Θεσσαλονίκη, 9 Μαΐου 2026
Ευάγγελος Βενιζέλος
Η ποινική δίκη ως πεδίο δοκιμασίας του κράτους δικαίου*
Κύριε Κοσμήτορα, αγαπητέ μου Παναγιώτη, είμαι υπερήφανος γιατί βλέπω τους φοιτητές μου να κατέχουν πια τα υψηλά ακαδημαϊκά αξιώματα. Ευχαριστώ θερμά για την υποδοχή. Ευχαριστώ θερμά για το μετάλλιο του πανεπιστημίου μας, της alma mater studiorum, που απεικονίζει τον Αριστοτέλη.
Βρίσκεστε στην παλιά αίθουσα τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο παρότι λέγεται Αριστοτέλειο, έχει ως έμβλημά του τον Άγιο Δημήτριο. Όπως δε έχει αποδείξει σε μία λαμπρή μελέτη του που παρουσίασε σε μία από τις εθνικές επετείους ο αείμνηστος Γεώργιος Παράσογλου, καθηγητής της Παλαιογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή, μέσα από μια σειρά εικονογραφικών παρεξηγήσεων, δεν πρόκειται για τον Άγιο Δημήτριο, αλλά πρόκειται για τον Άγιο Νέστωρα. Άρα πρέπει κάποια στιγμή να αποκαταστήσουμε την εικονογραφική και αγιογραφική ακρίβεια και στην παλαιά αίθουσα τελετών, ενδεχομένως και στη νέα.
Επίσης βλέπετε να σας περιβάλλουν τα πορτρέτα των διατελεσάντων πρυτάνεων του ΑΠΘ, που συμπλήρωσε ήδη εκατό χρόνια ζωής και πλησιάζει η επέτειος των εκατό ετών από την έναρξη λειτουργίας της τότε σχολής των Νομικών και Πολιτικών Επιστημών, η οποία λειτούργησε πρώτα με το τμήμα της των Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών και στη συνέχεια, το επόμενο έτος, το 1929, με το τμήμα της των Νομικών Επιστημών. Και πρώτο εδώ στη σειρά είναι το πορτρέτο του δασκάλου μας, του Ιωάννη Δεληγιάννη, καθηγητή του Αστικού Δικαίου, που είχε διατελέσει στη δεκαετία του 1970, μετά τη Μεταπολίτευση, Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπάρχουν εδώ τα πορτρέτα του Χαράλαμπου Φραγκίστα και άλλων πολλών καθηγητών της Νομικής Σχολής, με πρώτο πρύτανη που ανέδειξε η σχολή τον Αβροτέλη Ελευθερόπουλο, για τον οποίον θα έχετε ακούσει πολλά, καθηγητή της Κοινωνιολογίας, και γνώριμο του Λένιν στη Ζυρίχη, την εποχή των σπουδών του.
Κύριε Πρόεδρε του Συνδέσμου, «οι Ποινικολόγοι», σας ευχαριστώ για τη μεγάλη τιμή, για τα θερμά λόγια και για την ευκαιρία αυτή. Χαίρομαι γιατί απευθύνομαι πρωτίστως στους παριστάμενους και τις παριστάμενες εν ενεργεία και επι τιμή δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, προς τους συναδέλφους μου της Ακαδημαϊκής Κοινότητας, προς τους συναδέλφους μου του Δικηγορικού Σώματος και, βεβαίως, προς τις φοιτήτριες και τους φοιτητές μας, και θα σας πω λίγα λόγια, λαμβάνοντας υπόψη και την υπέρβαση του προγράμματος, για την ποινική δίκη ως πεδίο δοκιμασίας του κράτους δικαίου.
***
Όπως σωστά ειπώθηκε, το Ποινικό Δίκαιο ,ουσιαστικό και δικονομικό , είναι το πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται πρωτίστως η θεωρία του Συνταγματικού Δικαίου. Ο συνταγματισμός σεμνύνεται γιατί έχει εισφέρει το μεγάλο κεκτημένο της νεωτερικότητας, που είναι το Σύνταγμα καθεαυτό και, βεβαίως, το Σύνταγμα έχει αξία όταν κατοχυρώνει τη φιλελεύθερη αντιπροσωπευτική δημοκρατία, δηλαδή τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου ταυτοχρόνως.
Δεν θα σας κουράσω τώρα με τη γενεαλογία του κράτους δικαίου και με τη σύγκρουση και σύγκριση των τριών μεγάλων σχολών του κράτους δικαίου, δηλαδή της γερμανικής του Rechtsstaat, της γαλλικής του État de droit, της αγγλοαμερικανικής του Rule of Law, που τελικά επικράτησε. Γιατί με έναν εμπειρικό τρόπο πια έχουμε διαμορφώσει στον ενιαίο ευρωπαϊκό συνταγματικό χώρο τη λεγόμενη Rule of Law check list, που οφείλει πολλά στην Επιτροπή Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης. Υιοθετήθηκε από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης και τελικά εντάχθηκε μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στη μείζονα σκέψη των αποφάσεων του Δικαστηρίου, δηλαδή εντάχθηκε στο corpus του πρωτογενούς Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε δύο παράλληλες μνημειώδεις αποφάσεις , Ουγγαρία και την όμοια απόφαση Πολωνία κατά Συμβουλίου και Κοινοβουλίου, μετά από την αμφισβήτηση που πρόβαλαν οι χώρες αυτές κατά του Κανονισμού για τη λεγόμενη οριζόντια αιρεσιμότητα, δηλαδή για τις προϋποθέσεις που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να εκταμιεύονται ενωσιακά κονδύλια.
Πρώτη προϋπόθεση ήταν ο σεβασμός του κράτους δικαίου και όταν το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου θέλησε να ορίσει το κράτος δικαίου, επικαλέστηκε αυτούσια και στο σύνολό της τη checklist του Συμβουλίου της Ευρώπης που προσδιορίζει τι είναι το κράτος δικαίου.
Το ζήτημα όμως, με το οποίο εγώ θα ήθελα να σας απασχολήσω πολύ συνοπτικά και υπαινικτικά, είναι αν αυτή η ιστορική και θεσμική εγγύηση του κράτους δικαίου, που προφανώς αφορά τις σχέσεις του πολίτη, του ατόμου με την κρατική εξουσία, συνολικά τριτενεργεί. Αν αυτή η εγγύηση περιορίζει και τους ιδιώτες, αν η κοινωνία συνολικά, αν η κοινή γνώμη συνολικά έχει υποχρέωση σεβασμού των εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Γιατί δεν αρκεί τις εγγυήσεις αυτές που περιβάλλουν τον κατηγορούμενο στο πεδίο του ουσιαστικού και του δικονομικού Ποινικού Δικαίου να τις σέβεται το κράτος, ως νομοθέτης, ως διοίκηση, ως δικαστική εξουσία. Πρέπει τις εγγυήσεις αυτές να τις σέβεται και η κοινωνία των πολιτών και ιδίως η απροσδιόριστη, η διάχυτη κοινωνία των πολιτών και όταν εκφράζεται με τους νέους τρόπους, δηλαδή κυρίως με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πολλές φορές όταν εκφράζεται ανώνυμα, έχει υποχρέωση σεβασμού των εγγυήσεων του κράτους δικαίου και στο πεδίο του ποινικού δικαίου, δηλαδή πρωτίστως των εγγυήσεων που περιβάλλουν τον κατηγορούμενο στην ποινική δίκη;
Αυτό είναι ένα κολοσσιαίας πρακτικής σημασίας ερώτημα διότι η συμπεριφορά της κοινωνίας των πολιτών, η δράση της κοινής γνώμης διαμορφώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα στη νέα τεχνολογική πραγματικότητα του διαδικτύου, της επεξεργασίας των μεγάλων δεδομένων, της Τεχνητής Νοημοσύνης, ζητήματα στα οποία είχα την ευκαιρία να αναφερθώ εκτενώς κατά την πρόσφατη τελετή της αναγόρευσής μου σε επίτιμο διδάκτορα της Νομικής και της Θεολογικής Σχολής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο καθένας κανονικά θα έπρεπε να φοβάται να παραβιάζει ως μικρό μέρος της κοινής γνώμης το κράτος δικαίου, γιατί ποτέ δεν ξέρει πότε ο ίδιος ως κατηγορούμενος θα χρειαστεί να περιβληθεί με τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.
Άρα πρέπει να εξηγούμε με πολύ μεγάλη επιμονή και υπομονή στο ευρύτερο κοινό το μη εξοικειωμένο με τη νομική σκέψη ότι είναι άλλο η στάση απέναντι στη βία, είναι άλλο πράγμα η στάση απέναντι στο έγκλημα, είναι άλλο πράγμα η στάση απέναντι στον εγκληματία και άλλο πράγμα η στάση απέναντι στη ποινική δίκη και τον κατηγορούμενο. Πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πεδία και έχει πολύ μεγάλη σημασία η συνεργασία των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών και του δικηγορικού σώματος και του ακαδημαϊκού δυναμικού της νομικής επιστήμης ως εμπροσθοφυλακή να κινηθεί προς την κατεύθυνση αυτή μιλώντας προς την ευρεία κοινή γνώμη, προς την κοινωνία των πολιτών.
Αλλιώς είμαστε αιχμάλωτοι πράγματι της χειρότερης εκδοχής του λαϊκισμού που είναι ο δικαστικός λαϊκισμός, ο οποίος μπορεί να εκδηλώνεται με αθώους τρόπους, με τη γενναιοδωρία της νομολογίας όταν επεκτείνει νομοθετικές παροχές και σε άλλες ομάδες που δεν προβλέπονται ρητά, μέσω της λεγόμενης επεκτατικής εφαρμογής ευνοϊκών διατάξεων με επίκληση της αρχής της ισότητας. Αλλά ο δικαστικός λαϊκισμός και ο εισαγγελικός λαϊκισμός προσλαμβάνουν μία μορφή σκληρή, πολύ συχνά απάνθρωπη, όταν κινούμαστε στο πεδίο πια της ποινικής προδικασίας και της ποινικής δίκης.
Γιατί ο ποινικός λαϊκισμός δεν εκδηλώνεται μόνο με τις συνεχείς τροποποιήσεις του ποινικού κώδικα, δεν οδηγεί απλώς την υπερπλήρωση των φυλακών. Λειτουργεί ως πίεση αξιακή, ιδεολογική και τελικά ως πίεση απειλητική προς τους δικαστές γιατί το δόγμα είναι ότι ποτέ ο αυστηρός δικαστής δεν φοβήθηκε τίποτα. Ο επιεικής δικαστής όμως γίνεται πολύ συχνά θύμα των εσωτερικών διαδικασιών , δηλαδή θύμα των παραβιάσεων της εσωτερικής ανεξαρτησίας του δικαστή.
Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να αντιστεκόμαστε στον ποινικό λαϊκισμό και να εξηγούμε στην κοινωνία και την κοινή γνώμη ότι και η ίδια δεσμεύεται από την υποχρέωση σεβασμού των εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Αυτό δεν ισχύει μόνο στις λίγες σκληρές υποθέσεις όπως θα έλεγε ο Dworkin. Ισχύει στην καθημερινότητα των ποινικών ακροατηρίων και στην καθημερινότητα της ποινικής προδικασίας. Άρα πρέπει να το θέσουμε ως πρώτη προτεραιότητά μας, αν θέλουμε πραγματικά να αναβαθμίσουμε τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου στη χώρα μας, αν θέλουμε η Ελλάδα να είναι μια κατ’ ουσία πλήρης φιλελεύθερη δημοκρατία.
Θα μου επιτρέψετε να αναφερθώ επίσης όσο μπορώ πιο σύντομα, σε ένα δεύτερο, περισσότερο δογματικό ζήτημα, που αφορά τη νομική θεμελίωση των εγγυήσεων του κράτους δικαίου. Ίσως θα γνωρίζετε ότι τα τελευταία χρόνια εισηγούμαι τη χρήση της έννοιας του επαυξημένου Συντάγματος, του «Augmented Constitution».
Το επαυξημένο σύνταγμα, πολύ συνοπτικά, απλουστεύοντας, είναι μια ολόκληρη ερμηνευτική αντίληψη που θέλει να υπερβεί τον κίνδυνο αδιέξοδης σύγκρουσης μεταξύ των εννόμων τάξεων που συλλειτουργούν στον ίδιο χώρο. Στον ευρωπαϊκό χώρο συλλειτουργούν σε κάθε κράτος μέλος τρεις έννομες τάξεις. Η εθνική με το εθνικό Σύνταγμα, η ενωσιακή με το πρωτογενές και το παράγωγο Ενωσιακό Δίκαιο και η διεθνής έννομη τάξη, ιδίως το Διεθνές Δίκαιο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με κορυφαίο παράδειγμα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία είναι δικονομικά οργανωμένη, εξοπλισμένη με τη δυνατότητα να ασκηθεί ατομική προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Είναι για εμάς, που ασχολούμαστε με τα θέματα αυτά, το σταυρικό ζήτημα. Η συνύπαρξη, ο κίνδυνος σύγκρουσης, η ανάγκη αλληλοπεριχώρησης, όπως λέμε, χρησιμοποιώντας έναν θεολογικό όρο, δηλαδή η ανάγκη αμοιβαίου σεβασμού και εκατέρωθεν υποχωρήσεων, ώστε να μειώνεται ή ακόμη και να εξαλείφεται ο κίνδυνος αδιέξοδων συγκρούσεων, που συνήθως παίρνουν τη μορφή του ελέγχου ultra vires, δηλαδή υπέρβασης των αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά τέτοιος κίνδυνος υπέρβασης του ορίου της δικαιοδοσίας της, δεν υπάρχει για την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το πεδίο εφαρμογής της οποίας ταυτίζεται απολύτως με το πεδίο εφαρμογής του Εθνικού Συντάγματος και της Εθνικής Έννομης Τάξης. Και αυτό ισχύει με όλο το κλασικό Διεθνές Δίκαιο Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρα και με άλλα σημαντικά κείμενα, όπως για παράδειγμα το Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, που έχει κυρωθεί το 1997 και περιβάλλεται με την τυπική ισχύ του άρθρου 28 παρ 1.Σ.
Όταν λοιπόν βρισκόμαστε μπροστά σε αυτό το πολύπλοκο περιβάλλον της συνύπαρξης των εννόμων τάξεων, είναι λογικό να πει κανείς ότι θα καταφύγουμε σε μία απλή αρχή που προβλέπεται ρητά και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔ ΕΕ) και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ): την αρχή της Μείζονος Προστασίας.
Αν θέλουμε Μείζονα Προστασία, πρέπει να επιλέξουμε το κείμενο που προσφέρει τη Μείζονα Προστασία. Δεν είναι τόσο απλό όσο το παρουσιάζω, αλλά η αρχή της Μείζονος προστασίας ως ερμηνευτικός κανόνας για το Εθνικό Σύνταγμα μας επιβάλλει να το ερμηνεύουμε σε συμφωνία με το Ενωσιακό Δίκαιο και με τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ώστε σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επιλέγουμε εκείνη την ερμηνευτική εκδοχή που παρέχει τη Μείζονα Προστασία της Δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Θέλω να σας το εξηγήσω αυτό στο πρακτικό πεδίο με το οποίο ασχολείστε καθημερινά στην ποινική προδικασία και στην ποινική δίκη.
Το Σύνταγμά μας είναι ιστορικά εξοπλισμένο με λεπτομερείς εγγυήσεις που αφορούν την Ποινική Προδικασία και την Ποινική Δίκη. Έχουμε στο Σύνταγμά μας τις γνωστές διατάξεις, το άρθρο 6 που ρυθμίζει τις προϋποθέσεις σύλληψης και προσαγωγής στον εισαγγελέα ή τον τακτικό ανακριτή, έχουμε ειδικές ρυθμίσεις για την προσωρινή κράτηση, μάλιστα και ειδική ρύθμιση που έχει προκύψει ιστορικά για την απαγόρευση της επιβολής διαδοχικών προσωρινών κρατήσεων για την ίδια υπόθεση, ώστε να μη καταστρατηγείται το έσχατο όριο της προσωρινής κράτησης για πλημμελήματα ή για κακουργήματα. Και αυτό στο άρθρο 6.
Έχουμε στο άρθρο 7 πλουσιοπάροχη κατοχύρωση της τυποποίησης του ποινικού φαινομένου, δηλαδή του nullum crimen sine lege praevia, scripra, certa stricta. Έχουμε στο άρθρο 7 απαγόρευση της αναδρομικής ισχύος του δυσμενέστερου ποινικού νόμου, απαγόρευση της θανατικής ποινής με εξαίρεση τα εγκλήματα σε καιρό πολέμου. Έχουμε πρόβλεψη για τη δημοσιότητα της ποινικής δίκης και κάθε δίκης στο άρθρο 93. Έχουμε πρόβλεψη για την αποζημίωση αδίκως προφυλακισθέντων και καταδικασθέντων στο άρθρο 7.
Όμως, δείτε πόσα πράγματα δεν ρυθμίζονται ρητά στο ελληνικό Σύνταγμα και πρέπει να αναχθούμε στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων των Ανθρώπων, στο Διεθνές Σύμφωνο Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της λογικής του επαυξημένου Συντάγματος και της αναζήτησης της αρχής της Μείζονος Προστασίας.
Η υποχρέωση αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου ήταν ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει πολύ την ποινική θεωρία και τον δάσκαλό μας Ιωάννη Μανωλεδάκη, αυτό επιλύεται πλέον ρητά από το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων. Ισχύει στην Ελλάδα η υποχρέωση αναδρομικής εφαρμογής του επιεικέστερου ποινικού νόμου.
Το τεκμήριο αθωότητας προβλέπεται ρητά στην ΕΣΔΑ. Το όριο στην πραγματική διάρκεια της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται ρητά στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Η περιβόητη αρχή ne bis in idem, δεν προβλέπεται στο Ελληνικό Σύνταγμα, αλλά προβλέπεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε πρόσθετο πρωτόκολλο και ακόμη διεξοδικότερα στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.
Το δικαίωμα στη δευτεροβάθμια κρίση στην ποινική δίκη, δεν προβλέπεται ρητά στο Ελληνικό Σύνταγμα. Προβλέπεται όμως σε πρόσθετο πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Και αυτό το οποίο ποτέ δεν συζητούμε διεξοδικά είναι οι ειδικές προϋποθέσεις του ελέγχου της συνταγματικότητας άρα και της συμβατότητας με το Ενωσιακό Δίκαιο και το Διεθνές Δίκαιο διατάξεων ποινικού χαρακτήρα. Διότι στην περίπτωση αυτή, όταν εντοπίζει κανείς αντισυνταγματικότητα ή αντισυμβατότητα διάταξης Ποινικού Δικαίου , δεν μπορεί ερμηνευτικά, διά του παραμερισμού μιας ποινικής διάταξης, να κατασκευάσει μία διάταξη δυσμενέστερη και αυστηρότερη για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο στη συγκεκριμένη υπόθεση. Άρα δεν μπορεί να ισχύει ο μηχανισμός που ισχύει απλά για τους άλλους νόμους κάθε περιεχομένου, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ 4 για τον έλεγχο συνταγματικότητας ή σύμφωνα με την αρχή της αυτοαναφορικής υπεροχής του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της αυτοαναφορικής επίσης υπεροχής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων ανθρώπων που επικαλείται το άρθρο 27 της Διεθνούς Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθήκων.
Στην περίπτωση του ελέγχου συνταγματικότητας του ποινικού νόμου αυτό μπορεί να γίνει μόνο pro reo, μόνο pro mitiore, μόνο in bonam partem, δεν μπορεί να γίνει in malam partem και αυτό είναι επίσης προϊόν μιας ερμηνείας συνταγματικής που ανήκει στη λογική του επαυξημένου συντάγματος.
Το δε επαυξημένο Σύνταγμα το οποίο ερμηνεύει συνδυαστικά το ίδιο τον εαυτό του και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου οδήγησε τον εθνικό δικονομικό νομοθέτη πρώτα στο πεδίο του ποινικού δικονομικού δικαίου, μετά του διοικητικού, εν τέλει και στο πεδίο της πολιτικής δικονομίας να αποδεχθεί το λεγόμενο reopening των δικών όταν εκδίδεται απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δηλαδή την επανάληψη της δίκης επειδή έχει διαπιστωθεί από το ΕΔΔΑ παραβίαση διάταξης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ποιος παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου; Ο δικαστής. Δεν αρκεί να παραβιάσει ο νομοθέτης ή η διοίκηση γιατί πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα για να είναι παραδεκτή η ατομική προσφυγή. Άρα ο παραβάτης των θεμελιωδών δικαιωμάτων προκειμένου να αχθούμε σε διεθνή έλεγχο είναι πάντα ο δικαστής. Ο οποίος θα μπορούσε με την ερμηνεία του να θεραπεύσει σφάλματα του νομοθέτη ή της διοίκησης. Αν όμως δεν τα θεραπεύσει, αν τα αποδεχθεί και αν τα επαυξήσει μέσα από τη δική του αντίληψη, οδηγεί τη χώρα σε διεθνή δικαστικό έλεγχο και σε διαπίστωση της παραβίασης. Άρα σε «καταδίκη», όπως λέμε , από το Στρασβούργο.
Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πόσο μεγάλη σημασία έχει η λογική του επαυξημένου Συντάγματος για την πληρότητα του κράτους δικαίου στην Ελλάδα και για την καθημερινή δικαστική πράξη στο πεδίο του ποινικού δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού.
***
Η απόρριψη με διάταξη του Εισαγγελέα του ΑΠ της ανάσυρσης της δικογραφίας περί υποκλοπών απο το αρχείο
Θα μου επιτρέψετε τώρα να κλείσω με την άδειά σας σε ένα περιβάλλον αμιγώς νομικό και σε έναν χώρο πανεπιστημιακό, αναφερόμενος σε ένα ζήτημα το οποίο είναι επίκαιρο και το οποίο με απασχόλησε πάρα πολύ και το οποίο πρέπει να πω ότι με στεναχώρησε και με ταλάνισε προσωπικά πάρα πολύ. Αναφέρομαι στην πρόσφατη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την οποία δεν ανασύρθηκε από το αρχείο η δικογραφία για τις υποκλοπές, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί και είχε τεθεί στο αρχείο με προηγούμενη διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και μετά από προκαταρκτική εξέταση που διενήργησε επίτιμος πλέον αντεισαγγελέας που Αρείου Πάγου, που θα τιμήσει το συνέδριο με τη συμμετοχή του.
Ξέρετε καλύτερα από μένα την κρίσιμη διάταξη του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που δεν είναι τόσο γραμματοπαγής όσο ο Ποινικός Κώδικας, αλλά πάντως βρισκόμαστε μέσα στο πλαίσιο των εγγυήσεων που προσφέρει η τυποποίηση του ποινικού φαινομένου με τις δικονομικές συμπαραδηλώσεις της.
Κατά το άρθρο 43, λοιπόν του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, «Ο αρμόδιος εισαγγελέας ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο μόνο όταν αναφαίνονται νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία ή γίνεται επίκληση αυτών τα οποία δικαιολογούν κατά την κρίση του την επανεξέταση της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή καλεί τον μηνυόμενο ή αυτόν σε βάρος του οποίου διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση για παροχή εξηγήσεων.»
Το κρίσιμο ρήμα στη διάταξη αυτή είναι «αναφαίνονται». Δεν χρειάζεται να έχουν προφανώς αποδειχθεί. Ίσως δεν χρειάζεται καν να έχουν πιθανολογηθεί. Αρκεί να έχουν αναφανεί.
Και ποιος είναι ο καταλληλότερος χώρος να αναφανεί ένα νέο στοιχείο; Ο χώρος του ποινικού ακροατηρίου. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη εγγύηση αλλά και μεγαλύτερη δοκιμασία από τη δημοσιότητα και τη δυναμική του ποινικού ακροατηρίου. Είναι ευτελές ή ανεπαρκές το ποινικό ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών το οποίο μπορεί να επιβάλλει αθροιστικά ποινές φυλάκισης 126 ετών και συνολική ποινή προς έκτιση 8 ετών; Όχι βεβαίως.
Είναι ευτελές και ανεπαρκές να υπάρχει μια απόφαση με ενσωματωμένα τα πρακτικά που προσφέρει ένα corpus 1.600 σελίδων, όπου δεν μιλάει απλά ο δικαστής στο τέλος ούτε ο εισαγγελέας προτείνοντας, αλλά μιλούν τα γεγονότα που καταγράφονται και τα οποία συγκροτούν από μόνα τους έναν νέο πληρέστερο φάκελο δικογραφίας; Δεν έχουν αναφανεί στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία και δεν γίνεται επίκληση αυτών από έχοντες έννομο συμφέρον οι οποίοι μπορούν να είναι εγκαλούντες;
Αλλά πιο πολύ από όλα πρέπει να σας πω ότι με προβλημάτισε ο τρόπος με τον οποίο ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός της χώρας, αντιλαμβάνεται και εφαρμόζει τα άρθρα 14 και επόμενα του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τους λόγους αποκλεισμού καταρχάς, για τους λόγους εξαίρεσης και για την υποχρέωση δήλωσης αποχής των δικαστικών προσώπων.
Το άρθρο 14 του ΚΠΔ προβλέπει ρητά στους λόγους αποκλεισμού την προηγούμενη εμπλοκή στην ίδια δίκη, στην ίδια υπόθεση. Η ιδιότητα του εποπτεύοντος στην ΕΥΠ εισαγγελικού λειτουργού που έχει εκδώσει διατάξεις άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών δεν εμπίπτει στο άρθρο το 14;
Προβλέπεται ρητά ο αποκλεισμός αυτού που έχει καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον δικαστικού οργάνου, αλλά η εξεταστική επιτροπή της Βουλής ενώπιον της οποίας ο κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας έχει ρητά κατά τον Κανονισμό της Βουλής τις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών. Είναι οιονεί δικαστικό όργανο.
Να δεχθώ ότι μπορεί να προβληθεί η αντίθετη τυπολατρική ερμηνεία του άρθρου 14 ΚΠΔ η οποία καταδικάζεται ως αντίληψη από την πάγια νομολογία που ΕΔΔΑ, που καταγγέλλει συνεχώς την τυπολατρική ερμηνεία των δικονομικών διατάξεων.
Μα το άρθρο 15 ΚΠΔ στους λόγους εξαίρεσης προσθέτει σε αυτά του άρθρου 14 για τους λόγους αποκλεισμού, τις υπόνοιες μεροληψίας. Είναι βαρύ να δεχθούμε ότι μπορεί να υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας; Το συνομολογώ. Μπορεί να δεχθούμε ότι είναι βαρύ να πεις ότι υπάρχουν υπόνοιες μεροληψίας.
Το άρθρο 23 το οποίο προβλέπει τη δήλωση αποχής, προσθέτει στους τυποποιημένους λόγους του άρθρου 14 και στις υπόνοιες μεροληψίας του άρθρου 15 την υποχρέωση δήλωσης αποχής όταν συντρέχουν λόγοι ευπρεπείας. Δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ευπρεπείας του άρθρου 23;
Δεν είναι δυσχερές το ζήτημα αυτό; Είναι τόσο προφανής η ερμηνεία; Το ζήτημα αυτό δεν έπρεπε να τεθεί από τον ίδιο τον Εισαγγελικό λειτουργό, ενώπιον του αρμοδίου Δικαστικού Συμβουλίου ως δυσχερές ώστε να έχουμε βούλευμα του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου; Δεν έπρεπε να έχει εισαχθεί το ζήτημα αυτό στο Συμβούλιο του Αρείου Πάγου από τον αναπληρωτή του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου; Αυτό προβλέπει ρητά ο ΚΠΔ.
Και αν δεν υπάρχουν όλα αυτά, πως δικαιολογείται η αντίθεση προς την πρακτική; Πρακτική της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου είναι ότι ο Εισαγγελέας αυτοπροσώπως και χωρίς προκαταρκτική εξέταση και χωρίς ανάθεση σε έναν από τους πολλούς πλέον αντιεισαγγελείς του Αρείου Πάγου τους προερχόμενους όλους αποκλειστικά από την ισταμένη δικαιοσύνη, αποφαίνεται μόνος του να μην γίνει κατηγορία; Μπορεί να δώσει εντολή άσκησης δίωξης. Αλλά να γίνει όλη αυτή η διαδικασία, η προβλεπόμενη στο άρθρο 43 του ΚΠΔ, χωρίς να μεσολαβήσει αντιεισαγγελέας ο οποίος θα χειριστεί τον φάκελο; Γιατί όχι όπως έγινε στην προηγούμενη φάση που παρενεβλήθη αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου.
Δεν θα αναφερθώ στα πραγματολογικά σφάλματα που έχουν εντοπιστεί, σε σχέση με τη λειτουργία του διαδικτύου και σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύεται στο αρχείο η ηλεκτρονική αλληλογραφία. Αλλά με έχουν εντυπωσιάσει οι αυθαίρετες λογικές συνεπαγωγές: Ότι δεν μπορεί να συντρέξει περίπτωση κατασκοπίας στην περίπτωση Σπίρτζη διότι δεν μπορούν να υπάρξουν στο κινητό τηλέφωνο στοιχεία τα οποία να είναι απόρρητα και συνδεόμενα με την εθνική ασφάλεια, που περιλαμβάνει βέβαια και τη δημόσια ασφάλεια, την αρμοδιότητα δηλαδή του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη. Αλλά και το συμπέρασμα ότι αν παρακολουθείτε μια δημόσια persona ή ένας καλλιτέχνης συνιστά επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να έχουμε κατασκοπία για τους υπολοίπους! Δηλαδή για τον Αρχηγό του ΓΕΕΘΑ, για τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και για άλλα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων.
Και βεβαίως, η contradictio in terminis. Προφανώς δεν έχουν αποδειχθεί πλήρως στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου αυτά που το Δικαστήριο με σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα της Έδρας ζήτησε να διερευνηθούν σε επίπεδο προκαταρκτικής εξέτασης. Αλλά για αυτό υπάρχει η ποινική προδικασία. Και για αυτό υπάρχει η γυνή του Καίσαρα, η οποία δεν αρκεί να είναι τιμία, πρέπει και να φαίνεται τιμία.
Άρα η δοκιμασία του κράτους δικαίου είναι συνεχής. Η δοκιμασία του κράτους δικαίου είναι πολυεπίπεδη. Αφορά την εκτελεστική εξουσία, τη νομοθετική εξουσία, τη διοίκηση, την κοινωνία, όπως είπα στην αρχή της ομιλίας μου, αλλά αφορά πρωτίστως την ίδια τη δικαστική εξουσία, τους δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς που πρέπει να λειτουργούν υπερβαίνοντας τον εαυτό τους και τις αντιλήψεις τους, όχι κατά τη γενική συνείδησή τους, την πολιτική, τη θρησκευτική, αλλά κατά τη δικανικά διαμορφωμένη συνείδησή τους. Αυτή που αιτιολογείται, που πείθει, και που σέβεται εις βάθος και κατ’ ουσίαν τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.-
Βιβλιογραφική σημείωση
Ας μου επιτραπεί να παραπέμψω για την βιβλιογραφική και νομολογιακή τεκμηρίωση των βασικών θέσεων μου σε διαθέσιμες μελέτες και βιβλία μου, ενδεικτικά σε :
Ευάγγελος Βενιζέλος, Εισαγωγή στα Θεμελιώδη Δικαιώματα, εκδ. Σάκκουλα, 2026
Ευάγγελος Βενιζέλος, Δικαστικός Έλεγχος της Συνταγματικότητας των Νόμων και Ερμηνεία του Συντάγματος - Μαθήματα εμβάθυνσης στο Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2022, σελ. XVI +299
Ευάγγελος Βενιζέλος, ‘Η μετεξέλιξη της έννοιας του Συντάγματος – Το «επαυξημένο Σύνταγμα» ’, σε: Τιμητικό Τόμο για τον Προκόπη Παυλόπουλο (εκδ. Σάκκουλα, 2024) 233-249 & Προδημοσίευση σε: (2023) 6 ΕφημΔΔ 602-611
Evangelos Venizelos, From the relativization of the Constitution to the “augmented Constitution” , ERPL/REDP, vol. 32, no 3, autumn/automne 2020, pp 973-1017
* Εναρκτήρια ομιλία στο 2o Συνέδριο του Επιστημονικού Συνδέσμου Δικηγόρων “Οι Ποινικολόγιοι” - Επίκαιρα Ζητήματα Ειδικών Ποινικών Νόμων: Προκλήσεις για το Κράτος Δικαίου, στην Αίθουσα τελετών του ιστορικού κτιρίου της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ , Σάββατο 9 Μαΐου 2026













