Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2009


Φίλες και φίλοι, ευχαριστώ θερμά την καθεμιά και τον καθένα σας για την παρουσία σας εδώ. Eυχαριστώ το Νίκο Γιαννόπουλο για όσα είπε προηγουμένως και στο πρόσωπό του ευχαριστώ όλους τους εργαζόμενους, όλους τους συνδικαλιστές που δίνουν αγώνες στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ευχαριστώ θερμά και την Εύα την Καϊλή τη συνάδελφό μου στη Βουλή και συνυποψήφιά μας στην Α΄ Θεσσαλονίκης που είναι εδώ και με την οποία δώσαμε πολλούς αγώνες την προηγούμενη περίοδο στη Βουλή.

Στις 4 του Οκτώβρη όλοι πια προβλέπουν το αυτονόητο: το ΠΑΣΟΚ θα νικήσει. Ο κ. Καραμανλής απεδείχθη κατώτερος των περιστάσεων. Δεν μπόρεσε να διαχειριστεί την κρίση της ελληνικής οικονομίας, προκάλεσε και πυροδότησε την κρίση των θεσμών και τελικά δεν μπορεί να συσπειρώσει ούτε τον πυρήνα της δικής του παράταξης. Αντελήφθη πως δεν μπορεί να αξιοποιήσει το εξάμηνο που μεσολαβεί ανάμεσα στο φθινόπωρο και την προεδρική εκλογή της Άνοιξης. Κατάλαβε ότι κάθε μέρα θα ήταν χειρότερη γι΄ αυτόν και για το κόμμα του κι έτσι οδηγήθηκε στο απονενοημένο διάβημα των εκλογών, η προκήρυξη των οποίων αιφνιδίασε τελικά τον ίδιο και το κόμμα του. Γιατί δε βλέπω να έχει αιφνιδιαστεί κανείς άλλος από μία απόφαση, που είναι πραγματικά προς το συμφέρον του τόπου. Γιατί η παραμονή της κυβέρνησης του κ. Καραμανλή στην εξουσία χωρίς νομιμοποίηση, χωρίς σχέδιο, χωρίς ρυθμό, θα επέτεινε το πρόβλημα και θα καθυστερούσε την έναρξη της εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για την ανόρθωση της χώρας.


Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία, εδώ:

{audio}http://premium.fileden.com/premium/2009/4/10/2398305/limani.mp3{/audio}


Το ΠΑΣΟΚ βαδίζει προς τη νίκη και προς μία αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, όχι γιατί το λένε οι δημοσκοπήσεις, αλλά γιατί το ένστικτο του ελληνικού λαού, η ωριμότητά του αποζητά σταθερές και καθαρές λύσεις. Ο Έλληνας πολίτης θέλει στις 4 του Οκτώβρη το βράδυ να υπάρχει μια σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία, ικανή να αναλάβει τα βάρη της διακυβέρνησης και όχι να ανοίξει μία ατέρμονη διαδικασία διαβουλεύσεων μεταξύ των κομμάτων, προκειμένου να σχηματιστεί μια κυβέρνηση που δεν θα είχε σαφή χαρακτήρα και καθαρό προσανατολισμό.

Λυπάμαι που το λέω αυτό, γιατί πιστεύω στις ευρύτερες δυνατές συνεργασίες και συναινέσεις, αλλά όταν εμείς διεκδικούμε την αυτοδυναμία δεν διεκδικούμε μία παλαιού τύπου αυτοδυναμία αυτάρκη και αλαζονική, που κάνει γιουρούσι στο κράτος, δεν διεκδικούμε μια αυτοδυναμία μονοκομματικής αντίληψης όπως τη ζήσαμε μέχρι τώρα, συμπεριλαμβανομένων και των αρνητικών όψεων των δικών μας κυβερνητικών θητειών. Αλλά, εννοούμε μια αυτοδυναμία που έχει πλήρη επαφή με την πραγματικότητα, που σέβεται την κοινωνία και που έχει τη δυνατότητα να οικοδομήσει συνεργασίες, συναινέσεις, συναντιλήψεις, σε συνεχή διάλογο με όλες τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις, με όλες τις δυνάμεις του τόπου με τα μεγάλα εθνικά θέματα και φυσικά σε συνεχή διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους, με τους παραγωγικούς φορείς, με την κοινωνία των πολιτών.



Μπορείτε να παρακολουθήσετε το video της ομιλίας, εδώ




Σε αυτή την προεκλογική περίοδο, φίλες και φίλοι, συζητούμε εφ΄ όλης της ύλης, κυρίως για τα ζητήματα της οικονομίας και αποφασίσαμε να οργανώσουμε μια σειρά από θεματικές εκδηλώσεις-συζητήσεις όπως η σημερινή, για να δώσουμε έμφαση στα κορυφαία θέματα της πολιτικής ατζέντας, το πρώτο από τα οποία είναι αναμφίβολα το δημοσιονομικό, οικονομικό και αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας, το πρόβλημα του μοντέλου ανάπτυξης, το πρόβλημα του κοινωνικού κράτους και του μέλλοντός του, μέσα στις σημερινές διεθνείς συνθήκες που από παντού φαντάζουν εξαιρετικά απειλητικές.

Θέλω λοιπόν σήμερα να αναφερθώ ειδικά στις προκλήσεις του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα, στα ζητήματα που αφορούν τον εργαζόμενο, τον άνεργο, στα ζητήματα που αφορούν τις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις, την παροχή των δημόσιων αγαθών και φυσικά στο κορυφαίο ζήτημα, στο ζήτημα των ζητημάτων, που είναι το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας.

Θέλω να επιμείνω στα θέματα αυτά, γιατί έχει κυριαρχήσει η αντίληψη διεθνώς αλλά και στην Ευρώπη, πως εν μέσω κρίσης δεν είναι δυνατόν να συζητούμε σοβαρά για ολοκλήρωση ή ακόμη και για διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου. Είναι πολλοί αυτοί που έχουν αποδεχθεί, σχεδόν ως μοιραίο, πως το κοινωνικό κράτος στην Ευρώπη, δηλαδή στην ήπειρο στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, υφίσταται μια αξεπέραστη δημοσιονομική και δημογραφική κρίση.

Το κόστος για τους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι πάρα πολύ μεγάλο και η επιβάρυνση θα είναι ολοένα και μεγαλύτερη, γιατί οι κοινωνίες γηράσκουν και γιατί το δημοσιονομικό κόστος καταβολής των συντάξεων, αλλά και των παροχών του κλάδου υγείας θα βαίνει ολοένα αυξανόμενο στο μέλλον. Και πως είναι δυνατόν, λέει η αντίληψη αυτή, χώρες όπως η Ελλάδα, που έχουν τεράστιο πρόβλημα δημοσίου χρέους για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, για τα δεδομένα της Ζώνης του Ευρώ, χώρες που αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, όπως συμβαίνει παντού στην Ευρώπη, θα συνεχίσουν να στηρίζουν ένα ακριβό κοινωνικό κράτος, ένα κοινωνικό κράτος που βασίζεται στην αναδιανομή του κοινωνικού πλεονάσματος.

Αυτό μπορεί να βασιστεί μόνον σε ένα σταθερό, λογικό, λειτουργικό φορολογικό σύστημα που έχει την ικανότητα να παίρνει από αυτούς που έχουν, ανάλογα με την ικανότητα του καθενός, προκειμένου να δίνει σε αυτούς που έχουν ανάγκη, έτσι ώστε το κράτος να λειτουργεί ως κράτος δικαίου, ως κράτος δικαιοσύνης και διαφάνειας, ως κράτος αναδιανεμητικό. Γιατί το κοινωνικό κράτος δεν είναι μόνον ένα κράτος που ρυθμίζει με νόμους και διατάγματα, δε λειτουργεί μόνο ρυθμιστικά, δε λειτουργεί μόνον παροχικά με κάποια επιδόματα και με κάποιες μεταβιβαστικές παροχές, ακόμη κι αν τα επιδόματα αυτά είναι σημαντικά και αυξημένα, ακόμη κι αν περιλαμβάνουν και το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά είναι κι ένα κράτος αναδιανεμητικό, ένα κράτος που έχει την ικανότητα να στηρίζει αυτούς που έχουν ανάγκη.

Ρυθμιστικό, παροχικό και αναδιανεμητικό το κοινωνικό κράτος λειτουργεί στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες. Είναι αυτό που χαρακτηρίζει την Ευρώπη ως Ήπειρο της Δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και της κοινωνικής δικαιοσύνης, σε σχέση με άλλες περιοχές του κόσμου. Αυτό όμως θέλει λεφτά, θέλει μια δημόσια διοίκηση άλλου τύπου, θέλει πολιτική αποφασιστικότητα, θέλει εμμονή σε κάποιες αρχές.

Και πρέπει όλα αυτά να συνδυάζονται με ένα μοντέλο ανάπτυξης απαιτητικό, με την εθνική ανταγωνιστικότητα, με την παραγωγικότητα της εθνικής οικονομίας, με την παραγωγικότητα και της εργασίας αλλά και του κεφαλαίου, κάτι το οποίο ξεχνάμε, γιατί θεωρούμε ότι η παραγωγικότητα είναι μόνο ένα πρόβλημα των εργαζομένων κι όχι ένα πρόβλημα του επιχειρηματικού κόσμου κι ένα πρόβλημα του συντελεστή που λέγεται κεφάλαιο.

Όλα αυτά προϋποθέτουν ένα κράτος που να μπορεί να διαμορφώσει και να εφαρμόσει πολιτικές, να συνθέσει πολιτικές, προκειμένου να προσφέρει στον πολίτη τη δημόσια εκπαίδευση που χρειάζεται, το δημόσιο σύστημα υγείας που χρειάζεται, ένα στέρεο με προοπτική στο χρόνο δημόσιο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, να προσφέρει προνοιακές παροχές, να στηρίξει αυτούς που έχουν ανάγκη: τους υπερήλικες ιδίως τους ανασφάλιστους, τις μονογονεϊκές οικογένειες, τα άτομα με αναπηρία, το αγροτικό εισόδημα.

Να στηρίξει το εισόδημα των νοικοκυριών των μεγάλων αστικών κέντρων που δεν είναι επαρκές γιατί η ανεργία, η χαμηλή σύνταξη, η αρρώστια, είναι παράγοντες που συνδέονται άμεσα με τη φτώχια και μάλιστα όχι με τη σχετική φτώχια, δηλαδή με την εισοδηματική ανισότητα -είμαι φτωχότερος από κάποιον άλλον γιατί η ψαλίδα ανοίγει- αλλά με την απόλυτη φτώχια, δηλαδή με τις ελάχιστες προϋποθέσεις επιβίωσης ενός νοικοκυριού.

Αν επικρατήσει και στην Ελλάδα η αντίληψη που φάνηκε στις τελευταίες προεκλογικές εμφανίσεις του κ. Καραμανλή, αυτός ο όψιμος βαλκανικός θατσερισμός, ο απειλητικός, ο σχεδόν κυνικός, πως πρέπει να επιβληθούν μέτρα περιορισμού των χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων με το πάγωμα των μισθών και των συντάξεων, το αποτέλεσμα θα είναι να αμφισβητηθεί ο πυρήνας του κοινωνικού κράτους, να πάψει να λειτουργεί ο στοιχειώδης μηχανισμός κοινωνικής αναδιανομής, και τελικά να πληγεί η αγορά, να πληγεί η εθνική οικονομία, να πληγεί η ζήτηση και άρα να πληγεί ο μεγάλος όγκος της μικρομεσαίας επιχείρησης, που είναι ο κορμός της ελληνικής οικονομίας και ο κορμός της απασχόλησης, γιατί πάνω από το 75% των Ελλήνων απασχολουμένων απασχολούνται ως μισθωτοί σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κάτω των 10 εργαζομένων.

Κι αν υπολογίσουμε εδώ το μεγάλο αριθμό των αυτοαπασχολούμενων που είναι σκληρά εργαζόμενοι άνθρωποι, αν υπολογίσουμε τον αριθμό των μελών της οικογένειάς τους, των συμβοηθούντων μελών όπως λέμε, που χωρίς τυπική εργασιακή σχέση, χωρίς ασφάλιση, χωρίς ολοκληρωμένες αποδοχές βοηθούν σε ατομικές ή άλλες μικρές επιχειρήσεις, θα καταλάβουμε για τι όγκο προσώπων και για τι αριθμό οικογενειών μιλάμε σε μια χώρα που έχει αυτήν την εικόνα όχι ως κατάρα, αλλά ως ευχή.

Γιατί διαθέτει έτσι την ικανότητα να προσαρμοστεί σε καταστάσεις χωρίς να υφίσταται τις τεράστιες πιέσεις που υφίστανται άλλες ευρωπαϊκές χώρες, που ακολούθησαν πιστά το δυτικοευρωπαϊκό βιομηχανικό μοντέλο ανάπτυξης και τώρα προσπαθούν να σώσουν τις μεγάλες τους βιομηχανικές επιχειρήσεις, την αυτοκινητοβιομηχανία τους ή άλλες συναφείς βιομηχανίες που υφίστανται την κρίση του διεθνούς εμπορίου και της παγκόσμιας αγοράς, με δραματικές συνέπειες για τους εργαζόμενους, τις οικογένειές τους σε ολόκληρες περιοχές που εξαρτώνται από μία ή δύο βιομηχανικές μονάδες εγκατεστημένες στην περιοχή τους, όπου επί γενιές δουλεύουν ως εργαζόμενοι ως μισθωτοί οι κάτοικοι μιας περιοχής.

Η Ελλάδα έχει, λοιπόν, πολλά προβλήματα, διαρθρωτικά προβλήματα, μειονεξίες, οι οποίες όμως λειτουργούν ταυτόχρονα και ως μηχανισμός προστασίας και απορρόφησης των κραδασμών της κρίσης, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου βλέπουμε να οξύνονται σε ακραίο βαθμό οι κοινωνικές συγκρούσεις και να γιγαντώνεται το πρόβλημα της ανεργίας, που κι εδώ στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ υψηλό, επικίνδυνα υψηλό, αλλά υπάρχουν χώρες που τείνουν να αποκτήσουν και διπλάσιο ποσοστό ανεργίας σε σχέση με το ελληνικό, χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Ισπανία για παράδειγμα.

Το αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος


Άρα έχει πολύ μεγάλη σημασία, φίλες και φίλοι, να οργανώσουμε την πολιτική μας σε σχέση με το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας κι αυτή είναι η πρώτη αποστολή και η πρώτη υποχρέωση της νέας κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, διαφυλάσσοντας το κοινωνικό κράτος.

Αντιλαμβανόμενοι το κοινωνικό κράτος όχι ως ένα ταμείο που μοιράζει χρήματα, ως μια χοάνη που απορροφά πόρους, δηλαδή ως ένα σύστημα παρεμβάσεων που λειτουργεί αντιαναπτυξιακά, αλλά αντιλαμβανόμενοι το κοινωνικό κράτος ως αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος, ως πεδίο επενδύσεων, ως κοίτασμα θέσεων εργασίας, ως μια ευκαιρία να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και την παραγωγικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας. Γιατί είναι αφελής και ανιστόρητος όποιος πιστεύει ότι ο φτηνός εργαζόμενος, ο εργαζόμενος που είναι φτωχός τελικά γιατί δεν μπορεί να ζήσει τον εαυτό του και την οικογένειά του από το προϊόν της εργασίας του και από τον ιδρώτα του, μπορεί να είναι εξειδικευμένος, μπορεί να είναι αποδοτικός, μπορεί να είναι παραγωγικός, μπορεί να είναι ανταγωνιστικός και μπορεί να προσφέρει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής ποιότητας.

Έτσι ώστε η ελληνική οικονομία να αποκτήσει κύρος, να αποκτήσει προϊόντα με επωνυμία, να κατακτήσει αγορές στους τομείς στους οποίους διαπρέπει, όπως είναι για παράδειγμα ο τουρισμός, αλλά και στους τομείς που έχουν τόσο μεγάλη σημασία για την εθνική μας οικονομία, όπως είναι για παράδειγμα η οικοδομή η το λιανικό εμπόριο. Και πως μπορούμε να μιλάμε για εξαγωγικές επιχειρήσεις και για ελληνική παρουσία στις διεθνείς αγορές, εάν δεν υπάρχει το στοιχείο της ποιότητας κι αν πιστεύουμε ότι μπορούμε να ανταγωνιζόμαστε στις διεθνείς αγορές τα κινέζικα προϊόντα ή τα ινδικά προϊόντα.

Ενώ φυσικά το δικό μας πλεονέκτημα δεν είναι το μικρό κόστος εργασίας, αλλά το διανεμητικό κεφάλαιο, η ικανότητα, η εμπειρία, η επινοητικότητα, η καινοτομία που επενδύεται στα προϊόντα μας, στις υπηρεσίες μας, στα αγαθά μας, κι έτσι μπορεί η ελληνική οικονομία να κατακτήσει ξένες αγορές και μπορεί η ίδια να προσφέρει εδώ επιτόπου υψηλού επιπέδου υπηρεσίες τουριστικές, χρηματοοικονομικές, εκπαιδευτικές, προκειμένου να κινηθούν αγορές, να ανοίξουν θέσεις εργασίας, να αυξηθεί ο εθνικός πλούτος.

Αυτή είναι η αντίληψη για το αναπτυξιακό κοινωνικό κράτος που φέρνει στο επίκεντρο τον άνθρωπο και την εργασία, που καταπολεμά τη φτώχια, που λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, γιατί αλλιώς οι ευρωπαϊκές κοινωνίες θα διαρραγούν και θα μετατραπούν σε ζούγκλες εκεί που δεν το περιμένει κανείς. Αυτό που συμβαίνει στη Γαλλία με τις καταλήψεις εργοστασίων και με τις ομηρίες των διευθυνόντων συμβούλων των μεγάλων βιομηχανικών ομίλων είναι ένα προανάκρουσμα, όπως προανάκρουσμα ήταν τα επεισόδια και οι συγκρούσεις στα παρισινά προάστια πριν από μερικά χρόνια και πριν από μερικούς μήνες.

Δύο νέα ταμεία κατά τα πρότυπα του ΤΕΜΠΜΕ


Εδώ και πολύ καιρό προτείνω να πάρουμε μια σειρά από πρωτοβουλίες, που είμαι βέβαιος ότι θα τις πάρει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ: Να συστήσουμε δύο νέα ταμεία κατά τα πρότυπα του Ταμείου Εγγυοδοσίας Μικρών και Πολύ Μικρών Επιχειρήσεων, που έδειξε τώρα τη χρησιμότητά του και αν ο κ. Καραμανλής και οι Υπουργοί του είχαν αντιληφθεί τη σημασία που έχει το εργαλείο που λέγεται ΤΕΜΠΜΕ, θα είχε κινηθεί έτσι η ελληνική πραγματική οικονομία ώστε να αντέξει και να ξεπεράσει τους κραδασμούς της κρίσης. Αλλά κινήθηκαν με δισταγμό και παρότι φαινομενικά υπάρχουν ενθαρρυντικά στοιχεία δεν μπόρεσε το ΤΕΜΠΜΕ να προστατεύσει την απασχόληση και την αυτοαπασχόληση και τη μικρή επιχείρηση στο βαθμό που μπορούσε και μπορεί να το κάνει μια κυβέρνηση, όπως η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που χαίρομαι γιατί αποδέχθηκε την πρότασή μου που την έχω διατυπώσει κατ΄ επανάληψη στη Βουλή.

Δηλαδή τα 15 δισεκατομμύρια από τα 28 του πακέτου στήριξης των τραπεζών που έχουν απομείνει αδιάθετα, γιατί κατευθύνονται στην παροχή εγγυήσεων προς τις τράπεζες, να διοχετευθούν απευθείας στις επιχειρήσεις ώστε να κινηθεί αντίστροφα ο κύκλος αυτός. Έτσι όπως αποκαθιστάται η ρευστότητα στην αγορά, κινείται η αγορά, αναπνέουν όχι μόνον οι επιχειρηματίες αλλά και οι εργαζόμενοι, που πολλές φορές ιδίως στη μικρή και πολύ μικρή επιχείρηση ζουν την αγωνία του επιχειρηματία. Γιατί εκεί οι σχέσεις είναι προσωπικές, δεν είναι οι απρόσωπες σχέσεις των πολυεθνικών ομίλων, ούτε των μεγάλων βιομηχανικών ή εμπορικών συγκροτημάτων.

Πρέπει λοιπόν να ιδρύσουμε κατά τα ίδια πρότυπα ένα Ταμείο για τη Νέα Γενιά, ένα ταμείο για το ξεκίνημα, που να στηρίζει τους νέους ανθρώπους στο ξεκίνημα που αυτοί επιλέγουν, θα παρέχουν δηλαδή βοήθεια με εγγυημένα δάνεια, μακροχρόνια, χαμηλού επιτοκίου για το άνοιγμα επιχείρησης, για την αγορά επαγγελματικής στέγης ή πρώτης κατοικίας, για την ολοκλήρωση σπουδών προπτυχιακών ή μεταπτυχιακών.Και ένα αντίστοιχο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση και με τους φορείς του λεγόμενου «τρίτου τομέα» της οικονομίας, τους τομείς δηλαδή των κοινωνικών και κοινωφελών υπηρεσιών, πρέπει να χρηματοδοτεί την απασχόληση των εργαζομένων άνω των πενήντα που βρίσκονται σχετικά κοντά στη συνταξιοδότηση και απειλούνται με απόλυση ή απόσυρση από την αγορά εργασίας ανεξαρτήτως προσόντων και δεξιοτεχνιών.

Και αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να τους στηρίξουμε, γιατί κρέμονται από μία κλωστή και ζουν οικογένειες ολόκληρες με το άγχος του κλεισίματος μιας επιχείρησης ή του περιορισμού των θέσεων εργασίας σε κλάδους ολόκληρους που μπορεί να θίξει ανθρώπους και οικογένειες με υποχρεώσεις, με σχέδια ζωής, με παιδιά που σπουδάζουν, με γονείς υπερήλικες που έχουν ανάγκη από τη φροντίδα σε αυτήν την τελευταία φάση της ζωής τους. Αυτές είναι δύο άμεσες παρεμβάσεις, που είμαι βέβαιος ότι θα πιάσουν τόπο.

Οι εργασιακές σχέσεις


Ένα άλλο πολύ μεγάλο ζήτημα στο οποίο πρέπει να τοποθετηθούμε ευθέως είναι η υποχρέωσή μας να εφαρμόσουμε και θα εφαρμόσουμε όλα όσα έχουμε δηλώσει πανηγυρικά στη Βουλή ως υποχρέωσή μας κατά τη συζήτηση και ψήφιση των νόμων της τελευταίας εξαετίας, σε σχέση με τη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα είναι πολύ πιο ευέλικτη από ότι ισχυρίζεται οποιοσδήποτε, γιατί υπάρχουν άτυπες σχέσεις και νομικά ανεξέλεγκτες καταστάσεις που την κάνουν τελείως μα τελείως ευέλικτη: Στην Ελλάδα η μαύρη εργασία είναι δυστυχώς καθεστώς, η απουσία ελέγχου, γιατί δε λειτουργεί η Επιθεώρηση Εργασίας, είναι δυστυχώς γεγονός, ο μεγάλος αριθμός των αυτοαπασχολουμένων και των συμβοηθούντων μελών χωρίς ασφάλιση και χωρίς εργασιακή σχέση είναι επίσης γεγονός.

Η κατάχρηση της σύμβασης μαθητείας -και δεν αναφέρομαι μόνο στα stage αλλά και σε συμβάσεις μαθητείας στον ιδιωτικό τομέα εκτός stage- που υποκρύπτουν σύμβαση εργασίας και μάλιστα σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, είναι γεγονός. Οι συμβάσεις έργου με φυσικά πρόσωπα, τα περιβόητα «μπλοκάκια» που υποκρύπτουν σύμβαση εργασίας, είναι γεγονός. Κι εκεί που βλέπαμε ότι τα ποσοστά της προσωρινής απασχόλησης και της μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ μικρά, τον τελευταίο χρόνο αυτά διπλασιάζονται, τείνουν να τριπλασιαστούν. Γιατί φυσικά αυτό που λέγεται «πλήρης απασχόληση», μια ολοκληρωμένη εργασιακή σχέση, δίνει ολοένα και περισσότερο τη θέση σε αβέβαιες μορφές απασχόλησης, ανεξέλεγκτες, ανοργάνωτες. Κι εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόσουμε αυστηρά και με συνέπεια το ευρωπαϊκό Κοινοτικό Δίκαιο προς την κατεύθυνση πάντοτε, όπου υπάρχει περιθώριο επιλογής όταν πρόκειται  για οδηγίες, της μεγαλύτερης δυνατής προστασίας του ασθενέστερου μέρους.

Και το ασθενέστερο μέρος είναι ο εργαζόμενος ο οποίος ξέρει να δώσει τ’ ανταλλάγματα που πρέπει σ’ έναν επιχειρηματία που αγωνίζεται με συνέπεια για να επιβιώσει και να διατηρήσει θέσεις εργασίας. Έχει ένστικτο ο εργαζόμενος και ξέρει ποιος είναι ο εργοδότης που αγωνίζεται να επιβιώσει ο ίδιος και να δώσει δουλειά και ποιος είναι αυτός που είναι εκτός του πλαισίου της κοινωνικής ειρήνης και της κοινωνικής συνοχής και άρα δε βοηθά ούτε τον εαυτού του ούτε την επιχείρησή του ούτε την κοινωνία ούτε τους εργαζομένους του.

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία όλα αυτά τα θέματα όχι απλά και μόνο να τα καταστήσουμε αντικείμενο νομοθετικών παρεμβάσεων που είναι το σχετικά εύκολο και θα το κάνουμε γιατί έχουμε δεσμευτεί στη Βουλή επισήμως και ό,τι λέμε είναι προφανές ότι οφείλουμε να το τηρήσουμε, δεν υπάρχει περιθώριο υπαναχωρήσεων και εκπτώσεων.

Αλλά πρέπει όλα αυτά τα θέματα να ενταχθούν και στη θεματολογία των συλλογικών συμβάσεων γιατί μια εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας που καλύπτει όλο αυτό το εύρος των θεμάτων είναι η βάση και το πρόπλασμα για μια μεγάλη εθνική, κοινωνική και αναπτυξιακή συμφωνία μέσα από την οποία μπορούμε να εφαρμόσουμε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης μέσα σε συνθήκες εργασιακής και κοινωνικής ειρήνης, αλλά πρέπει όλοι ν’ αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις τους και ξέρει πάρα πολύ καλά ο εργαζόμενος ότι δεν έχει μόνο δικαιώματα, έχει και υποχρεώσεις.

Έχει την υποχρέωση να συμβάλλει στην αύξηση της ποιότητας και της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας, άρα και κάθε κλάδου και κάθε επιχείρησης. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι οι αυξημένοι ρυθμοί ανάπτυξης του ΑΕΠ τα προηγούμενα πολλά χρόνια, λόγω και της εισροής των κοινοτικών κονδυλίων, μετατράπηκαν κυρίως σε αύξηση της παραγωγικότητας και όχι σε αύξηση των θέσεων εργασίας. Γιατί όταν υπάρχουν περιθώρια ν’ αυξηθεί η παραγωγικότητα αυξάνεται αυτή και μετά αρχίζει η αύξηση των θέσεων εργασίας για να το παρουσιάσει μ’ έναν έτσι όσο γίνεται πιο απλό και καταληπτό τρόπο.

Ενίσχυση της απασχόλησης

Έχει λοιπόν πάρα πολύ μεγάλη σημασία να στηρίξουμε την απασχόληση και την εργασία. Γιατί έτσι στηρίζουμε την οικονομία και την ανάπτυξη και ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι το πρόβλημα βρίσκεται στους νέους, το πρόβλημα βρίσκεται στις νέες γυναίκες, το πρόβλημα βρίσκεται στις νέες γυναίκες κυρίως αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που δεν έχουν άλλες δεξιότητες, άλλα προσόντα και αγωνίζονται να βρουν μια θέση εργασίας  σε μια εξαιρετικά κλειστή και ανταγωνιστική αγορά και αν δεν αυξήσουμε την απασχόληση των γυναικών, την απασχόληση των νέων, την απασχόληση των γυναικών που είναι απόφοιτες απλά και μόνο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης δε θ’ αυξήσουμε τα ποσοστά απασχόλησης στην Ελλάδα στο βαθμό που θα μας κάνει ανταγωνιστικούς σε σχέση με τις άλλες χώρες-μέλη της ζώνης του ευρώ.

Άρα έχουν πολύ μεγάλη σημασία οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ που τις είχαμε θεσμοθετήσει με νόμο πριν από το 2004 για τη στήριξη των επιχειρήσεων και άρα των εργαζομένων όταν το κράτος καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές, τώρα πια για 4 χρόνια για τους νέους εργαζομένους μέχρι 26 χρονών, μέχρι 29 για τους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι θα είναι πλήρως ασφαλισμένοι, θα έχουν πλήρως τα δικαιώματα που τους παρέχει το ασφαλιστικό τους ταμείο και για τον κλάδο σύνταξης και για τον κλάδο υγείας, αλλά η επιχείρηση θ’ απαλλαγεί από ένα πολύ σοβαρό ποσοστό του κόστους εργασίας και αυτό θα δώσει νομίζω μια ανακούφιση και μια ενθάρρυνση στην αγορά.

Το ίδιο όμως πρέπει να ισχύσει και για τις γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που είναι μητέρες ανήλικων παιδιών και αναζητούν απασχόληση και αντίστοιχες ρυθμίσεις όπως είπα, αναφερόμενος στο Ταμείο Κοινωνικής Οικονομίας, προβλέπονταν ήδη από τη νομοθεσία του 2003-2004 για τους εργαζομένους άνω των 55 που πρέπει ν’ απασχοληθούν έστω σε τομείς της λεγόμενης κοινωνικής οικονομίας για να συμπληρώσουν τα ένσημά τους προκειμένου να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα.

Βεβαίως όλα αυτά προϋποθέτουν και μια τελείως διαφορετική ρύθμιση για την αγορά εργασίας και έναν άλλον ΟΑΕΔ ο οποίος έχει μετατραπεί σ’ ένα ολόκληρο θεσμικό σκάνδαλο. Εάν δεν αλλάξει η  μορφή του ΟΑΕΔ, αν δεν αλλάξει ο ρόλος του Παρατηρητηρίου Απασχόλησης, εάν δε μιλήσουμε για e-OAΕΔ, ηλεκτρονικό, ψηφιακό ΟΑΕΔ, εάν τα Κέντρα Προώθησης Απασχόλησης δε λειτουργούν και ως παρατηρητήρια για να εντοπίζουν πού θα υπάρξει πρόβλημα, εάν δε λειτουργεί online το σύστημα αυτό ώστε ο κάθε εργαζόμενος να έχει την πλήρη εικόνα της ζήτησης εργασίας και αν δε συζεύξουμε την προσφορά εργασίας με τη ζήτηση εργασίας, δε θα μπορέσουμε να δώσουμε λύσεις στο εξατομικευμένο πρόβλημα του εργαζόμενου. Που πρέπει να μπορεί να παρακολουθεί στο διαδίκτυο την πορεία της υπόθεσής του για να ελέγχει εάν το κράτος, η πολιτεία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση του προσφέρει όλα όσα μπορεί να του προσφέρει, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της δικής του υποχρέωσης να καταρτίζεται, να εκπαιδεύεται, να επανεκπαιδεύεται, να αποκτά δεξιότητες, γιατί αυτό του δίνει πιο πολλά λεφτά, του δίνει μεγαλύτερες δυνατότητες για τον εαυτό του και την οικογένειά του.

Η προοπτική του ασφαλιστικού συστήματος

Και για να μη σας κουράζω περισσότερο έτσι φτάνουμε στο τρίτο σκέλος της σημερινής μας συζήτησης, που είναι βεβαίως το κορυφαίο, το πρόβλημα των προβλημάτων όπως είπα προηγουμένως, που είναι το κοινωνικοασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας. Έχει κυριαρχήσει μια τρομολαγνεία σε σχέση με το ασφαλιστικό πρόβλημα.

Δεν υπάρχει εργαζόμενος που να μη φοβάται για τη σύνταξή του, για τη δυνατότητά του να πάρει εφάπαξ, δεν υπάρχει εργαζόμενος στο Δημόσιο, τον ευρύτερο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα που να μη θέτει το ερώτημα εάν θα διατηρήσει κάποιες προοπτικές ή αν θα τις χάσει. Και δεν αναφέρομαι εδώ στο κλασικό ζήτημα των γυναικών που εργάζονται στο Δημόσιο και περιμένουν την διαπραγμάτευση της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά τη γνωστή απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αναφέρομαι στο μεγάλο όγκο των εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού Δικαίου έστω και αν εργοδότης είναι ένας φορέας του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Θέλω λοιπόν να επαναλάβω πράγματα που το ΠΑΣΟΚ έχει παρουσιάσει στη Βουλή με επίσημο κατηγορηματικό και δεσμευτικό τρόπο ήδη από το 2006. Και ήταν κεφάλαιο του προγράμματός του και το 2007 και είναι κεφάλαιο τους προγράμματός του τώρα ενόψει των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου. Το ασφαλιστικό πρόβλημα της χώρας είναι πράγματι τεράστιο ως αναλογιστικό πρόβλημα, αλλά νομίζω ότι τρομοκρατούν τον κόσμο και εκθέτουν τη χώρα διεθνώς, όσοι θεωρούν ότι το αναλογιστικό βάρος των ασφαλιστικών ταμείων είναι στο σύνολό του εγγεγραμμένο στο δημόσιο χρέος της χώρας από ένα σημείο και μετά.

Χρειάζονται λοιπόν ορισμένες βασικές παραδοχές εάν θέλουμε ν’ αντιμετωπίσουμε το ασφαλιστικό με κοινωνική δικαιοσύνη και προοπτική, προστατεύοντας τα δικαιώματα των ασφαλισμένων και προστατεύοντας την κοινωνική συνοχή.

Το πρόβλημα του ασφαλιστικού συστήματος στην Ελλάδα, του δημόσιου διανεμητικού κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος που βασίζεται στην τριμερή χρηματοδότηση εργοδοτών, εργαζομένων και πολιτείας, είναι πρόβλημα εσόδων και όχι πρόβλημα δαπανών. Το πρόβλημα του ασφαλιστικού μας συστήματος δεν είναι πρωτίστως οι σκανδαλώδεις, υπερβολικές και καταχρηστικές παροχές, αλλά το γεγονός ότι έχει εντυπωσιακά  και προκλητικά χαμηλά έσοδα.

Δεν λέω ότι δεν υπάρχουν κάποιοι που πήραν παρανόμως αναπηρικές συντάξεις, δε λέω ότι δεν υπήρξαν στο παρελθόν προκλητικά νέοι συνταξιούχοι. Βεβαίως και υπάρχουν αυτά τα προβλήματα. Αλλά οι βασικές παράμετροι του κοινωνικοασφαλιστικού μας συστήματος, είναι απολύτως λογικές, δίκαιες και θα είναι σταθερές γιατί έχει αποδειχθεί ότι η αύξηση κατά ένα χρόνο των νομοθετημένων ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, προσφέρει παράταση ζωής στο ασφαλιστικό σύστημα μόλις 6 μήνες. Δηλαδή πρέπει για να διασφαλίσεις την αντοχή του συστήματος για 5 χρόνια, που δεν είναι τίποτε, είναι σταγόνα στον ωκεανό για τα διαστήματα που μιλάμε τώρα, που είναι διαστήματα 30-35 ετών γιατί εκεί είναι οι μέσες προβλέψεις για την αντοχή των ασφαλιστικών συστημάτων πρέπει ν’ αυξήσεις τα όρια ηλικίας κατά 10 χρόνια. Δηλαδή δεν έχει καμία λογική αυτό. Καμία απολύτως λογική. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι, πρώτον, ο χαμηλός ασφαλιστικός βίος. Δε μας παραξενεύει και δε μας προκαλεί το γεγονός ότι έχουμε τόσο μεγάλο αριθμό χαμηλοσυνταξιούχων; Συνταξιούχων της χαμηλότερης κλίμακας; Γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι που βγαίνουν στη σύνταξη 60, 65 χρονών έχουν μόνο 15 χρόνια ασφαλιστικού βίου; Πού πήγαν τα υπόλοιπα χρόνια της δουλειάς τους; Πώς είναι δυνατό κάποιος να δουλεύει 35-40 χρόνια και να έχει 15 χρόνια ασφάλισης; Αυτό είναι το βαθύ, το γενετικό πρόβλημα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος: Ο χαμηλός χρόνος ασφάλισης, η ανασφάλιστη εργασία σε συνδυασμό φυσικά με την εισφοροδιαφυγή της ασφαλισμένης εργασίας. Γιατί έχουμε εισφοροδιαφυγή για την ανασφάλιστη εργασία και εισφοροδιαφυγή για την ασφαλισμένη εργασία.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να πάμε στο δεύτερο μεγάλο πρόβλημα του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος, που είναι ότι τα ασφαλιστικά ταμεία με πρώτο το ΙΚΑ, επωμίζονται την άσκηση και χρηματοδότηση των προνοιακών πολιτικών του κράτους, που πρέπει να τις πληρώνει απευθείας ο κρατικός προϋπολογισμός γιατί είναι προνοιακή πολιτική και όχι ασφαλιστική πολιτική.

Η σύνταξη του ανασφάλιστου, οι κατώτερες συντάξεις στο μέτρο που δεν αναλογούν στα χρόνια ασφάλισης, παροχές υγείας,  παροχές αναπηρικών συντάξεων που πρέπει να υπάρχουν σε μια κοινωνία δικαίου και συνοχής. Αλλά αυτές δεν αφορούν το διανεμητικό ασφαλιστικό σύστημα που βασίζεται στην αλληλεγγύη εργαζομένων και συνταξιούχων, στην αλληλεγγύη των γενεών. Αυτές βασίζονται στα κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών πια ως πολιτών και όχι ως εργαζομένων και στις υποχρεώσεις του κράτους που είναι θεσμικές και πολιτικές υποχρεώσεις έναντι των πολιτών του και όχι έναντι των εργαζομένων του και συνταξιούχων του.

Όμως από τη συνολική δημόσια δαπάνη που τώρα μπορούμε να την υπολογίσουμε για επιχορηγήσεις των ασφαλιστικών ταμείων περίπου στο 5% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου στα 12-13 δις, τα μισά, το 2,5% του ΑΕΠ, αφορά προνοιακές παροχές οι οποίες θα έπρεπε να έχουν μεταφερθεί στον κρατικό προϋπολογισμό απευθείας και όχι μέσω των ταμείων. Αυτό αλλοιώνει πλήρως την εικόνα.

Άρα, δε θα βρούμε τη λύση στις αυξήσεις των ορίων ηλικίας, των νομοθετημένων ορίων ηλικίας. Δε θα βρούμε τη λύση στη μείωση του ποσοστού αναπλήρωσης, στη  μείωση των ήδη μικρών συντάξεων. Θα βρούμε τη λύση στα έσοδα, θα βρούμε τη λύση στο διαχωρισμό προνοιακών και ασφαλιστικών παροχών, σε μια άλλη σχέση έντιμη και διαφανή κράτους και ασφαλιστικού συστήματος, θα βρούμε τη λύση στα επαγγελματικά ταμεία που πρέπει να συμπληρώνουν τη σύνταξη ώστε ο κάθε εργαζόμενος να έχει σίγουρα κύρια και επικουρική σύνταξη εγγυημένη από το κράτος, θα βρούμε τη λύση στην αναγνώριση κάθε ενσήμου γιατί κανένας χρόνος ασφάλισης δε μπορεί να πηγαίνει χαμένος και πρέπει να υπάρχει μια αναλογική σύνταξη για όλους. Θα βρούμε τη λύση στο δημόσιο σύστημα υγείας και στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας για όλους ώστε να εκλογικευθούν οι δαπάνες υγείας προς όφελος των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων αλλά και της δημόσιας υγείας, γιατί αν δεν υπάρξει ένα ενιαίο σύστημα πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας θα υπάρχει πάντα μια χαώδης ανεξέλεγκτη κατάσταση πολυδιασπασμένη.

Και δεν εννοώ να μειωθούν δυνατότητες πρόσβασης ασφαλισμένων, αλλά εννοώ να έχουν όλοι οι ασφαλισμένοι και όλοι οι πολίτες ίδια δυνατότητα πρόσβασης σε καλές υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Και το κορυφαίο βέβαια είναι ν’ αυξήσουμε όσο γίνεται περισσότερο τον προκλητικά μικρό μέσο χρόνο ασφάλισης που παράγει χαμηλοσυνταξιούχους και τελικά παράγει φτώχια. Γιατί η φτώχια υπάρχει κυρίως στη χαμηλή σύνταξη, στην ανεργία και στις οικογένειες που δεν έχουν πλήρη σύνθεση, τις μονογονεϊκές οικογένειες, εκεί που υπάρχει πρόβλημα, εκεί που δε λειτουργούν οι μηχανισμοί κοινωνικής αλληλεγγύης και πρόνοιας.

Το εγγυημένο επίπεδο διαβίωσης

Και το θεμελιώδες που πρέπει να κάνουμε, είναι να καταπολεμήσουμε τη φτώχια. Και μπορούμε. Η δέσμευσή μας για το εγγυημένο εισόδημα, για το εγγυημένο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, δημοσιονομικά συνεπάγεται επιβάρυνση λιγότερο από 0,5% του ΑΕΠ. Και αυτό είμαστε υποχρεωμένοι μέχρι το τέλος της τετραετίας να το αντιμετωπίσουμε. Γιατί είμαστε η μόνη χώρα τελικά της παλιάς Ευρώπης, η μόνη χώρα μέλος της ζώνης του ευρώ που δεν έχουμε πλήρη μηχανισμό εγγυημένου εισοδήματος.

Κάτι το οποίο το έχουμε πει κατ’ επανάληψη και είναι εύκολο να εφαρμοστεί, επί του πεδίου, δηλαδή με τη συνεργασία της τοπικής αυτοδιοίκησης, με τη συνεργασία των ασφαλιστικών ταμείων και του ΟΑΕΔ. Γιατί όταν βλέπεις τις συνθήκες ζωής μιας οικογένειας, όχι από τη φορολογική δήλωση ή από το φάκελο, αλλά στην πραγματικότητα καταλαβαίνεις πάρα πολύ καλά ποιος ζει σε συνθήκες φτώχιας, πραγματικής ένδειας και ποιός έχει ανάγκη από τη στήριξη της πολιτείας, προκειμένου να σηκωθεί στο ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης που είναι ανθρώπινο δικαίωμα και δεν συζητείται.

Φίλες και φίλοι, όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν ότι σε μια περίοδο κρίσης, σε μια περίοδο που η Ελλάδα ως μέλος της ΟΝΕ και της ζώνης του ευρώ πρέπει να εμφανίζει δημοσιονομική σταθερότητα και αξιοπιστία, είμαστε υποχρεωμένοι να αυξήσουμε τις δημόσιες δαπάνες για να έχουμε ένα κοινωνικό κράτος ολοκληρωμένο, για να έχουμε δημόσια σχολεία, δημόσια πανεπιστήμια, δημόσια νοσοκομεία, δημόσια πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, να έχουμε τα θεμελιώδη δημόσια αγαθά.

Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος, αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση. Αυτή είναι η μεγάλη ιστορική πρόκληση, ότι τη στιγμή που όλα τα κράτη δαπανούν για να στηρίξουν τα χαμηλά εισοδήματα, να στηρίξουν τις επιχειρήσεις, να στηρίξουν την απασχόληση, να ξεπεράσουν την κρίση και η Ελλάδα έπρεπε να το κάνει αυτό, οργανωμένα και δυναμικά, πρέπει ταυτόχρονα εμείς ν’ αντιμετωπίσουμε το ειδικό πρόβλημα που έχουμε που είναι το δημόσιο χρέος βέβαια, όχι το έλλειμμα, έλλειμμα έχουν όλες οι χώρες και πολύ  μεγαλύτερο. Μεγάλες χώρες, πολύ μεγαλύτερο.

Μα, νομίζω ότι είναι αστείο να το συζητάμε. Μπορούμε κάλλιστα να επεξεργαστούμε ένα μεσοπρόθεσμο σχέδιο με πρωτογενή πλεονάσματα, οπότε σε 7 περίπου χρόνια –εδώ δεν ισχύουν οι 2ετίες, 3ετίες της Commission γιατί αυτές αφορούν το έλλειμμα, δεν αφορούν την πτωτική τάση του χρέους- μπορούμε να έχουμε διαμορφώσει ένα σύστημα δημοσιονομικής διοίκησης και διαχείρισης, να έχουμε συμφωνήσει ως κοινωνία ένα δίκαιο και λογικό φορολογικό σύστημα που πράγματι να μας επιτρέψει να ορθοποδήσουμε, να ξεπεράσουμε το φαύλο κύκλο, να ολοκληρώσουμε το κοινωνικό κράτος, να δώσουμε ποιότητα κράτους και δημοσίων αγαθών σε όλη την κοινωνία δίνοντας στην πραγματικότητα έτσι εισόδημα σε όλη την κοινωνία και δυνατότητες ανάπτυξης, επένδυσης, απασχόλησης, μέσα σ’ ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης πράσινο, έξυπνο, αποτελεσματικό, καινοτομικό, αλλά ταυτόχρονα και κοινωνικό.

Αυτό είναι πραγματικά ένα μεγάλο στοίχημα και ας κλείσω με μια νεανική έκφραση, όπως έλεγε ένα σύνθημα κατά των ναρκωτικών: «Η ζωή είναι μαγκιά». Μαγκιά είναι να μπορέσεις να συμβιβάσεις αυτούς τους φαινομενικά αντίθετους στόχους.

Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημά μας και θα κερδίσουμε τη μάχη αυτή. Γιατί δε μας αρκεί η νίκη κι η αυτοδυναμία στις εκλογές, θέλουμε νίκη στο πρόγραμμά μας, θέλουμε νίκη στη σχέση μας με τους πολίτες και την κοινωνία.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την παρουσία σας, για τη στήριξή σας. Σας καλώ ν’ αγωνιστείτε ώστε να κλειδώσουμε τη νίκη του ΠΑΣΟΚ και την αυτοδυναμία στην κάλπη των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου. Σας ζητώ κι εγώ προσωπικά τη στήριξή σας, την αγάπη σας και τη βοήθειά σας.

Γεια σας, και με τη νίκη!


* Η Ομιλία του Ευ. Βενιζέλου με θέμα " Κοινωνικό κράτος και ανάπτυξη: Απασχόληση, εργασιακές σχέσεις και ασφαλιστικά δικαιώματα – Η κρίση όχι ως απειλή, αλλά ως ευκαιρία", δόθηκε στο Λιμάνι της Θεσσαλονίκης.


Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2009