Καλαμάτα 18 Ιανουαρίου 2019

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην Καλαμάτα κατά την παρουσίαση του βιβλίου του «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» (εκδ. ΠΑΤΑΚΗ) στο Πνευματικό Κέντρο Καλαμάτας

 

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ από καρδιάς, την καθεμία και τον καθένα από εσάς προσωπικά που μπήκατε στο κόπο να έρθετε σήμερα εδώ, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου για να παρακολουθήσετε την παρουσίαση του βιβλίου μου και να μου δώστε την πολύ μεγάλη ευκαιρία να σας συναντήσω, γιατί αυτή η επαφή   των προσώπων έχει ιδιαίτερη σημασία, ανανεώνει δεσμούς φιλικούς, συναισθηματικούς και πολιτικούς αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Επιπλέον δε υπάρχει πάντα ένα κίνητρο να έρχεται κανείς στην Καλαμάτα, με την οποία θεωρώ ότι έχω στενούς δεσμούς, γιατί έχω πάρα πολλούς φίλους, πέρα από τη σχέση με τον τόπο, με το τοπίο, με την παράδοση και με τον πολιτισμό τον τοπικό.

Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα στον Διονύση Αλευρά, που ανήκει στην πρώτη φουρνιά των μαθητών μου στο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ. Ήταν φοιτητής σε ένα έτος που ανέδειξε και αυτόν, που είναι μια λαμπρή δικηγορική παρουσία όχι μόνο εδώ στην περιοχή αλλά και ευρύτερα, ανέδειξε και πολλά άλλα πρόσωπα στον δημόσιο και τον πανεπιστημιακό βίο της χώρας και τον ευχαριστώ γιατί πήρε την πρωτοβουλία να διοργανώσει, στο όνομα του κύκλου Ιδεών, της δεξαμενής σκέψης που έχουμε αυτή τη συνάντηση. Όπως ευχαριστώ βέβαια και τις εκδόσεις Πατάκη γιατί μου προσέφεραν ένα πάρα πολύ ωραίο τόμο καθώς και η αισθητική του βιβλίου έχει τη δική της σημασία που βοηθάει να πλησιάσει ο αναγνώστη με πιο ευχάριστο τρόπο τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο.

Θεωρώ μεγάλη μου τιμή, που ο αγαπητός συνάδελφος κ. Ξηρογιάννης πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας μου κάνει την τιμή να μιλήσει για το βιβλίο, το θεωρώ μία χειρονομία συναδελφική και μία τιμή εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας με τον οποίο έχω κάποιους δεσμούς σχετικούς με την ίδρυση και με την έδρα του εφετείου εδώ. Όπως ευχαριστώ και τον πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κυπαρισσίας και πολλούς άλλους συναδέλφους που είναι εδώ και με τιμούν με την παρουσία τους. Η ιδιότητα μου του δικηγόρου είναι η πρώτη και η πιο σημαντική που διαθέτω πριν και από την ιδιότητα του καθηγητή.

Και βέβαια ευχαριστώ τον Κώστα Μποτόπουλο, ο οποίος έχει κάνει λαμπρές σπουδές στο συνταγματικό δίκαιο στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Είχε μια πολύ ωραία και δυναμική παρουσία στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Είναι ένας ευρωπαίος σύγχρονος πολιτικός. Μια δυναμική και αυτόνομη παρουσία στον δημόσιο βίο με τις παρεμβάσεις του κυρίως στα ΝΕΑ πολύ συχνά, στη μεγαλύτερη καθημερινή εφημερίδα της χώρας. Χωρίς να θέλω να παραβιάσω τα ιδιωτικά του στοιχεία θέλω να πω ότι ο πατέρας του Βασίλης Μποτόπουλος προήδρευσε στο Συμβούλιο της Επικρατείας για μια μακρά περίοδο, 11 ολόκληρα χρόνια, υψηλού κύρους και θεσμικής αντοχής του Δικαστηρίου και πραγματικά πάντα συγκινούμαι όταν σκέφτομαι με πόση αγάπη και γενναιοδωρία με είχε αντιμετωπίσει από τότε, που πολύ νέος ξεκίνησα τη δικηγορική μου παρουσία στο ΣτΕ.

Σεβασμιότατε, θεωρώ ότι η παρουσία σας εδώ δεν είναι μόνο εκκλησιαστική, είναι και ακαδημαϊκή και η ιδιότητά σας ως συναδέλφου στο πανεπιστήμιο έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, γιατί το βιβλίο έχει ένα μεγάλο κεφάλαιο αφιερωμένο στις σχέσεις κράτους και εκκλησίας. Επιπλέον δε, όπως ξέρετε καλύτερα από μένα, όλες οι έννοιες οι οποίες σχετίζονται με το κράτος και το Σύνταγμα συνδέονται άμεσα με το κανονικό δίκαιο και ιδιαίτερα με το συνοδικό σύστημα οργάνωσης της Εκκλησίας. Και χαίρομαι πραγματικά που είστε εδώ, όπως φυσικά και όλους τους άλλους εκπροσώπους των θεσμών που μπήκαν στον κόπο να είναι εδώ.

 

Το βιβλίο κινείται σε δυο επίπεδα: στο επίπεδο του τίτλου του, που είναι κάπως αφηρημένος, « Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» και στο επίπεδο του υπότιτλου του, «Προκλήσεις και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος», τη συγκεκριμένη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος που συζητιέται εδώ και χρόνια, αλλά κινήθηκε επίσημα μόλις τον Νοέμβριο, πριν από δύο μήνες και ίσως αυτό το δεύτερο επίπεδο της αναθεώρησης μας επιτρέπει να δούμε με έναν πιο συστηματικό και τεκμηριωμένο τρόπο τα προβλήματα που συνδέονται με τη Δημοκρατία.

Θα μου πείτε, δεν είναι αυτονόητη η Δημοκρατία, δεν είναι μια κατάκτηση που στην Ευρώπη τουλάχιστον, στον δυτικό κόσμο, έχει οριστικά κριθεί; Πράγματι μπορεί να μιλάμε για κινδύνους σε σχέση με τη Δημοκρατία και τι κινδύνους; Κινδύνους εκτροπής; Κάνουμε μια συζήτηση αντίστοιχη με τη συζήτηση που γινόταν τις παραμονές της δικτατορίας της 21ης Απριλίου του 1967; Υπάρχουν τέτοιοι κίνδυνοι σε χώρες όπως η Ελλάδα; Παρότι αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας τον τελευταίο καιρό θυμίζουν πάρα πολύ τις κοινοβουλευτικές εντάσεις και εκτροπές της περιόδου του 1965, άρα μιας περιόδου πολύ κοντά στη δικτατορία της 21ης Απριλίου του 1967, είναι αλήθεια ότι ο κίνδυνος για τη δημοκρατία, την ευρωπαϊκή δημοκρατία, τη δυτική δημοκρατία, τη συνταγματική δημοκρατία, όλα αυτά είναι συνώνυμα, δεν είναι ο κίνδυνος της δικτατορίας, του πραξικοπήματος. Η υπονόμευση της Δημοκρατίας, η αλλοίωση της, η υποβάθμιση της, ο κίνδυνος να πεθάνει η δημοκρατία δεν είναι ένας κίνδυνος στρατιωτικός, πραξικοπηματικός. Ο κίνδυνος προέρχεται μέσα από την υποβάθμιση των θεσμών, από την υπονόμευση των θεσμών, όχι από την ωμή παραβίαση, αλλά από την εκ του πλαγίου παραβίαση του Συντάγματος, από την καταστρατήγησή του. Καταστρατήγηση του Συντάγματος είναι η περιγραφή του τύπου, δηλαδή ο εικονικός σεβασμός των διαδικασιών και των προϋποθέσεων, αλλά η κατουσίαν προσβολή του πνεύματος και του ρυθμιστικού περιεχομένου του Συντάγματος. Και τέτοια φαινόμενα έχουμε πάρα πολλά. Δεν έχουμε μόνο στο πολιτικό μέρος του Συντάγματος, στη λειτουργία της Βουλής, στη λειτουργία των κομμάτων, στον τρόπο που η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται το ρόλο της, αλλά έχουμε και στη λειτουργία της δικαιοσύνης. Έχουμε στη δικαιοσύνη πολύ σοβαρότερα προβλήματα απ΄ ότι έχουμε ίσως στον χώρο της πολιτικής, γιατί η δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο, είναι ο εγγυητής της εφαρμογής του Συντάγματος και ο προστάτης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, είναι ο εγγυητής της αρχής της νομιμότητας, που βρίσκεται στον πυρήνα του κράτους δικαίου. Το κράτος δικαίου χωρίς διάκριση των εξουσιών, χωρίς έλεγχο συνταγματικότητας, χωρίς επιβολή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δια της δικαιοσύνης, χωρίς προστασία των μειοψηφιών, των μειονοτήτων, χωρίς προστασία του ενός διαφορετικού ανθρώπου, δεν υπάρχει.

Υπάρχει τέτοιο πρόβλημα στην Ελλάδα; Υπάρχει τέτοιο πρόβλημα στην Ευρώπη; Υπάρχει τέτοιο πρόβλημα στη Δύση; Δυστυχώς υπάρχει και υπάρχει κάτι ακόμη χειρότερο για τη δημοκρατία. Υπάρχει καταρχάς η κόπωση των κοινωνιών και η δυσπιστία τους, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και σε χώρες της Ευρώπης που δεν πέρασαν από την εμπειρία της κρίσης και των μνημονίων, από χώρες μεγάλες, από χώρες υπεραναπτυγμένες με πλεονάσματα, όπως η Γερμανία, σε χώρες που χωρίς αυτές δεν συγκροτείται η Ευρωζώνη, όπως είναι η Γαλλία ή η Ιταλία, ή σε χώρες που ήταν αυτοκρατορίες και που παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στους διεθνείς συσχετισμούς, όπως είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, η Βρετανία. Βλέπουμε ότι υπάρχει πρόβλημα δημοκρατίας, πρόβλημα λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, πρόβλημα έκφρασης της κοινωνίας, συμμετοχής της κοινωνίας στην πολιτική, ικανοποίησης των πολιτών από το πολιτικό αποτέλεσμα.

Στην Ιταλία, ζούμε για πολλοστή φορά τη ρευστοποίηση του πολιτικού συστήματος, την κυριαρχία του λαϊκισμού. Στη Γαλλία, κυριαρχεί η εξέγερση των κίτρινων γιλέκων και ο πρόεδρος Μακρόν που εκλέχθηκε πριν από ενάμιση περίπου χρόνο με τις καλύτερες προϋποθέσεις ως αντίπαλος της γαλλικής ακροδεξιάς, αγωνίζεται να επιβιώσει, όχι νομικά, να επιβιώσει από πλευράς πολιτικής νομιμοποίησης - τη δημοφιλία του την έχει χάσει ούτως ή άλλως -   προσπαθώντας να βρει τρόπους διαλόγου με μία κοινωνία που βρίσκεται σε εξέγερση. Χωρίς να έχει υποστεί πολιτικές λιτότητας ή μέτρα μεταρρυθμιστικά που αλλάζουν τις ισορροπίες, καταργούν συνήθειες, δημιουργούν ανησυχίες, όπως αυτά που έζησε η Ελλάδα, η Κύπρος, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία εν μέρει, που δεν μπήκε σε μνημόνιο αλλά ήταν πάντα στα πρόθυρα.

Υπάρχουν άλλες χώρες που δεν έχουν κανένα οικονομικό πρόβλημα, αλλά έχουν πρόβλημα ταυτοτικό, έχουν πρόβλημα ασφάλειας. Μπορεί το πρόβλημα της ασφάλειας να μην είναι πραγματικό, να μην υπάρχει κίνδυνος από το έγκλημα, ή κίνδυνος από την τρομοκρατία, αλλά η διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών στο μυαλό των ανθρώπων να δημιουργεί ένα πρόβλημα καθαρότητας της εθνικής ταυτότητας ή της χριστιανικής ταυτότητας, επειδή είναι μουσουλμάνοι συνήθως οι μετανάστες που διεκδικούν να βρουν ένα καταφύγιο στην Ευρώπη. Αυτό το βλέπουμε σε χώρες που έχουν δεχθεί ελάχιστο αριθμό μεταναστών και προσφύγων όπως είναι η Πολωνία ή η Ουγγαρία, χώρες που έχουν ένα δημοκρατικό σύστημα που λειτουργεί. Έχουμε έναν πρωθυπουργό στην Ουγγαρία που κερδίζει και ξανακερδίζει τις εκλογές με τεράστια πλειοψηφία, αλλά έναν πρωθυπουργό που ελέγχει τα Μέσα Ενημέρωσης, που δεν ανέχεται αντιπολιτευόμενες φωνές στα Μέσα Ενημέρωσης και που επιτίθεται στη Δικαιοσύνη και απολύει με διάφορα τεχνάσματα τα μέλη του συνταγματικού δικαστηρίου, ή αλλάζει τα μέλη του ανωτάτου δικαστηρίου ή δημιουργεί παράλληλα ειδικά δικαστήρια, που δεν είναι ανεξάρτητα, αλλά ελέγχονται πλήρως από τον υπουργό Δικαιοσύνης. Και έχουμε φτάσει τώρα στο καταπληκτικό φαινόμενο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο, με αποφάσεις τους να παρεμποδίζουν την εφαρμογή των νόμων της Πολωνίας και της Ουγγαρίας σε σχέση με τη Δικαιοσύνη. Να λένε δηλαδή ότι «κακώς μειώνετε το όριο ηλικίας για να διώξετε δικαστές» και να φτάνουν μάλιστα να αναστέλλουν την εφαρμογή ων νόμων αυτών για να μην αλλοιωθεί η σύνθεση των δικαστηρίων.

Οι κίνδυνοι είναι όμως και οικονομικοί, διότι μέχρι πριν από δέκα χρόνια περίπου, ίσως βάζω λίγα, πριν από είκοσι χρόνια, υπήρχε απόλυτη βεβαιότητα ότι ανεπτυγμένες ανταγωνιστικές χώρες με ευημερία, είναι μόνο οι δημοκρατικές χώρες. Η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, έδειξε ότι δεν μπορείς να κερδίσεις τη μάχη της τεχνολογίας, τη μάχη της καινοτομίας, τη μάχη της ανταγωνιστικότητας, εάν δεν είσαι μία χώρα δημοκρατική, γιατί η λειτουργία της αγοράς δεν ολοκληρώνεται αν δεν λειτουργεί και η πολιτική ελευθερία, ο πολιτικός φιλελευθερισμός.

Τώρα όμως βλέπουμε, όχι στη Ρωσία που η οικονομία της βασίζεται στην πώληση φυσικών πόρων και όχι στην τεχνολογική ανταγωνιστικότητα, οφείλεται στο γεγονός ότι έχει φυσικό αέριο κυρίως, βλέπουμε σε άλλες χώρες, όπως είναι η Κίνα η οποία διεκδικεί ένα τεράστιο ποσοστό στο παγκόσμιο ΑΕΠ, να λειτουργεί μια χώρα χωρίς πολυκομματισμό, χωρίς δυτική δημοκρατία, χωρίς ανθρώπινα δικαιώματα, να λειτουργεί όχι με την ιδεολογία και την πρακτική της δημοκρατίας, αλλά με μια άλλη αντίληψη βασισμένη στον κομφουκιανισμό που είναι η αξιοκρατία, η meritocracy. Άρα σημασία δεν έχει να λειτουργούν οι εγγυήσεις που ξέρουμε στον δυτικό κόσμο- εκλογές περιοδικές, πολυφωνία, έλεγχος συνταγματικότητας-, σημασία έχει να επιλέγεις τους ικανούς, τους καταξιωμένους και να διαμορφώνεις μια ελίτ η οποία είναι όχι δημοκρατική, αλλά αξιοκρατική.

Αντίθετα, ο λαϊκισμός στη Δύση, στην Ευρώπη, επιτίθεται στις ελίτ. Θέλει τον λαό, το μεγάλο μέρος του πληθυσμού, τα φτωχότερα ή τα απειλούμενα μεσαία στρώματα να στρέφονται κατά των ελίτ. Και το «καινούριο», το δήθεν νέο, να στρέφεται κατά του «παλιού». Ενώ βλέπουμε στην αντίληψη της αξιοκρατίας, της meritocracy, στην Κίνα να έχουμε την ελίτ που συγκροτείται, που καθοδηγεί την οικονομία βεβαίως με πολύ αυστηρές προϋποθέσεις για τη διαφάνεια και την καταστολή κάθε διαφθοράς. Και βέβαια έχουμε μια ιδεολογία η οποία στηρίζεται στο παλιό, τις παραδοσιακές αξίες του κουμφουκιανισμού που από την άποψη αυτή μας θυμίζουν εμάς πλατωνικές αντιλήψεις για την διακυβέρνηση.

Στην Ελλάδα όλα γίνονται με έναν τρόπο χαλαρό, ερασιτεχνικό και επιπόλαιο. Βλέπουμε αυτή τη σταλαγματιά σταλαγματιά, τη στάγδην υπονόμευση της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και στην πραγματικότητα κανείς δεν αντιδρά. Δεν αντιδρά όσο πρέπει ούτε η κοινή γνώμη, ούτε το πολιτικό σύστημα, ούτε ο επιστημονικός κόσμος, δεν αντιδρούν οι διανοούμενοι, δεν αντιδρούν αυτοί οι οποίοι θα μπορούσαν να εκφράσουν την κοινωνία των πολιτών, όταν βλέπεις να υπονομεύονται θεμελιώδη στοιχεία του πολιτεύματος κυρίως στο χώρο της Δικαιοσύνης. Και όταν λέμε Δικαιοσύνη, βεβαίως έχει πολύ μεγάλη σημασία το ΣτΕ και ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, αλλά ο κόσμος ως δικαιοσύνη καταλαβαίνει πως λειτουργεί η ποινική δικαιοσύνη πρωτίστως. Έχει μια κυβέρνηση η οποία η ίδια λειτουργεί ως εκπρόσωπος της δικής της αντίληψης για τη δικαιοσύνη προσπαθώντας να επιβάλλει ή να προκαταλάβει αντιλήψεις. Και βεβαίως έχεις τα Μέσα Ενημέρωσης, έχεις σωρεία Μέσων Ενημέρωσης υπό τον κυβερνητικό έλεγχο και συνεχώς στοχοποίηση και στιγματισμό κάθε αντιπολιτευόμενου σοβαρά Μέσου Ενημέρωσης. Ποιος το κάνει αυτό; Ποιος επιτίθεται μιλώντας πολιτικά, επίσημα, από το βήμα της Βουλής κατά συγκεκριμένων Μέσων Ενημέρωσης; Ο Πρόεδρος Tράμπ ο οποίος δεν θέλει το CNN, δεν θέλει την Washington Post, δεν θέλει τους New York Times, δεν θέλει φωνή στα μέσα ενημέρωσης που να είναι επικριτική για τον τρόπο που ασκεί την εξουσία και που βεβαίως βρίσκεται σε ανοικτή σύγκρουση με την Γερουσία, με την αντιπολίτευση - για ποιά θέματα; Αν παρακολουθείτε τις εξελίξεις στην Αμερική, ποια ήταν η τελευταία μεγάλη σύγκρουση: η σύνθεση του ανώτατου δικαστηρίου, ο διορισμός δικαστών. Το πώς παραιτήθηκε ένας δικαστής και το πώς επελέγη ο διάδοχός του σε μια διαδικασία η οποία κράτησε μήνες, με μεγάλες αντιδικίες σε σχέση με την προσωπικότητα, τις αντιλήψεις ενός δικαστή που είναι ισόβιος, και που επηρεάζει την πορεία της Αμερικής πολύ περισσότερο απ ότι την επηρεάζει η σύνθεση της Βουλής των αντιπροσώπων ή η σύνθεση της Γερουσίας για μία περίοδο. Γιατί θα ληφθούν πολύ μεγάλες αποφάσεις, όχι μόνο για θέματα ηθικής, όπως είναι οι εκτρώσεις ας πούμε ή η οπλοφορία, αλλά για θέματα που έχουν σχέση με τη διαχείριση του μεταναστευτικού ή αύριο για το πώς αντιλαμβάνεται τις διεθνείς σχέσεις ο Πρόεδρος, δηλαδή πώς αντιλαμβάνεται για παράδειγμα τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, που είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα.

Άρα υπάρχει ένα πρόβλημα παγκόσμιο και ένα πρόβλημα πανευρωπαϊκό. Αυτό μας θυμίζει ότι η Δημοκρατία είναι ένα πολύ ευαίσθητο προϊόν, όχι πολύ παλιό όσο νομίζουμε. Η σχέση της Δημοκρατίας των αρχαίων με τη δημοκρατία των σύγχρονων είναι λιγότερη στενή απ΄ ότι μπορούμε να φανταστούμε, γιατί αυτό που λέμε Δημοκρατία τώρα, η συνταγματική Δημοκρατία, η αντιπροσωπευτική είναι προϊόν των δυο τελευταίων αιώνων, των τριών πια, δηλαδή από τον 18ο αιώνα και μετά, από τη Γαλλική και την Αμερικανική επανάσταση. Αυτή η Δημοκρατία, δεν είναι τυχαίο ότι γεννιέται μαζί με την έννοια του Συντάγματος.

Η Δημοκρατία είναι από τη φύση της συγκυριακή βασίζεται στην προσωρινότητα. Εάν δεν έχει περιοδικές εκλογές, εάν δεν έχει ανανέωση της εντολής, εάν δεν έχεις λογοδοσία, και στην Αμερική έχουν συνεχώς εκλογές, δεν έχεις Δημοκρατία. Όμως όταν έχεις συνεχώς εκλογές και μια συγκυρία που τρέχει, πώς έχεις το μυαλό σου στην Ιστορία, στις μεγάλες αποφάσεις, για το εθνικό συμφέρον, για το συμφέρον της Ευρώπης, για το συμφέρον των επόμενων γενεών, για το πώς θα ζήσουν τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας; Άρα η Δημοκρατία λειτουργεί συγκυριακά, κρίνεται όμως ιστορικά, όταν όμως η Δημοκρατία εμφανίζεται να καθιστά οριστικές κάποιες αποφάσεις, οι κοινωνίες και οι πολίτες δυσανασχετούν. 

Τι συμβαίνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη; Μας λέει η Ευρωζώνη έχουμε κανόνες οριστικούς, όλοι θα σεβαστείτε τους κανόνες. Δεν μπορείτε να περνάτε το 60% του ΑΕΠ στο χρέος. Δεν μπορείτε να περνάτε το 3% του ΑΕΠ στο δημοσιονομικό έλλειμμα κάθε χρόνο. Δεν θα έχετε δική σας νομισματική πολιτική γιατί το νόμισμα είναι ενιαίο. Αποφασίζει ανεξάρτητα η ΕΚΤ. Όμως κάθε κράτος ζητάει τώρα εξαιρέσεις και αποκλίσεις. Και εμείς θέλουμε να αλλάξουμε το πλαίσιο το δημοσιονομικό. Να έχουμε μικρότερο πρωτογενές πλεόνασμα από 3,5% στο οποίο μας έχει δεσμεύσει η κυβέρνηση αυτή μέχρι το 2022 και από το 2,2 % στο οποίο μας έχει δεσμεύσει από το 2023 μέχρι το 2060.

Μου λένε, τι εννοείς Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας. Εννοώ όταν ψηφίζουμε κάθε χρόνο μία κυβέρνηση και έναν προϋπολογισμό και παράγουμε ελλείμματα δεν έχουμε αίσθηση του ιστορικού αποτελέσματος που είναι το χρέος που προέρχεται από τη συσσώρευση των ετήσιων ελλειμμάτων. Όταν «ξυπνάει» μια κοινωνία και βρίσκει το χρέος που είναι ένα ιστορικό μέγεθος είναι αργά, γιατί έχουν ληφθεί οι αποφάσεις στο παρελθόν.

Αυτά τώρα τα μεγάλα θέματα συνδέονται άμεσα με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η Ευρώπη κινδυνεύει. Εμείς ψάχνουμε να ξαναγίνουμε μια κανονική χώρα, ομαλή, ισότιμη μέσα στην Ευρώπη. Ποια Ευρώπη; Η Ευρώπη διαπραγματεύεται συνεχώς την ύπαρξή της. Εδώ υπάρχουν αμφισβητήσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας. Υπάρχει γερμανική ακροδεξιά, υπάρχει αλλαγή των συσχετισμών και αμφισβήτηση των παραδοσιακών κομμάτων στη Γερμανία. Έχουν καταρρεύσει τα παραδοσιακά κόμματα στη Γαλλία. Τι θα γίνει στις ευρωεκλογές του Μαΐου; Εάν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράζονται με ένα πολύ μεγάλο ποσοστό οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις, πώς θα πορευτεί η Ευρώπη έτσι ώστε να μπορούν οι κοινωνίες να εκφράζονται, να μπορεί το πολιτικό σύστημα να λαμβάνει υπόψιν τις ευαισθησίες του πολίτη, τις ανάγκες ανάπτυξης όλων των χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια η καθεμιά και ταυτόχρονα να μην καταρρεύσει το οικοδόμημα; Διότι αν οι αγορές επιτεθούν στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα ή αν η Αμερική δει τη σχέση της με την Ευρώπη όχι ως μια σχέση συμμαχική, όχι ως μία σχέση ασφάλειας, αλλά ως έναν εμπορικό πόλεμο ,τότε βεβαίως τα πράγματα θα είναι εξαιρετικά δύσκολα.

Αυτά μας φαίνονται απόμακρα και πολυτελή σε σχέση με τα θέματα τα δικά μας εδώ. Ποια είναι τα θέματα τα δικά μας όμως; Τα θέματα τα δικά μας είναι αν αποκτήσει 151 ψήφους στη Βουλή η κυβέρνηση; Αν θα κυρωθεί με 151 ή με μικρότερη πλειοψηφία η Συνθήκη των Πρεσπών; Αν θα επιβιώσει εκλογικά το κόμμα του κ. Καμμένου ή το κόμμα του κ. Λεβέντη; Αυτά είναι τα θέματά μας; Μήπως το θέμα μας είναι ο κίνδυνος η χώρα να βρεθεί στο απόλυτο αδιέξοδο; Είπε ο Κώστας Σημίτης πριν από 15 μέρες σε μια συνέντευξη που έδωσε, ότι η χώρα βαδίζει στο 4ο μνημόνιο. Τέταρτο μνημόνιο σημαίνει τέταρτο δάνειο το οποίο θα μας δώσει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, σημαίνει ότι θα ψηφίσουν οι κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια των κρατών της ευρωζώνης να πάρει η Ελλάδα ένα τέταρτο μνημόνιο. Αυτό είναι μια πολύ απλή εξέλιξη. Αν αυτό δεν γίνεται; Αν θα πρέπει η Ελλάδα να λύσει τα προβλήματα χρηματοδότησης που έχει μόνη της ή με πολύ μικρή βοήθεια, όχι με τη μορφή δανείου; Πώς θα επιβιώσει μία χώρα που έχει ένα ατελές τραπεζικό σύστημα; Χωρίς εθνική αποταμίευση, χωρίς καταθέσεις, χωρίς να χορηγούνται νέα δάνεια, δηλαδή χωρίς να υποβοηθούνται νέες επενδύσεις. Πώς θα επιβιώσει μία χώρα χωρίς μεσαία τάξη που αποδεκατίζεται, γιατί μέσα από το προϊόν της υπερφορολόγησης της μεσαίας τάξης λειτουργεί αυτή η μεγάλη παγίδα του υπερπλεονάσματος που μοιράζει επιδόματα ,χρήσιμα και αναγκαία για τα νοικοκυριά με ανάγκες, αλλά τους στερεί την προοπτική να υπάρξουν μόνιμες και καλά πληρωμένες θέσεις εργασίας, να λειτουργήσουν μικρές επιχειρήσεις. Έτσι ώστε το δαιμόνιο το ελληνικό, που είναι ένα δαιμόνιο μικρομεσαίο, να οδηγήσει τη χώρα ξανά σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης ώστε να ξαναβρούμε τη θέση μας και την ανταγωνιστικότητά μας υπό συνθήκες τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, ενώ δηλαδή παγκοσμίως αλλάζουν τα δεδομένα της εργασίας και των συντελεστών της παραγωγής.

Ποιος συζητάει γι΄αυτά; Και αυτή είναι μια συζήτηση η οποία συνδέεται με το Σύνταγμα; Δηλαδή θα τα λύσουμε αυτά με συνταγματικές διατάξεις στο εθνικό Σύνταγμα; Το οποίο ,ούτως ή άλλως, πρέπει να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψιν του το ευρωπαϊκό δίκαιο και το διεθνές δίκαιο και ελέγχεται, ούτως ή άλλως και το εθνικό σύνταγμα από το ΕυρΔΔΑ και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Και αν η συζήτηση αφορά το Σύνταγμα, ποια συζήτηση; Η συζήτηση για τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας; Είναι το επείγον θέμα της χώρας; Ή η συζήτηση για τη λεγόμενη δημοσιονομική επίγνωση, δηλαδή να υπάρχει ένα μεγάλο καμπανάκι κινδύνου από τις δημοσιονομικές υπερβάσεις, από τα ελλείμματα, από την αδυναμία διαχείρισης του χρέους, ώστε όλοι να είναι υπεύθυνοι και ο πολίτης να ξέρει ότι ψηφίζει εν γνώσει των συνεπειών και των επιπτώσεων της ψήφου που δίνει.

Αν πράγματι ανοίγαμε μια συζήτηση για το Σύνταγμα, θα ανοίγαμε μια συζήτηση για το Σύνταγμα και την κρίση. Έχω πει πολλές φορές, τώρα συζητάμε για τα αναδρομικά, για το αν το ΣτΕ θα αποφασίσει έτσι ή αλλιώς σε σχέση με τα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων ή για την περικοπή των συντάξεων από το 2012 και μετά. Ωραία. Αν εμείς δεν παίρναμε κανένα μέτρο, δεν ψηφίζαμε κανένα νόμο, ίσχυαν όλα νομικά, χωρίς κανένα περιορισμό, αλλά το δημόσιο ταμείο δεν είχε να πληρώσει μισθούς και συντάξεις, δεν είχε λεφτά να πληρώσει για τη λειτουργία των σχολείων, των νοσοκομείων, για τον φωτισμό των δρόμων, για τη λειτουργία της αστυνομίας, για τη λειτουργία των ενόπλων δυνάμεων και η χώρα πήγαινε χωρίς καμία νομοθετική μεταβολή, χωρίς καμία περικοπή, χωρίς κανένα δυσάρεστο μέτρο με κόστος πολιτικό, πήγαινε τυφλά, υπνοβατώντας, στην απόλυτη καταστροφή, τη χρεοκοπία- τί θα έλεγε το Σύνταγμα; Θα είχε καταρρεύσει το Σύνταγμα. Θα είχε καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα, το ασφαλιστικό σύστημα, η λειτουργία του κράτους και η λειτουργία της Δημοκρατίας. Αλλά όταν παίρνεις μέτρα με αίσθημα ευθύνης, γίνεσαι δυσάρεστος και πληρώνεις πολιτικό κόστος. Όταν χορεύεις γύρω από τη φωτιά και χαίρεσαι που καίει η φωτιά και θες να βλέπεις τους αντιπάλους σου δεμένους σε ένα στύλο, να καίγονται από τη φωτιά και εσύ πανηγυρίζεις λέγοντας «έχω μια μαγική λύση και ελάτε να τη ψηφίσετε» και μετά αποδεικνύεται ότι πρέπει να πέσουν όλοι στη φωτιά σε πιο υψηλή θερμοκρασία. Αυτό τι είναι; Είναι δημοκρατικά συγκυριακό ή δημοκρατικά ιστορικό;

Πώς νιώθει ο πολίτης, που ψήφισε τον Ιανουάριο του 2015 για ένα πρόγραμμα που αποδείχθηκε ανέφικτο, που ψήφισε με 62% όχι στο δημοψήφισμα τον Ιούλιο του ’15, όχι στις προτάσεις του Γιούνκερ και μετά στις 12 Ιουλίου του 2015 απεδέχθη ένα πρόγραμμα πολύ πιο αυστηρό από τις αρχικές προτάσεις και εξαφανίστηκε το 62%, αυτός τι αντίληψη έχει για την δημοκρατία; Και ο ελληνικός λαός ,είτε το ομολογεί, είτε δεν το ομολογεί, το 2019 βλέπει τα πράγματα όπως τα έβλεπε το 2015;

Τώρα όμως δεν αγωνιζόμαστε να γυρίσουμε στην προ κρίσης περίοδο, δεν αγωνιζόμαστε να γυρίσουμε στο 2009, στον παράδεισο, γιατί είμαστε οι εκπεσόντες άνθρωποι που χάσαμε τον παράδεισο της μεταπολίτευσης, τώρα αγωνιζόμαστε να γυρίσουμε στο Δεκέμβρη του 2014. Μα και αυτά τα τέσσερα χρόνια; Το ’15, το ’16, το ’17, το ’18 και ένα μεγάλο μέρος του ’19 ούτως ή άλλως; Γιατί υπάρχουν δεσμεύσεις και είναι ψηφισμένος ο προϋπολογισμός πέντε χρόνων, ήταν πέντε τα προηγούμενα και πέντε αυτά, αυτά είναι η δευτερογενής κρίση. Θα μπορούσε αυτά να μην υπάρχουν και τώρα στόχος είναι να πάμε πίσω από αυτά τα τελευταία πέντε χρόνια και να γυρίσουμε στο Δεκέμβρη του ’14, στην αισιοδοξία που είχαν τότε οι αγορές, στην αισιοδοξία που είχαν τότε οι άνθρωποι ότι μπορεί να βρεθεί μία λύση, η οποία γιατί χάθηκε; Χάθηκε γιατί ο ελληνικός λαός ο ίδιος ψήφισε όπως ψήφισε στις ευρωεκλογές του ’14 και ψήφισε όπως ψήφισε, μετά λόγου γνώσεως, τρεις φορές, όχι μία, τον Ιανουάριο του ’15, τον Ιούλιο του ’15 και τον Σεπτέμβριο του ’15.

Άρα, δεν υπάρχει κανένα λάθος που αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου. Ποιου ταμείου τώρα; Του «ταμείου» της συγκυρίας ή του «ταμείου» της Ιστορίας; Όταν λοιπόν δεν έχουμε να πούμε τίποτα επί της ουσίας, γιατί εδώ πρέπει η κοινωνία να αποφασίσει εάν θέλει να σέρνεται, να προσδοκά επιδόματα, να προσδοκά στην πραγματικότητα την αναδιανομή της μιζέριας μέσα από την υπερφορολόγηση, όπου μπορεί να φορολογηθεί γιατί παράγει κάτι αλλά μετά κι αυτός δεν θα μπορεί να παράγει τίποτα και θα οδηγηθεί όλο αυτό σε αδιέξοδο ή αν θέλει να βρει μία προοπτική, που βασίζεται βέβαια στις δημιουργικές δυνάμεις του τόπου, στη δουλειά και στην αντίληψη που πρέπει να έχουμε για την επόμενη γενιά. Γιατί και η λειτουργία του ασφαλιστικού συστήματος και η λειτουργία του τραπεζικού συστήματος μέσα σπο αποταμιεύσεις, αφορούν βέβαια τη σχέση μας με το μέλλον. Η Ιστορία δεν έχει σχέση με το παρελθόν, δεν μιλάω για την ιστοριογραφία, μιλάω για την ιστορία ως διορατικότητα και προοπτική σε σχέση με το μέλλον.

Τίθενται αυτά τα θέματα; Όχι. Δεν τίθενται ούτε όταν λες ότι, «εντάξει βγήκαμε από το μνημόνιο, η χώρα έχει επανέλθει στην κανονικότητα». Ποιό μνημόνιο, ποια κανονικότητα; Το τρίτο μνημόνιο, ενώ θα έπρεπε να έχουμε βγει από το δεύτερο και η κανονικότητα ποια είναι; Η κανονικότητα των δεσμεύσεων γι’ αυτά τα υπέρογκα πρωτογενή πλεονάσματα και τη συνεχή εποπτεία και η δυστοκία των αγορών, στις οποίες δεν έχεις επιστρέψει, γιατί τα περιβόητα spreads είναι μεγαλύτερα από ότι ήταν τον Μάρτιο 2010 όταν μπήκαμε στο πρώτο μνημόνιο.

Άρα, δεν κάνουμε τη συζήτηση που πρέπει, κάνουμε μια δημόσια συζήτηση εκτός θέματος. Μήπως κάνουμε αυτή τη συζήτηση εκτός θέματος στο όνομα κάποιων μεγάλων αξιών; Είναι μεγάλη αξία ας πούμε, όπως είπε ο Κώστας προηγουμένως, αυτό που λέμε ο σεκιουλαρισμός, η Laïcité, δηλαδή, ο πλήρης χωρισμός κράτους και εκκλησίας στο όνομα μιας πολιτικής θεολογίας της Γαλλικής Επανάστασης που είχε τη δική της αντίληψη για το υπέρτατο ον, άλλαξε τους μήνες, άλλαξε το ημερολόγιο, άλλαξε τη δημόσια λατρεία και επέβαλε μία πολιτική θεολογία; Η Ελλάδα είναι ένα κράτος θρησκευτικά φιλελεύθερο στο οποίο ισχύει η θρησκευτική ελευθερία. Η ορθόδοξη εκκλησία δεν έπρεπε να επικαλείται τη θέση της ως επικρατούσας σύμφωνα με το άρθρο 3, αλλά το γεγονός ότι είναι και αυτή ένα υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας όπως όλα τα άλλα, απλώς συμβαίνει να είναι το μεγαλύτερο, το πιο οργανωμένο, το πιο πολυπρόσωπο, το πιο ισχυρό. Εάν δεν υπήρχαν οι περιορισμοί της νομικής της φύσης και ήταν ελεύθερη να αναπτύξει τον ακτιβισμό της και την υπερδραστηριότητά της και τις αντιλήψεις της, ή μάλλον τις αντιλήψεις των λειτουργών της, όχι τις αντιλήψεις τις θεολογικές της εκκλησίας, τότε θα μπορούσε να είναι πολύ πιο επιδραστική πολιτικά, όπως είναι επιδραστικές οι εκκλησίες στην Αμερική που είναι ένα κράτος ουδετερόθρησκο. Το άρθρο 3, δεν αφορά την Εκκλησία της Ελλάδος και αυτά που συζητάμε. Αφορά τη διεθνή θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το ερώτημα είναι, εάν θα σεβαστούμε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αν θα το αναγνωρίσουμε ως διεθνές νομικό πρόσωπο, εάν θα σεβαστούμε τα ιδιαίτερα καθεστώτα τα εκκλησιαστικά στην Ελλάδα και αν θα σεβαστούμε τη μεγάλη πολιτική που ασκεί το Πατριαρχείο σε σχέση με την Ουκρανία, σε σχέση με την παγκόσμια ορθοδοξία, σε σχέση με τους παγκόσμιους πολιτικούς συσχετισμούς. Γιατί οι αυτοκεφαλίες είναι πάντα πολιτικά ζητήματα, συνδέονται με την ύπαρξη ενός κράτους και με την κρατική οντότητα, για να μην σας κουράζω με πολλές λεπτομέρειες. Αλλά αφήστε αυτό το παράδειγμα.

Αυτό που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση είναι ότι πρέπει να ψηφίσουμε τη Συνθήκη των Πρεσπών όπως έχει, χωρίς να έχει ζητηθεί συμβολή της αντιπολίτευσης και συναίνεση της αντιπολίτευσης, στη φάση της προετοιμασίας και της διαπραγμάτευσης, ενω έχουμε πει τί πρέπει να γίνει, πριν την υπογραφή. Προσωπικά έχω γράψει και έχω πει με κάθε λεπτομέρεια και καλοπιστία, τι πρέπει να γίνει, πώς να γίνει. Μα αν δεν παρενέβαινε η αντιπολίτευση, η κυβέρνηση τώρα θα είχε συμφωνήσει το κράτος αυτό να ονομάζεται Δημοκρατία του Ίλιντεν.Και δεν θα είχε ζητήσει αναθεώρηση του Συντάγματος της γειτονικής χώρας, αυτά τα επέβαλε η αντιπολίτευση. Η αντιπολίτευση θα μπορούσε να βοηθήσει να είναι σωστές οι ρυθμίσεις για την ιθαγένεια, για τη γλώσσα, για την λεγόμενη μακεδονική ταυτότητα στο άρθρο 7. Αλλά εγώ να δεχτώ ότι είναι μεγάλο θέμα εθνικού συμφέροντος η Συνθήκη των Πρεσπών. Πότε έγινε θέμα εθνικού συμφέροντος; Όταν αποφάσισε η κυβέρνηση να τη χρησιμοποιήσει ως μοχλό για να αποπλυθεί από τον κ. Καμμένο και να βρει άλλους συμμάχους στην Κεντροαριστερά και τελικά οι σύμμαχοι που βρήκε είναι, η κα Παπακώστα, τέσσερις βουλευτές του κ. Καμμένου και ο κ. Δανέλλης. Τι Κεντροαριστερά είναι αυτή;

Και το εθνικό συμφέρον είναι ποιο; Η σταθερότητα της κυβέρνησης ή η μακροπρόθεσμη εξωτερική πολιτική; Και αν είναι αυτό εθνικό συμφέρον, η ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας, η προοπτική της οικονομίας, η ανάγκη να γίνουν εκλογές, δεν είναι εθνικό συμφέρον αυτό; Δεν μας καλεί η κυβέρνηση να συμπράξουμε σε μία ευρεία πλειοψηφία εθνική, η οποία έπρεπε να υπάρχει από τη φάση της διαπραγμάτευσης. Μας καλεί να τη στηρίξουμε στην προσπάθειά της να οργανώσει ένα δικό της νέο αφήγημα, πως τάχα δήθεν δεν είναι εξαρτημένη από τον εθνικισμό του κ. Καμμένου, αλλά από την κεντροαριστερά του κ. Δανέλλη, την οποία όμως ψηφίζουν οι βουλευτές του κ. Καμμένου, οι οποίοι έχουν τις αντιλήψεις αυτές και από τους οποίους ένας δεν ψηφίζει τη Συνθήκη των Πρεσπών, ενώ ψηφίζει την κυβέρνηση! Και αυτό πρέπει να διαλύσει όλα τα υπόλοιπα κόμματα και πρέπει να καταστεί κρίση της Δημοκρατικής Παράταξης! Γιατί θα μας κάνουν μαθήματα εμάς τι σημαίνει πατριωτισμός και θα ζητήσουν από εμάς εξηγήσεις, εάν καταδικάζουμε τις αφίσες που ακροδεξιά, εθνικιστικά στοιχεία κολλάνε σε διάφορες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας, χαρακτηρίζοντας προδότες τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και τους συνεργάτες του ΣΥΡΙΖΑ. Μα προφανώς εμείς καταδικάζουμε τα φαινόμενα αυτά, όπως και κάθε φαινόμενο βίας. Πότε καταδίκασαν αυτοί τις αφίσες που έδειχναν το πρόσωπο του Αντώνη Σαμαρά, το δικό μου, του Γιώργου Παπανδρέου, με τον υπότιτλο γερμανοτσολιάδες, μερκελιστές και προδότες;

Και ποιος έχει το ανάστημα να ζητήσει εξηγήσεις στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και του πολιτικού κόστους από τους ανθρώπους που πλήρωσαν δυσανάλογο πολιτικό κόστος για να υπάρχει η χώρα αυτή και για να μπορεί ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του να τη βλάπτει τη χώρα αυτή, η οποία παρέμεινε ζωντανή και να αναζητά μέτρα για το χρέος στη συμφωνία που εγώ υπέγραψα για το χρέος το Φεβρουάριο του 2012. Όχι στο μνημόνιο που υπέγραψε αυτός τον Ιούλιο του 2015. Όλα τα μέτρα για τη μείωση του χρέους είναι μέτρα για το δεύτερο πρόγραμμα, στη βάση του δευτέρου προγράμματος.

Άρα ποιος μιλάει στο όνομα του εθνικού συμφέροντος και με τι ορίζοντα εθνικού συμφέροντος; Εθνικό συμφέρον είναι η αλλαγή του αφηγήματος του ΣΥΡΙΖΑ και ο εξαγνισμός από την συνεργασία με τους ΑΝΕΛ, ενώ στηρίζεται τελικά από τους βουλευτές των ΑΝΕΛ; Μήπως έχουμε χάσει πλήρως την αίσθηση της πραγματικότητας;

Μπορεί το Σύνταγμα να συλλάβει τα φαινόμενα αυτά; Αυτό είναι η καταστρατήγηση του Συντάγματος. Το Σύνταγμα είναι ένας πολιτισμός, είναι ένας κώδικας αξιών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αγωνίζεται να διαφυλάξει τις αξίες της, κινεί διαδικασίες κατά χωρών, όπως η Ουγγαρία και η Πολωνία, γιατί παραβιάζονται οι αξίες της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, όχι ο τύπος. Γιατί βεβαίως οι αποφάσεις είναι νομιμοποιημένες. Οι εκλογείς έχουν ψηφίσει σε εκλογές και δημοψηφίσματα και τα κοινοβούλια έχουν ψηφίσει νόμους. Άρα, χρειάζεται κάτι παραπάνω από αυτό.

Γι’ αυτό η αναθεώρηση είναι μία πολύ επικίνδυνη διαδικασία, γιατί θέτει υπό αίρεση και εκκρεμότητα τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος. Και γι’ αυτό επιμένω ότι μόνο με συναίνεση προχωράει η διαδικασία αυτή και προς θεού, δεν πρέπει καμία διάταξη να κριθεί αναθεωρητέα με πλειοψηφία μεγαλύτερη των 180, ώστε να μπορεί η επόμενη Βουλή με την απλή πλειοψηφία να αλλάξει το Σύνταγμα, ακόμα και αν η πλειοψηφία αυτή, είναι η πλειοψηφία που θέλουμε και που προτιμάμε, μια καθαρά εκσυγχρονιστική, ευρωπαϊκή, δημοκρατική, προοδευτική πλειοψηφία, γιατί και αυτή πρέπει να είναι περιορισμένη. Άρα καμία διάταξη δεν πρέπει να μπορεί να ψηφιστεί στην επόμενη Βουλή με απλή πλειοψηφία 151. Πρέπει όλες να θέλουν ευρύτατη συναίνεση και ας μη γίνει, είναι προτιμότερο να μη γίνει. Διότι πράγματι είναι πολύ σημαντικό να μην διαλύεται η Βουλή λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας και το πληρώσαμε αυτό τον Ιανουάριο του 2015, αλλά η λύση είναι απλή. Ας υπάρχει στην επόμενη Βουλή πλειοψηφία 180, που μπορεί να εκλέξει Πρόεδρο Δημοκρατίας. Είναι πολύ πιο απλό αυτό, από το να θέτεις εν αμφιβόλω τον αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος, που είναι η μεγίστη εγγύηση της ιστορικότητας και του βάθους της δημοκρατίας.

Άρα λοιπόν, έχει πολύ μεγάλη σημασία να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους και στον πυρήνα τους. Και αυτό προσπάθησα και εγώ να κάνω με το βιβλίο αυτό, που βεβαίως είναι ένα βιβλίο που αφορά κυρίως την πρόσφατη περίοδο, την περίοδο κυρίως από το 2013 και μετά, ιδίως από 2015 και μετά. Αλλά το βιβλίο δεν μπορεί να το δει κανείς έξω από τα συμφραζόμενά του και τα συμφραζόμενά του είναι αυτά που ζούμε όλο αυτό τον καιρό, συμφραζόμενα που πρέπει να τα θέσουμε σε μια προοπτική εθνικής υπευθυνότητας, στο όνομα της ευθύνης που έχουμε εμείς οι ίδιοι, απέναντι στην επόμενη και τις επόμενες γενιές.

Σας ευχαριστώ πολύ. -


*Αναλυτικά για την εκδήλωση δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/ev/644-paraskevi-18-1-2019-kalamata-parousiasi-vivliou-ev-venizelou-i-dimokratia-metaksy-sygkyrias-kai-istorias.html 

18.1.2019, Καλαμάτα: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζέλου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

18.1.2019, Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου στην Καλαμάτα from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019