28 Φεβρουαρίου 2007


«Η κοινωνία ως κοινό πεδίο εκκλησίας και πολιτικής»


Έχω το προνόμιο να είμαι εκτός από αναγνώστης και συνεργάτης του περιοδικού Νομοκανονικά.
Άρα έχω έννομο συμφέρον για την καλή και ανοδική κυκλοφορία του περιοδικού και θέλω  να ευχαριστήσω και να συγχαρώ το Γιάννη Κονιδάρη για την επώδυνη αυτή πρωτοβουλία, να ευχαριστήσω τον Αντώνη Σάκκουλα και τους συνεργάτες του και να ευχηθώ να γιορτάσουμε μετά από πέντε χρόνια μία εξίσου λαμπρή επέτειο των Νομοκανονικών.

***

Το θέμα έχει επιλεγεί με καλώς νοούμενη υστεροβουλία γιατί είναι προφανώς προκλητικό, ίσως και «δημαγωγικό» το ζήτημα που έθεσε ο Γιάννης Κονιδάρης. Ως εκ τούτου, αν θέλουμε να συμβάλουμε στη συζήτηση, πρέπει να κάνουμε μία (δυστυχώς αποτυχημένη τις περισσότερες φορές, αλλά επαναλαμβανόμενη) προσπάθεια να ορίσουμε τα πεδία στα οποία κινείται τόσο η πολιτική όσο και η εκκλησία.

Θα προσπαθήσω να απαντήσω στα ζητήματα τα οποία αφορούν τη σχέση πολιτικής, πολιτικών προσώπων και εκκλησίας αντιλαμβανόμενος την πολιτική με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου. Είμαι οπαδός της μαξιμαλιστικής θεώρησης της πολιτικής, της παμπολιτικής θεώρησης. Ορίζω ως πολιτικό ο, τιδήποτε σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με το δημόσιο βίο, ο, τιδήποτε αποκτά δημόσιο ενδιαφέρον. Ως εκ τούτου πολιτικό δεν είναι μόνο ό, τι σχετίζεται με το κράτος και τις λειτουργίες του ή με το διεθνές σύστημα ισχύος, τις λειτουργίες του, τους διεθνείς και περιφερειακούς θεσμούς, αλλά και ο, τιδήποτε σχετίζεται με τη λεγόμενη κοινωνία των πολιτών, με την οικονομία, με την αγορά. Ακόμη και ζητήματα αυστηρά ιδιωτικά, προστατευόμενα απ΄ το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις, όταν για λόγους επικοινωνιακούς καθίστανται αντικείμενο δημοσίου λόγου και δημόσιας έρευνας, αποκτούν πολιτικό ενδιαφέρον, γίνονται ζητήματα πολιτικά.

Από την άλλη το θρησκευτικό φαινόμενο στο βαθμό που εξωτερικεύεται, στο βαθμό δηλαδή που υπερβαίνει το forum internum και αποκτά κοινωνικό ενδιαφέρον, αποκτά και πολιτικό ενδιαφέρον. Η εκκλησία, την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να ορίσουμε καταρχάς θεολογικά, δηλαδή εκκλησιολογικά, δεν είναι μόνον ένα εκκλησιολογικό φαινόμενο, δεν είναι μόνον μία αυτοαναφορική οντότητα θεολογική, δεν είναι μόνο ένα θείο καθίδρυμα, δεν είναι μόνον μία ευχαριστηριακή κοινότητα σε κοινωνία με άλλες ευχαρηστηριακές κοινότητες, είναι και ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο. Δεν θα έλεγα ότι είναι ένας «οργανισμός», μία «οργάνωση», γιατί οι έννοιες αυτές μπορεί να λειτουργούν αρνητικά σε σχέση με την εκκλησία, αλλά πάντως έχει μία πραγματολογική διάσταση η οποία είναι σαφέστατα πολιτική. Διότι αφορά σχέσεις προσώπων: σχέσεις προσώπων μεταξύ τους, σχέσεις προσώπων με την εσχατολογική και μεταφυσική τους αγωνία, σχέσεις προσώπων  που αγωνίζονται να θεραπευθούν, εάν η κοινότητα αυτή είναι μία κοινότητα ιαματική. Και ως εκ τούτου το πρωτογενές υλικό της εκκλησίας, το ανθρωπολογικό της υλικό είναι απολύτως ταυτόσημο  με το ανθρωπολογικό υλικό της πολιτικής.

Άρα ουσιαστικά μιλούμε για τεμνόμενους ή ακόμη και επάλληλους κύκλους, μιλάμε για  πρόσωπα, για κοινωνία προσώπων, για προβλήματα που παράγονται από αυτήν την κοινωνική, άρα πολιτική σχέση.

Ούτως ή άλλως λοιπόν τα πάντα είναι πολιτικά. Και θα ήθελα ως εκ τούτου να μη στρέψω την προσοχή μου σε μία συμβατική παλαιοπολιτική και «παλαιοκομματική» αντίληψη του ζητήματος που είναι όντως υπαρκτή και κρίσιμη. Διότι σίγουρα υπάρχουν τα συγκοινωνούντα δοχεία, στα οποία αναφέρθηκε ο κ. Κονιδάρης. Σίγουρα υπάρχουν ένθεν και ένθεν δίκτυα πολιτικής επιρροής, που σχετίζονται με την Εκκλησία ως οργανισμό και δίκτυα εκκλησιαστικής επιρροής που σχετίζονται με το πολιτικό σύστημα. Αλλά αυτή είναι μία προσέγγιση η οποία μπορεί να μη μας αφήσει να δούμε τον ευρύτερο ορίζοντα του προβλήματος. Μας καθηλώνει δηλαδή σε μία παραπολιτική και «παραεκκλησιαστική» προσέγγιση, η οποία υπάρχει, αλλά δεν νομίζω ότι πρέπει να παραμείνει ως κύριο θέμα μας. Δεν υποτιμώ καθόλου ούτε την παραπολιτική, ούτε την παραεκκλησιαστική διάσταση, αλλά δεν θέλω η δική μου σκέψη τώρα να μείνει καθηλωμένη στο επίπεδο αυτό.

Υπάρχει από την άλλη πλευρά μία προσέγγιση νομική και θεσμική, όπως η προσέγγιση που επιχείρησε ο Προκόπης Παυλόπουλος. Είναι μία προσέγγιση αναγκαστική, αλλά όχι επαρκής. Θέλω λοιπόν σε αυτό το επίπεδο της νομικής θεώρησης των πραγμάτων να πω ότι πράγματι εμείς στην Ελλάδα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ένα  ειδικό πρόβλημα που αφορά το συνταγματικό καθεστώς της Ορθόδοξης Εκκλησίας, την ειδική συνταγματική μεταχείριση της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είμαστε υποχρεωμένοι να το κάνουμε αυτό γιατί πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν μπορούμε να τα θέλουμε όλα όλοι. Δηλαδή αν ερμηνεύουμε σωστά το άρθρο 3 του Συντάγματος και αντιλαμβανόμαστε νομικά την Εκκλησία της Ελλάδος ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ειδικής συνταγματικής θεμελίωσης, την αντιλαμβανόμαστε βεβαίως και ως υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων μεταξύ των οποίων και το δικαίωμα άρθρωσης  κοινωνικού και πολιτικού λόγου. Όμως, με υποχρέωση επιφύλαξης  και επιφυλακτικότητας ως εκ του χαρακτήρος της, ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Άρα το γεγονός ότι η Εκκλησία θέλει να παραμένει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου της επιβάλλει σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό υποχρέωση επιφυλακτικότητας που φτάνει μέχρι τα όρια της υποχρέωσης πολιτικής ουδετερότητας, με την έννοια της κομματικής και εκλογικής ουδετερότητας. Δεν της στερεί το δικαίωμα να διατυπώνει τον εσχατολογικό, ηθικό και τελικά κοινωνικό και πολιτικό της λόγο. Είναι υποχρεωμένη να απαντά στα ερωτήματα που σχετίζονται με τα φαινόμενα της αδικίας, της ανισότητας και της φτώχειας, της υπαρξιακής αγωνίας, της πείνας στον πλανήτη. Είναι υποχρεωμένη να αναπτύσσει την κοινωνική της δράση και να είναι φιλάδελφη και κοινωνικά αλληλέγγυα. Δεν μπορεί όμως να υποκαθιστά το κοινωνικό κράτος, γιατί δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει αυτό. Οφείλει να αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεταξύ οργανωμένης φιλανθρωπίας και αναδιανεμητικής πολιτικής του κοινωνικού κράτους. Αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το όριο της κομματικής ουδετερότητας που επιβάλλεται από το Σύνταγμα.

Από την άλλη μεριά, όσοι πιστεύουν ότι πρέπει να αρθούν αυτές οι συνταγματικές εγγυήσεις -και θα απαντήσω στο ερώτημα αυτό-  βεβαίως και αναγνωρίζουν σε μία εκκλησία που είναι απλώς οντότητα της κοινωνίας των πολιτών μεγαλύτερη δυνατότητα πολιτικής δραστηριότητας. Μία εκκλησία που θα ήταν σωματειακής ή ιδρυματικής μορφής, απλό νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ή μία οντότητα όπως οι τόσες άλλες μέσα στην κοινωνία των πολιτών, βεβαίως και κινείται με την ευρυχωρία  της πολυπολιτισμικότητας και της πολυεκφραστικότητας μέσα στην κοινωνία των πολιτών, στο ίδιο επίπεδο με όλους τους άλλους, αλλά με την ισχύ που προσδίδει ο όγκος της.

Ένα από τα δύο: Ή η μία προσέγγιση ισχύει ή ή άλλη. Όντως εμείς προτείναμε να συμβιβαστούν αυτές οι προσεγγίσεις στο όνομα της θρησκευτικής ελευθερίας. Το ζήτημα τίθεται όχι λόγω του άρθρου 3 και της νομικής μορφής της εκκλησίας ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αλλά λόγω της κακής νομοθετικής και νομολογιακής εφαρμογής του άρθρου 13 του Συντάγματος και των συναφών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άλλων διεθνών κειμένων που ισχύουν στην ελληνική έννομη τάξη με αυξημένη τυπική ισχύ. Ούτως ή άλλως έχουμε υποχρέωση ερμηνείας του Συντάγματος μας σύμφωνα με την ΕυρΣΔΑ,  γιατί τα όργανα της σύμβασης ασκούν οιονεί συντακτικό έλεγχο και του Συντάγματος μας και της νομοθεσίας μας και της νομολογιακής μας πρακτικής. Ο κ. Παυλόπουλος είπε - και η κρατούσα άποψη στην επιστήμη είναι - ότι η έννοια της επικρατούσας θρησκείας δεν ταυτίζεται με την έννοια της επίσημης ή κρατικής θρησκείας, αλλά συνιστά περιγραφή του γεγονότος ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού στην Ελλάδα ανήκει στο ανατολικό ορθόδοξο δόγμα. Συνεπώς το άρθρο 3 δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει συνταγματικά, περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας και ισότητας όλων των άλλων.

Άλλωστε η εκκλησία η ίδια, όταν βρίσκεται σε δυσχερή θέση σε σχέση με την πολιτεία, επικαλείται να δικαιώματα της που απορρέουν από την θρησκευτική ελευθερία και ισότητα. Θέλει να εμφανίζεται ως υποκείμενο της θρησκευτικής ελευθερίας και όχι ως φορέας του άρθρου 3 του Συντάγματος, γιατί εκεί «νομοκρατείται», «πολιτειοκρατείται» λόγω του νομικού της χαρακτήρα. Άρα και η εκκλησία πρέπει να διαλέξει ή τη μία επιλογή ή την άλλη.

Ποια εκκλησία όμως; Μία εκκλησία που στην Ελλάδα είναι πλειονοτική, αλλά που δεν είναι παντού πλειονοτική, γιατί υπάρχουν δύο συγκρουόμενες εκδοχές της Ορθοδοξίας. Μία μειονοτική και μία πλειονοτική. Είναι άλλα τα αντανακλαστικά της «πλειονοτικής ορθοδοξίας» και άλλα τα αντανακλαστικά μίας «μειονοτικής ορθοδοξίας» που μπορεί να είναι όχι μόνο μειονοτική αλλά και εμπερίστατη. Γι αυτό ο, τιδήποτε λέμε μέσα στην ασφάλεια, τη βεβαιότητα και την αμεριμνησία πολλές φορές της πλειονοτικής ορθοδοξίας πρέπει να το σκεφτόμαστε σε σχέση με τα αποτελέσματα του υπό συνθήκες μειονοτικής ορθοδοξίας σε άλλες έννομες τάξεις.

Γι΄ αυτό και δεν ζητήσαμε την κατάργηση του άρθρου 3. Γιατί το άρθρο 3 δεν ρυθμίζει πρωτίστως ή κυρίως τις σχέσεις Ελληνικού Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος. Ρυθμίζει πρωτίστως τις σχέσεις Ελληνικού Κράτους και Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δεύτερον,  τις σχέσεις Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος και εκ τρίτου τις σχέσεις Ελληνικού Κράτους και Εκκλησίας της Ελλάδος. Άρα έχει ένα κανονιστικό περιεχόμενο που υπερβαίνει την εσωτερική έννομη τάξη. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η μεγάλη του συμβολή: στο ζήτημα των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τη νομική εγγύηση των κανονικών σχέσεων Οικουμενικού Πατριαρχείου και Εκκλησίας της Ελλάδος. Γι΄ αυτό προτείναμε την ερμηνευτική δήλωση που λέει το αυτονόητο ως προς την έννοια «επικρατούσα θρησκεία». Πλην όμως το αυτονόητο δεν γίνεται πάντα δεκτό, γιατί η νομοθεσία δεν έχει εκκαθαριστεί και γιατί και η νομολογία πολλές φορές δεν διατυπώνει το αυτονόητο. Άρα θα ήταν πολλαπλά ευεργετική μία τέτοια προσέγγιση με ερμηνευτική δήλωση που θα προβλέπει ρητά ότι επικρατούσα θρησκεία σημαίνει μόνον θρησκεία της πλειοψηφίας του πληθυσμού και όχι επίσημη ή κρατική θρησκεία. Άρα το άρθρο 3 δεν μπορεί να δικαιολογήσει καμία απόκλιση από το άρθρο 13 και την θρησκευτική ελευθερία και ισότητα όλων των ατόμων και όλων των συλλογικών υποκειμένων.

Πέραν όμως της νομικής θεώρησης υπάρχει και μία θεώρηση σύγχρονη, πολιτολογική. Η εκκλησιαστική πολιτική είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα.

Πάντοτε ήταν ένα σημαντικό ζήτημα π.χ. το τι θα γίνει με το άρθρο 3, πώς θα εφαρμοστεί το άρθρο 13, τι λέει η νομοθεσία για το μουσουλμανικό τέμενος ή τους μουφτήδες της Θράκης ή για την πρόσληψη των  ιεροκηρύκων στις μουφτείες της Θράκης, τι γίνεται με τις οντότητες οι οποίες είναι μη ομολογιακές, τι γίνεται με το ζήτημα των λεγομένων σεκτών σε διεθνές επίπεδο, πώς αντιλαμβανόμαστε τη θέση του θρησκευτικού φαινομένου στο μελλοντικό ευρωπαϊκό Σύνταγμα, εάν και όταν υπάρξει. Όλα αυτά είναι ζητήματα εκκλησιαστικής πολιτικής: η αντιμετώπιση της εκκλησιαστικής εκπαίδευσης και η αντιμετώπιση του θρησκευτικού φαινομένου ως πολιτιστικού, αν μη τι άλλο, φαινομένου, είναι πολύ σοβαρά ζητήματα κρατικής εκκλησιαστικής πολιτικής. Η εκκλησιαστική διπλωματία, οι σχέσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα πρεσβυγενή Πατριαρχεία και με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, είναι πολύ σημαντικά ζητήματα που μας αφορούν όχι μόνον εκκλησιαστικά, αλλά και διεθνοπολιτικά. Και βέβαια όλα αυτά τα θέματα ουσιαστικά μας οδηγούν στην ανάγκη να πούμε ότι βρισκόμαστε σε μια ευνομούμενη, δημοκρατική, σύγχρονη πολιτεία, βρισκόμαστε σε μια πολιτεία που δεν διέρχεται περιόδους εθνικής κρίσης και δεν έχει ανάγκη από μία «εθναρχική εκκλησία». Άλλωστε η αίρεση του εθνοφυλετισμού (κατά την εκκλησιαστική διατύπωση του φαινομένου), ουσιαστικά ήταν το προοίμιο μιας πλουραλιστικής θεώρησης της κοινωνίας.

Υποστηρίζεται μάλιστα από πολλούς ότι μέσα στην εκκλησιαστική ανθρωπολογία βρίσκεται ο πυρήνας του ορθολογισμού και άρα του διαφωτισμού. Η θέωση του ανθρώπου είναι αυτή που δημιουργεί τις προϋποθέσεις του ορθού λόγου, άρα και της συνταγματικής τάξης που είναι προϊόν του διαφωτισμού και των δύο μεγάλων επαναστάσεων του 18ου αιώνα, της Γαλλικής και της Αμερικανικής.

Τα προβλήματα της κοινωνικής ηθικής, της θεσμικής και συνταγματικής ηθικής, τα προβλήματα της βιοηθικής φέρνουν σε δύσκολη θέση πρωτίστως το λόγο που είναι δογματικά αρθρωμένος. Η ελληνική κοινωνία έχει έναν λανθάνοντα πλουραλισμό και έναν εντυπωσιακό κοινωνικό φιλελευθερισμό που μπορεί να μην συναντάμε σε άλλες κοινωνίες ευρωπαϊκές. Ζούμε σε μια χώρα που η συνταγματική της ηθική και η νομοθετική της ηθική, το συνταγματικό της δίκαιο, το οικογενειακό της δίκαιο έχει εξελιχθεί με πολιτικές και θεσμικές πρωτοβουλίες και  με την «αγαπητική ανοχή» της εκκλησίας. Δεν είχαμε σοβαρά προβλήματα ούτε με θέματα διαζυγίου, ούτε με θέματα εκτρώσεων, ούτε με θέματα αντισύλληψης, ούτε για ζητήματα που αφορούν τη θέση των ομοφυλοφίλων στην κοινωνία και το σύμφωνο συμβίωσης. Δεν είχαμε προβλήματα που είχαν άλλες χώρες οι οποίες θεωρούνται κατά τεκμήριο προοδευτικότερες ή ανεκτικότερες. Ο τρόπος με το οποίο τίθεται στην ελληνική κοινωνία το θέμα των προγαμιαίων σχέσεων ή της εκστρατείας για την αντιμετώπιση του AIDS δείχνει ότι αντιλαμβανόμαστε την διάκριση μεταξύ θεολογικής προσέγγισης των πραγμάτων, αναζήτησης δηλαδή μιας σωτηριώδους προοπτικής, εσχατολογικής και μίας πρακτικής κοινωνικής και θεσμικής προσέγγισης των πραγμάτων. Αυτό αποτυπώνει και την πραγματικότητα μίας κοινωνίας η οποία θεωρεί τον εαυτό της σε πολύ μεγάλο βαθμό κοινωνία πιστών, αλλά θέλει να είναι κοινωνία πιστών á la carte. Θέλει δηλαδή να μπορεί να παντρεύεται με πολιτικό γάμο, αλλά να βαφτίζει τα παιδιά. Θέλει να προβαίνει στην καύση των νεκρών, αλλά να παρακολουθεί την εξώδιο ακολουθία, την παρηγορητική, ως εκτόνωση του πένθους γιατί απευθύνεται όχι στο νεκρό, αλλά στους περιλειπόμενους, οι οποίοι θέλουν να ακούσουν τα λόγια του Ιωάννη του Δαμασκηνού. Είναι μία κοινωνία που μπορεί να μην εξομολογείται, γιατί δεν εμπιστεύεται, αλλά ταυτόχρονα θέλει να μετέχει στο ευχέλαιο και δια του ηγιασμένου ελαίου να σώζεται. Άρα αυτήν την  κοινωνία την αντιμετωπίζουμε εμείς πολιτικά, την αντιμετωπίζουν οι λειτουργοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας θεολογικά. Στόχος μας είναι να την κάνουμε καλύτερη, ευτυχέστερη, δικαιότερη, να την κάνουμε πιο ίση, πιο δημοκρατική και πιο ανοικτή.

Θα μπορούσα να υιοθετήσω για όλες αυτές τις έννοιες την θεολογική τους εκδοχή και να διατυπώσω με τον τρόπο αυτό τον πιο ριζοσπαστικό και τον πιο αριστερό ευρωπαϊκό πολιτικό λόγο. Με έννοιες που βασίζονται στην αγάπη, την αξιοπρέπεια, την ανάγκη σεβασμού του άλλου, στην καταγγελία της ανισότητας, της αδικίας, του παραλογισμού που υπάρχει στο σύγχρονο κόσμο και νομίζω ότι αυτό τελικά είναι το κοινό πεδίο όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο και την κατάσταση του. Αυτό είναι το μεγάλο κέρδος από την συνομιλία μεταξύ Εκκλησίας και πολιτικής με αμοιβαίο σεβασμό και με συνείδηση των διακριτών ρόλων.

 


* Η εκδήλωση με θέμα «Πολιτική, πολιτικοί και Εκκλησία» πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της συμπλήρωσης πενταετίας από την κυκλοφορία της Επιθεώρησης Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου «Νομοκανονικά». Μετείχαν ακόμη ο σεβασμιότατος Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, ο Υπουργός Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης καθηγητής Π. Παυλόπουλος και ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Συνασπισμού Φ. Κουβέλης. Τη συζήτηση συντόνισε ο Διευθυντής του περιοδικού καθηγητής Ι. Κονιδάρης.

 

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2007Ομιλίες σε Συνέδρια | Ημερίδες | Εκδηλώσεις, 2007