογικές αναμετρήσεις, δημοψηφίσματα, διαφορετικές πολιτικές. Το γεγονός ότι επιβιώσαμε ως χώρα οφείλεται σε δύο παράγοντες, στο ότι κάποιοι ανέλαβαν τεράστια ευθύνη πολιτική, δυσανάλογα μεγάλη ευθύνη, ενώ κάποιοι άλλοι έκαναν τον έξυπνο εκ του ασφαλούς και επειδή είχαμε ανθεκτικούς συνταγματικούς θεσμούς. Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι το Σύνταγμα, ούτε θα λύσεις τα προβλήματα της ανάπτυξης, της κοινωνικής νοοτροπίας με το Σύνταγμα. Εάν κάτι πρέπει να μπει στο Σύνταγμα, είναι οι θεσμοί της δημοσιονομικής επίγνωσης, εάν μπορούμε να αποφύγουμε ξανά την περιπέτεια της ανεπίγνωστης διαχείρισης της ελληνικής οικονομίας και των προοπτικών της.

Έχουμε άλλα θέματα; Ναι, βεβαίως. Θα μπορούσαμε να κάνουμε καλύτερο το νόμο περί ευθύνης Υπουργών, που λένε ότι τον έκανα εγώ το 2001, ενώ τον έκανε ο Χαρίλαος Τρικούπης το 1875 και ισχύει έκτοτε στην Ελλάδα –ίσως μπερδεύονται με τα ονόματα– και να λύσουμε το πρόβλημα της διάλυσης της Βουλής λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά αυτό συνέβη μία φορά, τον Ιανουάριο του 2015. Μία άλλη φορά, το 1990, ήταν συμφωνημένο μεταξύ των κομμάτων ότι θα διαλυθεί έτσι η Βουλή για να πάμε από την κυβέρνηση Ζολώτα στην φυσιολογική εναλλαγή των κυβερνήσεων και εξελέγη, στην τρίτη εκλογή, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας με οριακή πλειοψηφία 150 πλέον ενός ψήφων. Θα μπορούσαμε να το έχουμε λύσει αυτό από το 2001 εάν η Νέα Δημοκρατία είχε συμφωνήσει να το καταργήσουμε, αλλά το αντελήφθησαν τώρα όλοι. Το αντελήφθησαν όλοι, και αυτοί που το χρησιμοποίησαν τον Ιανουάριο του 2015 για να προκαλέσουν εκλογές, αλλά εν πάση περιπτώσει και αυτό δεν είναι τόσο κρίσιμο, εάν στην επόμενη Βουλή υπάρχει πλειοψηφία 180 για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας.

Θα μπορούσε να πει κάποιος άλλος, όπως το λέει η Νέα Δημοκρατία, ότι για εμάς το θεμελιώδες είναι τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Είναι πάρα πολύ σημαντικό θέμα πράγματι, μόνο τα μη κρατικά πανεπιστήμια θα πιέσουν τα κρατικά προς την βελτίωσή τους, αλλά ποια μη κρατικά πανεπιστήμια; Όχι φθηνές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις χωρίς υποδομή, μιλάμε τώρα για ιδρυματικού χαρακτήρα, μη κερδοσκοπικά ιδρύματα με υπόσταση, με κύρος. Εν πάση περιπτώσει, μιλάμε για κάτι το οποίο θα μπορούσε να κάνει την Ελλάδα μεγάλη εκπαιδευτική βιομηχανία, αλλά η φούσκα της εύκολης εκπαίδευσης που καλλιεργείται κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο θα σκάσει πολύ σύντομα, γιατί οι χώρες που την τροφοδοτούν και κυρίως η Κίνα, που στέλνει τους Κινέζους, θα αρχίσουν να τους εκπαιδεύουν στον τόπο τους, τους φοιτητές τους μεταπτυχιακούς. Άρα, πρέπει να σκεπτόμαστε με όρους πιο σύνθετους και μη κρατικά πανεπιστήμια πιστεύω ότι μπορούν να γίνουν ούτως ή άλλως με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, ανεξαρτήτως της τροποποίησης του Συντάγματος, όπως λύθηκαν και άλλα θέματα επί τη βάσει του Ευρωπαϊκού Δικαίου, όπως, για παράδειγμα, το ζήτημα των τηλεοπτικών σταθμών και των μετόχων των τηλεοπτικών σταθμών.

Ή είναι επείγον ζήτημα να λυθεί συνταγματικά το θέμα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας; Το θέμα των σχέσεων κράτους και Εκκλησίας, Σεβασμιώτατε, όπως ξέρετε πάρα πολύ καλά εσείς, που είστε και ειδικός για τα θέματα αυτά, με τέτοια εμπειρία στην Ιερά Σύνοδο, δεν ρυθμίζεται πρωτίστως από το άρθρο 3, ρυθμίζεται από το άρθρο 13, τη θρησκευτική ελευθερία. Το άρθρο 3 ρυθμίζει τη σχέση του Ελληνικού Κράτους με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, θέλοντας να ενισχύσει τη διεθνή νομική υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου μέσα από ένα καθεστώς ομοταξίας του Ελληνικού Κράτους και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που το βλέπουμε να εκδηλώνεται και στον καταστατικό χάρτη του Αγίου Όρους, που ψηφίζεται ισοτίμως από τη Βουλή των Ελλήνων και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι όταν το Συμβούλιο Επικρατείας παρερμηνεύει τα θέματα αυτά, έχεις πάντα την προοπτική να πείσεις μία άλλη σύνθεση, πληρέστερη ,της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, να πει τα ορθά πράγματα. Βέβαια δεν μπορεί το θύμα μίας τέτοιας συζήτησης να είναι ο εφημεριακός κλήρος, δηλαδή το τίμημα να είναι η ανασφάλεια των ιερέων και των οικογενειών τους, κάτι που το ξέρουμε πάρα πολύ καλά και ο Λευτέρης και εγώ, αυτός ως γιος ιερέως, εγώ ως εγγονός ιερέως, πολυτέκνων ιερέων σε φτωχικά χωριά, που ξέρουν τι σημαίνει ο μισθός για να επιβιώσει η οικογένεια. Είναι και ο κ. Κούρκουλας από μεγάλη θεολογική οικογένεια.

Άρα βλέπουμε τα αδιέξοδα τα οποία προκαλεί αυτή η συζήτηση και κλείνω με αυτό, υπό συνθήκες έλλειψης συναίνεσης. Τώρα συνεδριάζει η Επιτροπή Αναθεώρησης στον πρώτο όροφο της Βουλής, στην αίθουσα της Γερουσίας, σε ένα κλίμα Βουλής των Λόρδων όπου, πλην ελαχίστων περιστατικών εκνευρισμού, η συζήτηση είναι ευγενική, θεωρητική, έχω κι εγώ τη δυνατότητα να τους λέω διάφορα πράγματα υπό τη διπλή μου ιδιότητα και ως καθηγητής και ως εισηγητής της προηγούμενης αναθεώρησης. Από κάτω βλέπουμε την παρακμή του κοινοβουλευτισμού, βλέπουμε τον αλληλοσπαραγμό των κυβερνητικών εταίρων, βλέπουμε να μην ξέρει ο δεύτερος εταίρος εάν έχει κοινοβουλευτική ομάδα ή δεν έχει, βλέπουμε μετακινήσεις βουλευτών που είχαμε αν δούμε από τη δεκαετία του 1960.

Έτσι τελειώνει η φάση της μεταπολίτευσης και αρχίζει η νέα μεταπολίτευση και η νέα εποχή; Με την παρακμή των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και με την αβεβαιότητα των κυβερνήσεων μειοψηφίας και ανοχής ή με τεχνάσματα σε σχέση με την ψήφο εμπιστοσύνης και την ψήφο δυσπιστίας, αυτή είναι η μοίρα του τόπου; Να τρώμε τον χρόνο μας, τον εθνικό, τον πολύτιμο, ενώ μπορεί να βρεθούμε προ αδιεξόδου λόγω της αδυναμίας να επιστρέψουμε στις αγορές και λόγω αυτής της αναιμικής και μη χρηματοδοτούμενης ανάπτυξης σε μία χώρα που, δυστυχώς, αυτή τη στιγμή δεν διαθέτει ούτε ένα λειτουργικό τραπεζικό σύστημα, ούτε ένα βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα, ούτε ένα περιβάλλον φιλεπενδυτικό, ούτε μία προοπτική συναινέσεων, μέσα από τις οποίες θα μπορούσε να ξεπεραστεί η βιαιότητα της σύγκρουσης. Αλλά πώς να ξεπεράσεις τη βιαιότητα της σύγκρουσης όταν κάποιοι επενδύουν στηn ποδηγέτηση της δικαιοσύνης, στην θεσμική εκτροπή και στη στοχοποίηση των πολιτικών αντιπάλων, σκάβοντας λάκκους στους οποίους πέφτουν μέσα οι ίδιοι και θα πέφτουν συνεχώς. Γιατί υπάρχει πάντα αυτό το μοιραίο στοιχείο, που προετοιμάζεις κάτι και αυτό στρέφεται εναντίον σου όταν αυτό αποτελεί προϊόν ενός εσφαλμένου και επιπόλαιου σχεδιασμού.

Αυτά είναι τα θέματα που προσπαθώ να θέσω και αυτά είναι και τα μεγάλα θέματα του δημοσίου λόγου. Δεν έχει επανέλθει η χώρα στην κανονικότητα και αυτό το λέω για όλες τις πολιτικές δυνάμεις. Αυτό αφορά και την κυβέρνηση και την αντιπολίτευση. Ο ισχυρισμός ότι η χώρα έχει μπει σε μία άλλη περίοδο κανονικής εξέλιξης και άρα μπορούμε να συζητάμε για το τι θα κάνουμε, με τη μορφή παροχών, ο ισχυρισμός αυτός υιοθετείται ευρύτερα αλλά μπορεί να υιοθετηθεί μόνον εάν χρηματοδοτηθεί και μπορεί να χρηματοδοτηθεί μόνον εάν υπάρχει δημοσιονομικό πλαίσιο και ρυθμός ανάπτυξης. Όταν το δημοσιονομικό μας πλαίσιο λέμε θα το αναζητήσουμε, δηλαδή θα διαπραγματευτούμε μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα από 3,5% του ΑΕΠ το χρόνο στο 2%, στην πραγματικότητα ,για να μη μας τρομάζουν οι αλήθειες, λέμε περίπου αυτό που είπε η ιταλική κυβέρνηση, με τον Conte, τον Salvini και τον Di Maio, ότι θέλουμε παραπάνω δημοσιονομικό έλλειμμα, θέλουμε έναν δημοσιονομικό χώρο περίπου 0,8% έως 1% του ΑΕΠ και εμείς λέμε, θέλουμε ένα δημοσιονομικό χώρο περίπου 1,5% του ΑΕΠ. Αυτά λέμε και σε πολύ μεγάλο βαθμό αυτά χρειαζόμαστε, αλλά αυτό πρέπει να το εντάξει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε ένα συνολικό σχεδιασμό του μέλλοντός της, που να επαναφέρει την πολιτική και τη σχέση με τις κοινωνίες, χωρίς να κινδυνεύει να οδηγηθεί στην απόλυτη διάλυση όλο το σύστημα.

Αλλά, βεβαίως, δεν υπάρχει μόνον αυτή η αδυσώπητη σχέση της Δημοκρατίας με τη συγκυρία και την Ιστορία, υπάρχει και η αδυσώπητη σχέση της Δημοκρατίας με τη δημαγωγία και το λαϊκισμό. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς, όταν αναζητείς πλειοψηφίες, όταν θες να κερδίσεις εκλογές, όταν η Δημοκρατία είναι δημοκρατία της νίκης και δεν είναι η δημοκρατία της ήττας, η δημοκρατίας της μειοψηφίας, η δημοκρατία της επίγνωσης, η δημοκρατία αυτού που είναι έτοιμος να πάρει επάνω του το βάρος του κόσμου, να σηκώσει στους ώμους του τον ουρανό. Άμα θες να κερδίσεις, το κόμμα σου, τότε βεβαίως αρχίζει η απλούστευση, η συνθηματολογία, η δημαγωγία, τελικά θα πάμε στο λαϊκισμό αναπόφευκτα, γιατί η αναζήτηση της πλειοψηφίας το επιβάλλει αυτό με έναν τρόπο ο οποίος είναι απολύτως φυσικός από ένα σημείο και μετά.

Άρα, ο λαϊκισμός είναι ένα εγγενές πρόβλημα της Δημοκρατίας, το οποίο πρέπει να συνυπολογιστεί στη συνολική ιστορική αξιολόγησή της, ότι είναι προτιμότερο να έχεις Δημοκρατία με τον κίνδυνο να είναι συγκυριακή, είναι προτιμότερο να έχεις Δημοκρατία με τον κίνδυνο να έχει λαϊκιστικές παραφθορές, παρά να μην έχεις. Διότι ο μεγάλος λαϊκισμός είναι ο λαϊκισμός των δικτατοριών και των αυταρχικών καθεστώτων και η δραματική συγκυρία είναι η συγκυρία του αυταρχικού συστήματος που καταπιέζει τα δικαιώματα και σε ισοπεδώνει. Άρα, βεβαίως, θα αγωνίζεσαι διαρκώς να ξεπεράσεις τη συγκυρία και να έρθεις με επαφή με την Ιστορία, θα αγωνίζεσαι διαρκώς να ξεπεράσεις το λαϊκισμό με ένα λόγο ευθύνης, ακόμη και εάν κάποιοι πρέπει να πληρώνουν μεγαλύτερο κόστος για να διατηρείται στο εσωτερικό της κοινωνίας το αίσθημα της ευθύνης και της επίγνωσης, και αυτό, σε πολύ μεγάλο βαθμό, πρέπει να το διασφαλίζει το Σύνταγμα που δεν μπορεί να γίνει κλοτσοσκούφι της συγκυρίας και να πέσει ως κάρβουνο στη μηχανή ενός προεκλογικού αγώνα αρκετών μηνών ή εβδομάδων.

Σας ευχαριστώ πολύ.


* Αναλυτικά για την εκδήλωση δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/ev/642-11-1-2019-larisa-parousiasi-vivliou-ev-venizelou-i-dimokratia-metaksy-sygkyrias-kai-istorias.html

 

11.01.2019 Λάρισα: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019