Χανιά, 2 Φεβρουαρίου 2019


Ομιλία Ευάγγελου Βενιζέλου στην παρουσίαση στα Χανιά του βιβλίου του «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας»
 

Ευχαριστώ πάρα πολύ, κ. Πρόεδρε, για την εισαγωγή σας και στο πρόσωπό σας ευχαριστώ από καρδιάς το Δικηγορικό Σύλλογο Χανίων, έναν λαμπρό, δραστήριο Δικηγορικό Σύλλογο, για την πρόσκληση και για την ευκαιρία που μου δίνει να βρίσκομαι στην Κρήτη, στα Χανιά, να είμαι σήμερα εδώ μαζί σας, σε αυτή την τόσο ωραία και πυκνή ομήγυρη με αφορμή την έκδοση του βιβλίου μου. Είναι πραγματικά μεγάλη η συγκίνησή μου κάθε φορά που βρίσκομαι εδώ, έχω μία συμπτωματική συγγένεια λόγω επωνύμου με τον τόπο αυτόν. Παρότι στην Κρήτη υπάρχει μόνον η οικογένεια του Εθνάρχη, έχουμε και εμείς το προνόμιο, οι καταγόμενοι από την Νότια Εύβοια, από την επαρχεία Καρυστίας, όπως και οι καταγόμενοι από τη Βοιωτία, από τη Θήβα, ίσως σε μικρό ποσοστό και οι καταγόμενοι από τη Μάνη, να έχουμε το επίθετο αυτό και να νιώθουμε ότι έχουμε μία νοητή γραμμή που μας συνδέει με την Κρήτη και με την εισφορά της στην υπερηφάνεια του ελληνικού έθνους και στη συγκρότηση του νέου ελληνικού κράτους, γιατί ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι ο πραγματικός πατέρας του νέου ελληνικού κράτους.

Χαίρομαι, επίσης, γιατί βλέπω στην αίθουσα πάρα πολλά φιλικά πρόσωπα, δεν θέλω να τα μνημονεύσω όλα ονομαστικά. Όλες και όλους που βλέπω εδώ, που συνδέονται μαζί μου από τα περασμένα χρόνια, από τα χρόνια των σπουδών μας στη Θεσσαλονίκη, από την κοινή μας δραστηριότητα στο φοιτητικό κίνημα, από τη δραστηριότητα μας στη δικηγορία, στην πολιτική, στη Βουλή . Χαίρομαι για τη συμμετοχή πολλών φίλων στη συνάντηση αυτή, αλλά εξίσου συγκινητική είναι η παρουσία ανθρώπων με τους οποίους δεν έχω καμία προσωπική σχέση και μπήκαν στον κόπο, Σάββατο, να έρθουν εδώ να μας ακούσουν.

Με συγκίνησαν βαθύτατα ο Χρήστος Ράμμος και ο Βασίλης Μαρκής, δύο εμβληματικές, υποδειγματικές φυσιογνωμίες του δικαστικού κόσμου, δύο σημεία αναφοράς.

Ο Βασίλης Μαρκής στο χώρο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, ιδίως της ποινικής δικαιοσύνης, ο πραγματικός μέντορας όλων των σημαντικών εισαγγελέων που υπηρετούν σήμερα στην ελληνική δικαιοσύνη. Ένας άνθρωπος που έχει ταυτίσει το όνομά του με την προσπάθεια για τον εξανθρωπισμό και όχι απλώς τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού ποινικού συστήματος. Ο Χρήστος Ράμμος, επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, που έχει χειριστεί πλήθος σημαντικών υποθέσεων που, στην τελευταία φάση της δραστηριότητάς του στο Συμβούλιο, προήδρευσε του πολύ σημαντικού τετάρτου τμήματος του Δικαστηρίου που έχει εκδόσει πολλές κρίσιμες αποφάσεις και που βεβαίως παρακολουθεί την επιστημονική συζήτηση πάρα πολύ πιστά, συνυπάρχουμε στο μηνιαίο μεταδιδακτορικό σεμινάριο του Συνταγματικού Δικαίου που οργανώνει το Ίδρυμα Τσάτσου και ο Όμιλος Μάνεση. Εκεί, σε έναν πολύ κλειστό κύκλο, έχουμε τη δυνατότητα να συζητούμε πολλά θέματα θεωρητικού ενδιαφέροντος. Όπως και με τον Βασίλη Μαρκή έχουμε τη δυνατότητα σε πολλές εκδηλώσεις, δραστηριότητες μικρού κύκλου, μουσικής δωματίου, να συζητούμε πολλά θέματα, τα οποία στη συνέχεια γίνονται θέματα συμφωνικής ορχήστρας, γιατί απασχολούν κάποια στιγμή την ελληνική κοινωνία στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων.

Βεβαίως με αιφνιδίασαν με τα υπερβολικά καλά τους λόγια, τα οποία με φέρνουν πραγματικά και ειλικρινά σε δύσκολη θέση. Δεν μου αρέσει καθόλου να ακούω τέτοιου είδους επαίνους, γιατί νιώθω τον κίνδυνο να τους διαψεύσω στην επόμενη στιγμή της ζωής μου και αυτό μου δημιουργεί ένα πολύ μεγάλο βάρος. Βάρος προσωπικό, συναισθηματικό και πολιτικό, γιατί «μηδένα προ του τέλους μακάριζε», μπορεί κάποια στιγμή να μην αντέξουμε σε προκλήσεις, οι οποίες είναι συνεχείς, αλλά εν πάση περιπτώσει η αγάπη που εκδήλωσαν είναι για εμένα εξαιρετικά πολύτιμη. Δηλαδή φεύγω από τα Χανιά με έναν πλούτο συναισθηματικό που δεν τον είχα υπολογίσει, διότι εδώ ήρθαμε κυρίως για να μιλήσουμε σε εσάς, αλλά είναι πολύ σημαντικό και συγκινητικό να μιλάμε και μεταξύ μας, παρότι μας συνδέει φιλία και συναντίληψη. Πραγματικά τους είμαι ευγνώμων για την επιείκεια τους, την καλοσύνη τους και την άνεση που είχαν να πουν τα πράγματα αυτά. 

Θα επικεντρωθώ στο βιβλίο το οποίο κινείται σε δύο επίπεδα, όπως είναι προφανές, στο επίπεδο του τίτλου του «Η Δημοκρατία μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας» που φαντάζει αρκετά αφηρημένος και δοκιμιακός και το επίπεδο του υπότιτλού του «Προσδοκίες και κίνδυνοι από την αναθεώρηση του Συντάγματος» που είναι συγκεκριμένος, πρακτικός, επίκαιρος, άμεσος.

Εννοώ ότι υπάρχει, εν έτει 2019, δηλαδή στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα και αφού έχει διαμορφωθεί το κεκτημένο του σύντομου 20ου αιώνα, πρόβλημα Δημοκρατίας, κάτι το οποίο θα το θεωρούσε κανείς παράδοξο. Υπάρχει πρόβλημα Δημοκρατίας παρότι έχει εμπεδωθεί εδώ και δεκαετίες στον δυτικό κόσμο και κυρίως στην Ευρώπη –την μικρή Ευρώπη, την Ευρωπαϊκή Ένωση– η πεποίθηση ότι υπάρχει ένα δημοκρατικό κεκτημένο το οποίο είναι οριστικό, ότι δεν μπορεί να έχουμε οποιαδήποτε οπισθοχώρηση, ότι η πορεία του πολιτικού συστήματος αλλά και η πορεία του επιπέδου ζωής θα πηγαίνει από το καλό στο καλύτερο, θα υπάρχει μία ευθύγραμμη εξέλιξη χωρίς κίνδυνο ανακοπής. Αυτό βεβαίως έχει ανατραπεί, δεν ισχύει, ούτε κατά το οικονομικό, ούτε κατά το θεσμικό σκέλος, διότι μπορεί στην Ευρώπη, στον δυτικό κόσμο όπως τον ορίζουμε εμπειρικά, για να μην σας κουράζω τώρα με τέτοιου είδους συλλογισμούς, υπάρχει η βεβαιότητα ότι δεν κινδυνεύει η Δημοκρατία με τον τρόπο που κινδύνευε μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, περίπου μέχρι την πτώση των διδακτοριών της Νότιας Ευρώπης. Άρα ο κίνδυνος της Δημοκρατίας δεν είναι στρατιωτικός, δεν είναι πραξικοπηματικός, δεν είναι ο κίνδυνος της κατάλυσης της Δημοκρατίας. Δεν κινδυνεύει η Δημοκρατία από τα τανκς στη Δυτική Ευρώπη, παρότι βεβαίως είναι ζήτημα ταξινόμησης και τυπολογίας πού ανήκουν χώρες για παράδειγμα της Νότιας Αμερικής, στην οποία το ζήτημα αυτό είναι παρόν και επίκαιρο, αλλά ας εξαιρέσουμε προς το παρόν από τον δυτικό κόσμο τη Νότια Αμερική. Υπάρχει πρόβλημα αλλοίωσης της Δημοκρατίας, υπάρχει ένα πρόβλημα στάγδην δηλητηρίασης του αξιακού και κανονιστικού περιεχομένου της Δημοκρατίας. Αυτό που ονομάζεται, όπως είπε και ο Χρήστος Ράμμος προηγουμένως, ευρωπαϊκή Δημοκρατία, συνταγματική Δημοκρατία, δυτική Δημοκρατία, αντιπροσωπευτική, φιλελεύθερη Δημοκρατία, Δημοκρατία, γιατί αυτή είναι η Δημοκρατία. Η Δημοκρατία ή έχει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ή δεν υπάρχει και αναφέρομαι πάντα στη λεγόμενη Δημοκρατία των νέων, Δημοκρατία των συγχρόνων, δεν αναφέρομαι στη Δημοκρατία των αρχαίων, όπως έκανε τη διάκριση η Jacqueline de Romilly.

Αυτή λοιπόν η Δημοκρατία υφίσταται πολύ ισχυρές πιέσεις, ξαναγνωρίζει τον εαυτό της, γιατί συμβαίνει αυτό; Αυτό συμβαίνει γιατί τίθεται σε αμφισβήτηση η βασική προσφορά της. Η βασική προσφορά της ήταν η πρόοδος, η ευημερία, είχε δημιουργηθεί λοιπόν η βεβαιότητα ότι χωρίς Δημοκρατία δεν μπορείς να φτάσεις σε υψηλά επίπεδα ευημερίας, ανταγωνιστικότητας, δεν μπορείς να παρακολουθήσεις και να καθοδηγήσεις τις τεχνολογικές εξελίξεις, δεν μπορείς να κερδίσεις το παιχνίδι των αλλεπάλληλων βιομηχανικών επαναστάσεων και η πτώση του υπαρκτού Σοσιαλισμού, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το επιβεβαίωσε αυτό.

Το δυτικό παράδειγμα, δημοκρατικό, οικονομικό, κοινωνικό, επεκράτησε, διότι το άλλο μοντέλο, το μοντέλου του υπαρκτού Σοσιαλισμού δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της οικονομικής και τεχνολογικής εξέλιξης. Άρα Δημοκρατία ίσον ανάπτυξη, ίσον ευημερία. Αυτό τώρα δεν ισχύει και δεν ισχύει διπλά. Δεν ισχύει γιατί στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες υπάρχει πρόβλημα μοντέλου ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας, δηλαδή τίθεται σε αμφιβολία το οικονομικό και κοινωνικό κεκτημένο, το κεκτημένο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους, το κεκτημένο ενός επιπέδου ζωής για όλο τον πληθυσμό παρά τις ανισότητες. Αντιθέτως έχουμε όξυνση των ανισοτήτων στον δυτικό κόσμο. Και, από την άλλη πλευρά, έχουμε πολιτικά συστήματα που επιτυγχάνουν υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, μετέχουν στο διεθνή ανταγωνισμό, όπως η Κίνα, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, χωρίς να είναι δημοκρατίες. Χωρίς να είναι δημοκρατίες και κράτη δικαίου, χωρίς προστασία των δικαιωμάτων και χωρίς πλουραλισμό, χωρίς πολυκομματισμό, χωρίς περιοδικές εκλογές, χωρίς αντιπροσωπευτική δημοκρατία, όπως την αντιλαμβανόμαστε δυτικά.

Αυτή η δυτική αντίληψη μέσω του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέσω του ΟΗΕ και κυρίως μέσω της οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής ισχύος της Δύσης, έχει επιβληθεί και ως μία οικουμενική αντίληψη. Η Κίνα, ας πούμε, δεν είναι μία δημοκρατική χώρα, πιστεύει σε ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο, στη λεγόμενη αξιοκρατία, meritocracy, η οποία θυμίζει ενδεχομένως στοιχεία Πλατωνισμού, αλλά είναι στην πραγματικότητα η σύνθεση Κομφουκιανισμού και Κουμουνιστικού Κόμματος, το οποίο ασκεί την πολιτική εξουσία στην Κίνα, άρα ανατρέπονται θεμελιώδεις παραδοχές.

Ταυτόχρονα στην Ευρώπη, στον δυτικό κόσμο, πέρα από το οικονομικό πρόβλημα και το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης και των ανισοτήτων, δημιουργούνται και άλλα προβλήματα τα οποία είναι εξίσου σημαντικά που τα είχαμε υποβαθμίσει, που είναι ζητήματα ταυτοτικά, ζητήματα εθνικής ταυτότητας, ζητήματα ευρωπαϊκής ταυτότητας, ζητήματα που συνδέονται με την ασφάλεια υπό την ευρεία έννοια του όρου, ασφάλεια με την αστυνομική έννοια του όρου, ασφάλεια με τη στρατιωτική έννοια του όρου. Οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές δημιουργούν τέτοια προβλήματα ανασφάλειας και ταυτότητας σε πάρα πολλές χώρες, ακόμη και σε αυτές που δεν έχουν υποδεχθεί μετανάστες, όπως συμβαίνει με την Ουγγαρία και την Πολωνία.

Υπάρχει λοιπόν, ως εκ τούτου, μία κρίση νομιμοποίησης της Δημοκρατίας. Οι κοινωνίες θεωρούν ότι υποαντιπροσωπεύονται, υπάρχει ένα πρόβλημα συμμετοχής και υπάρχει ένα πρόβλημα υπέρβασης των ευαισθησιών και των αξιακών ορίων, δηλαδή πολιτικές ιδέες, αντιλήψεις, προτάσεις που θεωρούντο ασυμβίβαστες με τη Δημοκρατία, τώρα θεωρούνται αποδεκτές. Ρατσισμός, ξενοφοβία, η άνοδος της ακροδεξιάς, η πλήρης εμφάνιση χωρίς προκαλύψεις του εθνικολαϊκισμού. Αυτό εμφανίζει νέα φαινόμενα, όπως είναι η λεγόμενη μη φιλελεύθερη Δημοκρατία, Δημοκρατία χωρίς εγγυήσεις κράτους δικαίου, χωρίς προστασία μειοψηφιών και μειονοτήτων, illiberal Δημοκρατία και τελικά αυταρχική Δημοκρατία με εκλογές, με υψηλά ποσοστά, αλλά γύρω από ένα πανίσχυρο πρόσωπο έστω και εάν το σύστημα δεν είναι Προεδρικό αλλά είναι Κοινοβουλευτικό, όπως συμβαίνει στην Ουγγαρία, όπου ο κ. Orbán είναι ένας Πρωθυπουργός που ήταν και πριν Πρωθυπουργός, ο οποίος καταφέρνει να συγκεντρώνει μεγάλα ποσοστά και να είναι πανίσχυρος.

Άλλωστε από ένα κοινοβουλευτικό σύστημα προέκυψε και ο ναζισμός και ο φασισμός στον Μεσοπόλεμο, μέσα από ένα Σύνταγμα που λειτουργούσε και στις δύο χώρες. Σύνταγμα με την δυτική αντίληψη του όρου, αλλά είδαμε ότι η παραφθορά μπορεί να φτάσει σε ακραία επίπεδα σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση. Γιατί μη ξεχνάμε ότι η οικονομική κρίση σε μεγάλο βαθμό, το μεγάλο κραχ του 1929, είναι αυτό το οποίο βρίσκεται στο υπόβαθρο των εξελίξεων του Ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, ο οποίος μας φαίνεται βεβαίως εμάς πάρα πολύ μακρινός, παρότι μας χωρίζουν λιγότερο από 100 χρόνια, αλλά είναι παρών γιατί βρίσκεται μέσα στο γενετικό υλικό πολλών αντιδράσεων των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Υπάρχει λοιπόν ένα τέτοιο πρόβλημα, το οποίο αφορά τα κράτη, τα εθνικά κράτη, αφορά και την Ευρωπαϊκή Ένωση ως περιφερειακή οντότητα. Το εθνικό κράτος παθαίνει και κάτι άλλο πολύ χειρότερο, παύει να είναι κυρίαρχο, είναι κράτος-μέλος πλέον, άρα πρόκειται για μία Δημοκρατία χωρίς κυριαρχία ή με περιορισμένη κυριαρχία, διαμοιρασμένης κυριαρχίας. Όλο αυτό συνδέεται και με την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Γιατί όταν έχεις τέτοιου είδους κρίσεις, το ένα επίπεδο προσπαθεί να μεταφέρει την ευθύνη στο άλλο, το εθνικό στο ευρωπαϊκό, το ευρωπαϊκό στο εθνικό.

Άρα ποιος φταίει; Φταίει η Αθήνα ή οι Βρυξέλλες; Φταίει η Βουδαπέστη ή οι Βρυξέλλες; Φταίει η Ρώμη ή οι Βρυξέλλες; Αυτός ο διάλογος στην πραγματικότητα υπονομεύει την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Άλλωστε η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση είναι οικοδομημένη, από τη δεκαετία του 1950, πάνω σε μία συναντίληψη αξιακή, στην ανάγκη για ειρήνη στην ήπειρο, στην ανάγκη για συνύπαρξη, για ενιαία αγορά, αλλά βεβαίως αυτή η αντίληψη εμπεριέχει και ορισμένες παραδοχές για το τι είναι νόμιμο ή δεν είναι. Δηλαδή ποιο είναι το όριο που η Δημοκρατία ανέχεται κάποιες ιδέες, γιατί δεν είναι προφανές και αυτονόητο ότι όλες οι ιδέες είναι ανεκτές σε μία Δημοκρατία, άρα όλα τα πολιτικά προτάγματα. Υπάρχουν αποκλειόμενα προτάγματα, υπάρχουν χώρες, αυτό το είχαμε ζήσει και στην Ελλάδα μέχρι το 1974, που απαγορεύουν πολιτικά κόμματα. Αυτό λοιπόν είναι ένα πρόβλημα Δημοκρατίας, κυριαρχίας, κοινωνικής συνοχής και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Έχουμε, λοιπόν, να αντιμετωπίσουμε ένα τέτοιο θέμα που μας αναγκάζει να δούμε λίγο βαθύτερα τι γίνεται με τη Δημοκρατία ως σύλληψη.

Η Δημοκρατία έχει, όπως ειπώθηκε ήδη, εξ ορισμού έναν συγκυριακό χαρακτήρα, αυτή είναι και η χάρη της, η Δημοκρατία είναι περιοδική, είναι προσωρινή, έχει έναν ενδιάθετο σχετικισμό, ψηφίζουμε, αλλάζουμε γνώμη, ψηφίζουμε κάτι άλλο, υπάρχει εναλλαγή, υπάρχει ανατροπή, υπάρχει μία διαρκής αμφισβήτηση, μία διαρκής αναζήτηση της έγκρισης του λαού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες διεξάγονται συνεχώς εκλογές, ομοσπονδιακές, πολιτειακές, για την ανανέωση του 1/3 της Γερουσίας, του άλλου 1/3 της Γερουσίας, συνεχείς εκλογές ανά δύο χρόνια για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, για τους Κυβερνήτες, για τον Πρόεδρο, οι προκριματικές, είναι μία χώρα σε συνεχή εκλογική κίνηση. Η Γερμανία είναι μία χώρα, λόγω ομοσπονδιακού συστήματος, σε συνεχή εκλογική κίνηση. Άρα, το στοιχείο της περιοδικότητας είναι εγγενές, δεν υπάρχει Δημοκρατία οριστική, η οποία παίρνει μία απόφαση οποία είναι οριστική. Εκτός και εάν υπάρχει μία ιστορική στιγμή, υπάρχει ένα momentum, υπάρχει αυτό που στην αμερικανική θεωρία λέγεται –υπάρχει ένας Αμερικανός θεωρητικός που το λέει, ο Ackerman– συνταγματική στιγμή, οριστικοποιούνται κάποια πράγματα, θα έρθω σε αυτό.

Το άλλο εγγενές πρόβλημα της Δημοκρατίας είναι ότι στη Δημοκρατία θέλεις να νικήσεις, έχει ορισμένα πολεμικά χαρακτηριστικά η Δημοκρατία, είναι μία σύγκρουση, δεν υπάρχει Δημοκρατία χωρίς σύγκρουση, Δημοκρατία χωρίς κρίση. Εάν ακούσουμε την ορολογία των κομμάτων που είναι τα βασικά συστατικά της Δημοκρατίας, η ορολογία είναι στρατιωτική. Στρατευόμαστε, οργανωνόμαστε, ετοιμαζόμαστε για μάχη, διατάσσουμε τις δυνάμεις μας, υπάρχει στρατηγικός σχεδιασμός, υπάρχει τακτική, υπάρχουν στρατιώτες της παράταξης, υπάρχει νίκη, υπάρχει ήττα. Αυτά είναι ορολογία πολεμικού χαρακτήρα, άρα πρόκειται για συμβολικό πόλεμο ο οποίος διεξάγεται. Ο οποίος, βεβαίως, είναι η διέξοδος στον κίνδυνο του εμφυλίου, στο κίνδυνο πράγματι να κατανεμηθείς μεταξύ εχθρών και φίλων, όπως λεγόταν την περίοδο του Μεσοπολέμου κυρίως. Αυτό οδηγεί στην ανάγκη για συνθηματοποίηση, πρέπει να γίνεις εύληπτος, πρέπει να απλοποιήσεις τα πράγματα, πρέπει κατόπιν αυτού να τα απλουστεύσεις, άρα κινδυνεύεις να δημαγωγήσεις, άρα κινδυνεύεις να αλλοιώσεις την αλήθεια, άρα κινδυνεύεις να γίνεις λαϊκιστής.

Ο λαϊκισμός είναι κι αυτός εγγενές στοιχείο της Δημοκρατίας, είναι κίνδυνος σύμφυτος με τη Δημοκρατία. Άρα έχεις, από τη μία, τη συγκυριακότητα, ενώ παίρνεις αποφάσεις οι οποίες έχουν ιστορικό χαρακτήρα, διότι εάν καταστρέψεις την οικονομία ή καταστρέψεις το εθνικό συμφέρον, αυτό έχει μία ιστορική επίπτωση, μόνον που η ιστορικότητα της Δημοκρατίας ελέγχεται στη φάση της νεκροψίας και έχεις και ένα πρόβλημα εγγενούς ροπής προς το λαϊκισμό και τη δημαγωγία. Άρα, έχεις να χειρισθείς πολλά προβλήματα.

Ποιος τα χειρίζεται τα προβλήματα αυτά; Ποιος βάζει το όριο; Το βάζει η ίδια η Δημοκρατία με μία σύλληψη που έχει κάνει εδώ και πολλούς αιώνες, κυρίως από το 18ο αιώνα και μετά, από τη Γαλλική και την Αμερικανική Επανάσταση, που είναι το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα τι είναι; Το Σύνταγμα είναι η ιστορική εκδοχή της Δημοκρατίας, είναι η εκδοχή του μακρού ιστορικού χρόνου. Συμφωνούμε δημοκρατικά σε κάτι που θα ισχύει επί μακρόν και στο πλαίσιο του οποίου θα κινείται η Δημοκρατία συγκυριακά, η Δημοκρατία του βραχέως ιστορικού χρόνου. Άρα, έχουμε ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς που πρέπει να είναι ευρύχωρο, σταθερό, άρα δεν μπορεί να τροποποιείται, αυστηρό, γραμμένο, τυπικό, το Σύνταγμα, το οποίο δεν ήταν καθόλου αυτονόητο ως σύλληψη. Οι εκφράσεις της συγκυρίας, ο νόμος που τον ψηφίζει η πλειοψηφία και τον αλλάζει, θα ελέγχεται δικαστικά ως προς τη συνταγματικότητά του.

Επίσης, επειδή το Σύνταγμα έχει αξίες, βάζει ορισμένα όρια στην απλούστευση και τη δημαγωγία, αλλά και στον κίνδυνο ιδεολογικής υπονόμευσης της Δημοκρατίας με ιδέες μη δημοκρατικές τελικά. Γιατί, δεν μπορούμε να καθόμαστε να μας πυροβολούν και να λέμε, όπως οι Βουρβόνοι, ότι μας σκοτώνει η Δημοκρατία. Πρέπει να προστατεύεται η Δημοκρατία από ένα σημείο και μετά. Αυτό είναι το Σύνταγμα, για αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία του η αναθεώρησή του. Και έχει πολύ μεγάλη σημασία η αναθεώρησή του, παρότι το Σύνταγμα είναι Σύνταγμα ενός κράτους περιορισμένης κυριαρχίας, παρότι το Σύνταγμα έχει χάσει την υπεροχή του, που ήταν το βασικό του χαρακτηριστικό, γιατί τώρα την υπεροχή τη διεκδικεί και το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο, ιδίως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και γενικώς το Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που ούτως ή άλλως ισχύει erga omnes όπως λέμε, αυτό είναι το κανονικό erga omnes στο Διεθνές Δίκαιο. Άρα, όταν μιλάμε για Σύνταγμα, εννοούμε τώρα κάτι παραπάνω από το Σύνταγμα, εννοούμε ένα block αυξημένης τυπικής ισχύος που εμπεριέχει και ένα άλλο ακόμη πιο ενδιαφέρον και εντυπωσιακό στοιχείο, το εθνικό Σύνταγμα και η αναθεώρησή του ελέγχονται δικαστικά διεθνώς. Και το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης δηλαδή, και το Δικαστήριο του Στρασβούργου, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αντιμετωπίζουν το εθνικό Σύνταγμα σαν να είναι μία οποιαδήποτε ρύθμιση εθνική, δεν πτοούνται επειδή η ρύθμιση είναι συνταγματική.

Άρα μπορεί μία χώρα να παραβιάζει το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο ή την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και με το Σύνταγμά της, εκτός και εάν το Σύνταγμα της χώρας ερμηνευθεί σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο ή σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ώστε να μη δημιουργείται σύγκρουση. Αλλά, στην πραγματικότητα, αυτή η σύμφωνη με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο ή το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ερμηνεία είναι μία, αυτό που λέμε στην επιστήμη, μερική ποιοτική αντισυνταγματικότητα. Δηλαδή το Σύνταγμα το ίδιο υφίσταται μία εσωτερική αντισυνταγματικότητα μερική και ποιοτική, ερμηνευτική, όπως και ο νόμος ερμηνεύεται σύμφωνα με το Σύνταγμα και ούτω καθεξής.

Άρα, φαντασθείτε πόση ισχύ έχει ο δικαστής, όχι μόνον ο εθνικός, ο ανώτατος, ο συνταγματικός, αλλά πόση ισχύ έχει και ο διεθνής δικαστής, ο οποίος δεν ορρωδεί προ του συμβολικού βάρους των εθνικών Συνταγμάτων. Αυτό οδηγεί πολλές φορές σε ανοικτές συγκρούσεις μεταξύ των Δικαστηρίων του Στρασβούργου, του Λουξεμβούργου και των εθνικών Δικαστηρίων, των συνταγματικών και των ανωτάτων, κατά το μέρος βέβαια της ισχύος της πραγματικής κάθε χώρας. Διότι, κακά τα ψέματα, άλλη σημασία έχει η σύγκρουση με το γερμανικό Συνταγματικό δικαστήριο ή με το ιταλικό Συνταγματικό Δικαστήριο και άλλη, δυστυχώς, σημασία έχει η σύγκρουση με το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας ή με το πορτογαλικό Συνταγματικό Δικαστήριο, για να πάρω συγκεκριμένα παραδείγματα των χωρών που ήταν στα μνημόνια τα προηγούμενα χρόνια.

Επίσης, είναι αλήθεια ότι η αναθεώρηση έχει χάσει τη σημασία της σε πολύ μεγάλο βαθμό, γιατί υπάρχει πληθωρισμός άτυπων μεταβολών του Συντάγματος. Ο δικαστής με τη νομολογία, ο εθνικός δικαστής και ο ευρωπαίος δικαστής αλλοιώνουν το Σύνταγμα, δηλαδή, στην πραγματικότητα, διατηρουμένου του γράμματος μεταβάλλεται το κανονιστικό περιεχόμενο ή δημιουργούνται πρακτικές, κοινοβουλευτικές ή πολιτικές, οι οποίες παύουν να είναι απλές συνθήκες του πολιτεύματος, όπως λέγαμε, και σιγά-σιγά γίνονται ένας ισχυρός κανόνας συνταγματικός. Αυτές οι άτυπες μεταβολές στην Αμερική είναι το φαινόμενο που επικρατεί. Στην Αμερική υπάρχει ισχυρή θεωρία που λέει ότι δεν χρειάζονται αναθεωρήσεις. Τι αναθεωρήσεις; Το Ανώτατο Δικαστήριο μάς λέει τι είναι το Σύνταγμα, ό,τι πει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει άλλωστε λύση στο κείμενο, το κείμενο είναι ένα παλιό κείμενο του 18ου αιώνα με ελάχιστες τροποποιήσεις. Αν δεν ανατρέξεις στη νομολογία δεν ξέρεις ποιο είναι το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, δεν υπάρχει καμία ασφάλεια του κειμένου. Άρα, σε αυτό το περιβάλλον ανοίγει η αναθεώρηση.

Μα, ποια αναθεώρηση κάνουμε στην Ελλάδα; Για να κάνεις αναθεώρηση στην Ελλάδα, όπως και σε κάθε χώρα, πρέπει να έχεις ένα περιβάλλον, ένα περιβάλλον πολιτικό, κοινωνικό, ένα περιβάλλον συναίνεσης. Το Σύνταγμα δεν είναι αριστερό-δεξιό, προοδευτικό-συντηρητικό, δεν είναι της Νέας Δημοκρατίας, του ΣΥΡΙΖΑ ή του ΚΙΝΑΛ ή του Ποταμιού ή οποιουδήποτε άλλου, είναι το Σύνταγμα των Ελλήνων, πρέπει να είναι επαρκώς ευρύχωρο, πρέπει να μπορεί να υποδεχθεί διαφορετικά προγράμματα κυβερνητικά, ακόμη και συγκρουόμενα, τα οποία όμως έχουν ένα κοινό πλαίσιο. Άλλωστε βρισκόμαστε στο κοινό πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής και της Ευρωζώνης. Δηλαδή, τι ποσοστό διακριτικής ευχέρειας έχει η μία ή η άλλη ελληνική κυβέρνηση ή η μία ή η άλλη γερμανική κυβέρνηση, σας λέω εγώ, σε σχέση με τις κοινές παραδοχές επάνω στις οποίες βασίζεται η οικονομική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης; Εδώ η συζήτηση είναι εάν θα τηρηθούν οι κανόνες του υπερβολικού ελλείμματος, εάν θα ξεπεράσεις το 3% δημοσιονομικό έλλειμμα, το 60% χρέος, το οποίο το έχουν ξεπεράσει όλοι, γιατί ο μέσος όρος της Ευρωζώνης είναι κοντά στο 100% τώρα του ΑΕΠ. Άρα, τι θα αμφισβητήσεις; Θα αμφισβητήσεις το δικαίωμα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να ασκεί τη νομισματική πολιτική; Την ασκεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Ο Πρόεδρος Trump μαλώνει ανοικτά στο Twitter με τον Διοικητή της Fed, δηλαδή της Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας των Ηνωμένων Πολιτειών. Τι θα γίνει στην Ευρώπη, ποιος θα πρωτομαλώσει με τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τους 28 μέχρι στιγμής, και σε λίγο 27.

Άρα, μπαίνουμε σε μία συζήτηση για την αναθεώρηση χωρίς να έχουμε περιβάλλον πολιτικού πολιτισμού και συναίνεσης, με την κυβέρνηση να αντιμετωπίζει την αναθεώρηση όπως αντιμετωπίζει κι άλλα θέματα, όχι τις Πρέσπες μόνο, τη σχέση Κράτους και Εκκλησίας, για να θυμηθώ τη συμφωνία Τσίπρα-Ιερώνυμου, και όλα όσα είπε ο Βασίλης Μαρκής προηγουμένως για τη Δικαιοσύνη. Άρα, μέσα σε ποιες συνθήκες, και εάν διαμορφωθούν οι συνθήκες, θα αποφασίσουμε τώρα την ανάγκη αναθεώρησης κάποιων διατάξεων με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών, όπως προβλέπει ως δυνατότητα το Σύνταγμα, για να αφήσουμε στην επόμενη Βουλή την απλή πλειοψηφία της να διαμορφώσει το Σύνταγμα; Ακόμη κι εάν η απλή πλειοψηφία είναι η καλύτερη, η πιο φιλική, εάν είμαστε εμείς που ελέγχουμε την απόλυτη πλειοψηφία, εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας, χωρίς αντίβαρα, χωρίς τη σύμπραξη της αντιπολίτευσης να διαμορφώσει το Σύνταγμα της χώρας; Αυτό δεν έγινε το 2001, όλες οι διατάξεις ψηφίσθηκαν στη δεύτερη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία. Μία διάταξη δεν ψηφίσθηκε, η διάταξη που αποσύνδεε τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής. Θα μπορούσε να ψηφίσει η Νέα Δημοκρατία τότε την αποσύνδεση. Δεν το έκανε, το πληρώσαμε το 2015. Η χώρα οδηγήθηκε σε δευτερογενή κρίση επειδή η τότε αντιπολίτευση, το 2001, δεν ψήφισε την πρότασή μας να αποσυνδεθεί η διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής.

Είναι μεγάλο θέμα τα μη κρατικά πανεπιστήμια, έχει ωριμάσει αυτό. Έχει ωριμάσει γιατί είναι αστείο τώρα να ανθίστασαι σε κάτι το οποίο έχει επιβληθεί ως πραγματικότητα λόγω Ευρωπαϊκού Δικαίου. Αλλά, από την άλλη μεριά, είναι δεδομένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ψηφίζει την αναθεώρηση του άρθρου 16. Η Νέα Δημοκρατία, και η υπόλοιπη αντιπολίτευση, μόνη της δεν αρκεί. Άρα το ζήτημα αυτό δεν θα πάει στην επόμενη Βουλή. Εάν αναθεωρηθούν άλλες διατάξεις, αυτή η διάταξη δεν μπορεί να αναθεωρηθεί παρά μόνο εάν περάσουν πέντε χρόνια. Άρα το δίλημμα είναι, θα αναθεωρήσεις τη διάταξη για τον Πρόεδρο αφήνοντας τη διάταξη για τα πανεπιστήμια;

Υπάρχει η θεωρία «πρέπει οπωσδήποτε να αναθεωρήσουμε τη διάταξη για την ποινική ευθύνη των Υπουργών». Δύο είναι τα μεγάλα fake news που με αφορούν, το ένα είναι ότι άλλαξα το όνομά μου και από Τούρκογλου το έκανα Βενιζέλος, αυτό από κύκλους του ΠΑΣΟΚ ξεκίνησε, δεν ξεκίνησε από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015. Εμείς ήμαστε στη νότιο Εύβοια μία λευιτικὴ οικογένεια με ιερείς οι οποίοι έχουν πρωτοχειροτονηθεί το 1845 με το όνομα Βενιζέλος, όλη η περιοχή έχει το όνομα. Το δεύτερο fake news είναι ότι εγώ έβαλα τη διάταξη του άρθρου 86 στο Σύνταγμα, η οποία έχει μπει στο Σύνταγμα του 1864 –του 1864!– και ο σχετικός νόμος ψηφίσθηκε επί Χαριλάου Τρικούπη το 1877. Η διάταξη αυτή, η αυστηρότερη όλων των διατάξεων που ισχύουν στη συνταγματική ιστορία της χώρας, ψηφίσθηκε το 2001 από 268 βουλευτές. Ο νόμος περί ευθύνης υπουργών ψηφίσθηκε από 300 βουλευτές, ψήφισε και το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός της εποχής. Το νόμο τον είχε εισηγηθεί ο κ. Πετσάλνικος τότε ως Υπουργός Δικαιοσύνης, εγώ εκείνη την εποχή ασχολούμουν, μετά την αναθεώρηση, με την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Όμως, το ακούσατε προηγουμένως, αναπαράγεται μία ολόκληρη ιστορία. Γιατί; Διότι δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός αντίκρουσης, κανένας μηχανισμός ελέγχου, κανένας μηχανισμός πραγματικού διαλόγου.

Σας ευχαριστώ για τους τόσους επαίνους για την κοινοβουλευτική μου παρουσία, αλλά η κοινοβουλευτική παρουσία από ένα σημείο και μετά έχει σημασία όταν μπορεί να αντικρούσει τον λόγο της κυβέρνησης στην περίπτωση που αυτός είναι καταφανώς ψευδής και επιβλαβής. Αυτό συμβαίνει στον απευθείας διάλογο με τον Πρωθυπουργό σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων, στον διάλογο ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με την πιο αυθεντική έκφραση του κυβερνητικού αφηγήματος. Αυτό εγώ δεν μπορώ να το κάνω, μπορώ να κάνω άλλα πράγματα, τα οποία μπορεί να ασκούν επιρροή αλλά ασκούν μία επιρροή πιο μικρή και πιο σταδιακή και πιο περιφερειακή, για να έχουμε και μία αίσθηση ρεαλιστική των πραγματικών δυνατοτήτων που έχει ο καθένας μέσα στο πολιτικό σύστημα.

Άρα, μπαίνουμε σε μία περιπέτεια η οποία αφορά και την «ιερότητα» του κειμένου. Το κείμενο του Συντάγματος έχει μία λογική, έχει μία συνοχή, έχει έναν παλίμψηστο χαρακτήρα, έχει μία ιστορικότητα. Το καθετί, η κάθε λέξη έχει μία νομική βαρύτητα, υπάρχει μία αυτονομία των συνταγματικών εννοιών, αλλά δεν μπορείς να αγνοείς τη συγγένεια και τον παραλληλισμό με τις αντίστοιχες έννοιες του Κοινού Δικαίου. Δηλαδή δεν μπορείς να πεις τι σημαίνει η έννοια «ιδιοκτησία» ή που είναι μία έννοια του Συντάγματος ή η έννοια «περιουσία» που είναι μία έννοια του προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, εάν δεν συλλογισθείς τι λέει το Εμπράγματο ή το Κληρονομικό Δίκαιο ή τι λένε οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για την προστασία αντίστοιχων έννομων αγαθών, ή τι λένε οι διατάξεις του κλάδου του Διοικητικού Δικαίου, που έλεγε ο Δαγτόγλου ότι πρέπει να το ονομάζουμε Εμπράγματο Διοικητικό Δίκαιο, το οποίο μπορεί να συνδέεται με πολλούς σημαντικούς θεσμούς του Δημοσίου Δικαίου. Αυτό τι σημαίνει; Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει κίνδυνος να πας να φτιάξεις ένα μέσα στο Σύνταγμα και να χαλάσεις δέκα. Να προκαλέσεις, δηλαδή, μία αλυσίδα αρνητικών επιπτώσεων. Για αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία και η ενημέρωση των πολιτών, η συμμετοχή των πολιτών.

Χθες κάναμε μία συζήτηση, στο δείπνο που είχε την καλοσύνη να μας παραθέσει ο Δικηγορικός Σύλλογος, για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων και των δασωμένων αγρών σε σχέση με το Σύνταγμα και σε σχέση και με τη νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Αυτό ήταν μία συζήτηση το 2001 πολύμηνη, νομική και δασολογική, στην οποία πήραν μέρος πάρα πολλοί άνθρωποι. Μπορεί, φυσικά, να υπάρχουν δυσκολίες ερμηνευτικές ή και λάθη, ή μπορεί να χρειάζεται αναθεώρηση, αλλά πριν την αναθεώρηση θα μπορούσε το μεγαλύτερο μέρος των προβλημάτων να αντιμετωπισθεί μέσα από μία ορθή, ορθολογική και σύμφωνη με τα συμφραζόμενα της διάταξης, ερμηνεία του Συντάγματος ή ερμηνεία διεθνών Συμβάσεων –γιατί έχουμε και καταναγκασμούς από το Διεθνές Δίκαιο– και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο στα θέματα αυτά. Είναι ένα παράδειγμα αρκετά πρακτικό, αλλά θα μπορούσα να σας δώσω πολλά άλλα παραδείγματα από άλλους κλάδους, από άλλα αντικείμενα, όλα ανάγονται στο Σύνταγμα.

Γιατί όλα ανάγονται στο Σύνταγμα; Όλα ανάγονται στο Σύνταγμα, καταρχάς, λόγω της κρίσης του νόμου, λόγω της τάσης του δικαστή να ασκήσει τη μέγιστη δυνατή επιρροή, άρα ανάγεται στο Σύνταγμα για να αποκτήσει ερμηνευτική ευχέρεια και επειδή τα παράλληλα με το Σύνταγμα συστήματα διατάξεων είναι πληθωριστικά. Δηλαδή, γιατί τα πάντα ρυθμίζονται στο Ευρωπαϊκό Ενωσιακό Δίκαιο με πλήθος διατάξεων, ορυμαγδό διατάξεων του παραγώγου Ευρωπαϊκού Δικαίου με οδηγίες και κανονισμούς, τα πάντα, και αυτές οι οδηγίες, αυτοί οι κανονισμοί διεκδικούν σχετικά αυξημένη τουλάχιστον τυπική ισχύ, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να διεκδικήσουν και υπεροχή έναντι του Συντάγματος, και γιατί υπάρχει πλήθος διεθνών συμβάσεων που έχουν επίσης σχετική υπεροχή, σχετικά αυξημένη τυπική ισχύ. Στα δε θέματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη φύση της διάταξης και την erga omnes ισχύ της διεκδικούν ισχύ και έναντι του Συντάγματος.

Όταν έχεις, λοιπόν, τέτοιον όγκο υπερεχουσών διατάξεων, φυσικά ο εθνικός νόμος, με τον οποίο προσπαθεί να λύση την υπόθεση ο δικαστής, δεν μπορεί από μόνος του να λειτουργήσει, άρα ανάγεσαι σε άλλα επίπεδα της μείζονος σκέψης. Δηλαδή η μείζον σκέψη του δικανικού συλλογισμού αναβαθμίζεται σε άλλα επίπεδα κανονιστικότητας, που σημαίνει ότι έχεις επάλληλες μείζονες σκέψεις, διότι αναζητείς τη διάταξη, αναζητείς τον κανόνα αναφοράς και αυτό είναι μία μεγάλη δικανική περιπέτεια για να κάνεις την υπαγωγή, μετά, των πραγματικών περιστατικών. Μπορεί στο μυαλό του δικαστή να υφέρπει το πραγματολογικό στοιχείο και η πιθανή λύση, ακόμη και διαισθητικά, αλλά οφείλει αυτό να το καθυποτάξει σε έναν δικανικό συλλογισμό.

Για να κλείσω με ένα ανέκδοτο περισσότερο δικαστικό, επειδή ο Δικηγορικός Σύλλογος οργανώνει την εκδήλωση. Ο πιο διάσημος Αμερικανός συγγραφέας νομικός, ο περισσότερο παραπεμπόμενος, είναι ένας Ομοσπονδιακός Εφέτης, ο οποίος αφυπηρέτησε πριν από λίγο καιρό, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, ο Posner, ο οποίος είναι ο Πρύτανης μίας μεγάλης σχολής σκέψης, ας πούμε, του νομικού ρεαλισμού και ο οποίος επί τη αποχωρήσει του είπε, σε μία εξομολογητική συζήτηση, ότι εγώ, έχω εκδώσει σημαντικές αποφάσεις –έχει επηρεάσει καθοριστικά τη νομολογία σε επίπεδο που την έχουν επηρεάσει δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου– ποτέ δεν με ένοιαζε τι λέει το Σύνταγμα, εγώ ήθελα να καταλήξω σε αποφάσεις πρακτικές με βάση τις αξίες μου. Η μόνη μου αγωνία ήταν μην τυχόν και υπάρχει στο Σύνταγμα κάποια διάταξη πολύ πρακτική την οποία δεν μπορούσα να υπερβώ. Δηλαδή, τι πρακτική διάταξη; Να, ότι κάθε πολιτεία έχει δύο Γερουσιαστές, ότι ο Πρόεδρος εκλέγεται και τα τέσσερα χρόνια. Τα άλλα, τα αξιακά, κατά το δοκούν. Ξεκίνησε μία πολύ μεγάλη συζήτηση στην Αμερική –γιατί αυτά, μετά, δημοσιεύθηκαν– συζήτηση τόσο έντονη που οι αντίπαλοί του, που είναι συντηρητικοί βεβαίως, είναι οι λεγόμενοι οριτζιναλιστές που θέλουν να μένουν στο στενό πνεύμα του Συντάγματος, της αρχικής εκδοχής του Συντάγματος, του λένε ότι εδώ έχει καταπατήσει τον όρκο του και ότι έχει κάνει συστηματική παράβαση καθήκοντος και πρέπει να κινηθεί ποινική διαδικασία εναντίον του τώρα.

Λοιπόν, αυτή είναι η κατάσταση σε όλες τις χώρες, δεν είναι τίποτα το πρωτότυπο. Το πρωτότυπο είναι αυτό το οποίο συμβαίνει με τα δίκτυα ελέγχου στη Δικαιοσύνη. Διότι, ναι, τα έχουμε όλα αυτά, όπως ειπώθηκαν, υπάρχει υπερβολική προστασία συνταγματική, δεν υπάρχει πρόταση για την εκλογή ηγεσίας τώρα από το ΣΥΡΙΖΑ, καθόλου, καμία επέμβαση στο κεφάλαιο περί Δικαιοσύνης, οι προτάσεις προέρχονται μόνο από τη Νέα Δημοκρατία σχετικά με τη Δικαιοσύνη αλλά απερρίφθησαν όλες στην Επιτροπή, δεν έγινε δεκτή καμία, έγινε δεκτή μόνον η πλήρης εξίσωση των στρατιωτικών δικαστικών λειτουργών με τους δικαστές της τακτικής Δικαιοσύνης, το οποίο προβλέπεται ούτως ή άλλως. Δηλαδή λένε με πιο πολλά λόγια αυτό που ήδη λέει η σχετική διάταξη του άρθρου 96 του Συντάγματος, τίποτε άλλο. Μεταξύ των προτάσεων της Νέας Δημοκρατίας ήταν και το Συνταγματικό Δικαστήριο, η μετατροπή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου δηλαδή, και ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας και μία διάταξη που μετέφερε την εκλογή των κορυφαίων θέσεων από την κυβέρνηση σε κοινοβουλευτική Επιτροπή, χωρίς όμως να λέει ρητά με αυξημένη πλειοψηφία. Διότι, εάν πράγματι μεταφερόταν η αρμοδιότητα σε κοινοβουλευτική Επιτροπή με αυξημένη πλειοψηφία –με πλειοψηφία 3/5 ή με πλειοψηφία 2/3– τότε βεβαίως η νοοτροπία, ίσως, και οι συμπεριφορές, στους βαθμούς που είναι κοντά στην επιλογή, θα ήταν διαφορετικές. Αλλά μπορεί να ισχυρισθεί κάποιος ότι επειδή σε ηλικία, ας πούμε 62 ή 65 ετών θα επιλεγεί για Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή σε ηλικία 66 ετών για Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ότι αυτό επηρέασε τα 40 χρόνια της δικαστικής του διαδρομής; Το βρίσκω λίγο υπερβολικό. Περισσότερο μπορεί να τον επηρεάζει η πιθανότητα να αναλάβει κάποιο αξίωμα μετά, είχε προταθεί να υπάρχουν απαγορεύσεις τέτοιες, αλλά απορρίφθηκαν οι σχετικές προτάσεις .

Το πρόβλημα, άλλωστε, δεν είναι η εξωτερική ανεξαρτησία, είναι η εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Ο δικαστής δεν βιώνει καμία πίεση από την κυβέρνηση, δεν βιώνει καμία πίεση, επίσημη, από άλλα συμφέροντα, επικοινωνιακά ή οικονομικά, εκτός και εάν οι σχέσεις είναι παράνομες, εκεί πια είναι στο πεδίο του Ποινικού Δικαίου η συμπεριφορά. Βιώνει όμως την πίεση από τους ανώτερους συναδέλφους του, την πίεση μέσα από τον τρόπο οργάνωσης της επιθεώρησης, του πειθαρχικού ελέγχου και από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί, κυρίως, στην πολιτική και ποινική Δικαιοσύνη το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, παρότι έχουμε προβλέψει και τη συμμετοχή δύο αντιεισαγγελέων του ΑΠ ως μελών και την παρουσία δύο δικαστών βαθμού Εφέτου ως παρατηρητών στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και έχουμε επιτρέψει με ευκολία την προσφυγή στην Ολομέλεια ως δευτεροβάθμιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο και τη συμμετοχή των αντιεισαγγελέων του ΑΠ στην Ολομέλεια ως δευτεροβάθμιο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Νομίζω ότι δεν υπάρχει πουθενά αλλού τέτοια πολυτέλεια, τα Ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια διεθνώς είναι πολύ πιο μικρά και πολύ πιο στενά ως σύνθεση. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, εδώ ο καθένας αποδεικνύει την αντοχή του όταν βρίσκεται προ δοκιμασιών. Θεωρητικά, εργαστηριακά, υποθετικά δεν μπορείς να λύσεις τα προβλήματα αυτά.

Σας ευχαριστώ, λοιπόν, θερμά για την προσοχή σας και την παρουσία σας.



* Αναλυτικά για την εκδήλωση, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/ev/652-savvato-2-2-2019-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou-sta-xania.html 

Για την ομιλία του κ. Χρήστου Ράμμου, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/sb/654-omilia-xr-rammou-stin-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou-sta-xania.html 

Για την ομιλία του κ. Βασίλη Μαρκή, δείτε εδώ: https://ekyklos.gr/sb/655-omilia-v-marki-stin-parousiasi-tou-vivliou-tou-ev-venizelou-sta-xania.html 

 

2.2.2019, Χανιά: Παρουσίαση του βιβλίου του Ευ. Βενιζελου from Evangelos Venizelos on Vimeo.

 

Ομιλία Ευ. Βενιζέλου στην παρουσίαση του βιβλίου του στα Χανιά from Evangelos Venizelos on Vimeo.

Tags: Συνταγματική Πολιτική | Αναθεώρηση του ΣυντάγματοςΟμιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2019