Ρόδος, Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011


Φίλες και φίλοι, χαίρομαι πραγματικά πολύ που είμαι σήμερα εδώ μαζί σας. Θέλω να σας ευχαριστήσω από καρδιάς γιατί μπήκατε στον κόπο να έρθετε σήμερα εδώ στη συνάντησή μας υπό αντίξοες καιρικές συνθήκες πρωτοφανούς έντασης. Χαίρομαι πραγματικά γιατί είμαι στη Ρόδο, είχα αρκετό καιρό να έρθω. Ήθελα να έρθω για λόγους υπηρεσιακούς, στο πλαίσιο των καθηκόντων μου ως Υπουργού Εθνικής Άμυνας.

Χαίρομαι γιατί μου δίνεται σήμερα η ευκαιρία χάρις στη συντροφική πρόταση της Νομαρχιακής Επιτροπής να μιλήσω και σ’ εσάς εδώ, στην καθιερωμένη αυτή εκδήλωση για το νέο έτος και για τη βασιλόπιττα, που είναι και μια ευκαιρία να πούμε μερικά πράγματα για την πολιτική κατάσταση της χώρας, για το πρόβλημα που βιώνει ο κάθε Έλληνας και η κάθε Ελληνίδα, δηλαδή να επιχειρήσουμε να δώσουμε κάποια απάντηση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα που απασχολούν το λαό μας.
Είχα την ευκαιρία να επιθεωρήσω σήμερα τη Μεραρχία μας εδώ στη Ρόδο, με συνόδευε ο Αρχηγός του ΓΕΣ και ο Διοικητής της ΑΣΔΕΝ. Η εντύπωση που αποκόμισα είναι ειλικρινά πάρα πολύ θετική. Με εντυπωσίασε και το φρόνημα και η διάθεση και ο επαγγελματισμός και η δυνατότητα ν’ αξιοποιηθούν τα μέσα και οι υποδομές. Είχα την ευκαιρία να μιλήσω στα στελέχη μας στο νησί, αλλά και στους επικεφαλής των Μονάδων μας στα μικρότερα νησιά της επαρχίας Ρόδου και της Καρπάθου και της Κάσου και πρέπει να πω ότι και το δικό μου φρόνημα και η δική μου πεποίθηση ενισχύθηκε από την επίσκεψη αυτή, όπως ενισχύεται κάθε φορά που επισκέπτομαι κρίσιμες περιοχές της χώρας, από τον Έβρο έως τη Ρόδο και φυσικά, το Καστελόριζο, που πρέπει να το μνημονεύσουμε ρητά. Ο Διοικητής του ήταν σήμερα παρών και στη σύσκεψη και στην ομιλία μου.

Μπορεί να μη βλεπόμαστε συχνά, αλλά εγώ σας σκέφτομαι καθημερινά. Όχι με την πολιτική ή κομματική έννοια του όρου, αλλά δεν υπάρχει μέρα που να μη στραφεί η προσοχή μου στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Δωδεκάνησο. Γιατί δυστυχώς κάθε μέρα μας δίνεται η αφορμή να το κάνουμε αυτό, υπάρχουν αεροναυτικού χαρακτήρα προβλήματα, που προσπαθούμε να τ’ αντιμετωπίσουμε με στρατηγική ψυχραιμία, να εντάσσουμε τις αντιδράσεις μας σ’ έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό, να διαμορφώνουμε τους καλύτερους δυνατούς συσχετισμούς δυνάμεων. Αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία για την περιοχή εδώ, που βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου.

Θέλω να μετράτε τις λέξεις που λέμε, ιδίως στη Βουλή. Και ο Πρωθυπουργός και εγώ δεν είναι τυχαίο να μιλάμε για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, δεν είναι τυχαίο να μιλάμε για την ανάγκη οριοθέτησης όλων των θαλασσίων ζωνών που προβλέπονται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δεν είναι τυχαίο να θέτουμε έναν απλό και σαφή κανόνα που θέλουμε να ισχύει στην περιοχή μας: θέλουμε να ισχύει εδώ η ίδια ρύθμιση και η ίδια πρακτική που ισχύει σε όλες τις άλλες περιοχές και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Πίσω από αυτή τη μικρή και απλή φράση, κρύβεται μια ολόκληρη αντίληψη, μια ολόκληρη στρατηγική για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, για τις μεγάλες αλλαγές που συντελούνται στη Συμμαχία, για τις εξελίξεις στο Κυπριακό, δηλαδή για το σκληρό πυρήνα της εξωτερικής μας πολιτικής και της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

Θέλω να σας ευχαριστήσω ως πολίτες του Αιγαίου, ως πολίτες της Δωδεκανήσου, πολύ πέρα από την κομματική σας ιδιότητα και την παραταξιακή σας προτίμηση. Αυτό που λέω αφορά όλους τους πολίτες χωρίς καμία διάκριση, γιατί παρ’ ό,τι θα μπορούσατε να έχετε πολλές περισπάσεις και άλλες προτεραιότητες, υπό συνθήκες κρίσης οικονομικής, κοινωνικής και ηθικής, εν τούτοις το πατριωτικό φρόνημα είναι ανεπτυγμένο, αυθόρμητο. Και αυτό το βλέπουμε στη συμπεριφορά των εθνοφυλάκων μας και σε όλη τη στάση της κοινωνίας η οποία ξέρει ότι εδώ κάθε μέρα με την πρόοδο, με τη δουλειά, με τις επιτυχίες -πάρα τα προβλήματα- θωρακίζουμε και αμυντικά τη χώρα μας.

Κι έτσι θα συνεχίσουμε, στέλνοντας παντού το μήνυμα πως ειδικά σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και δημοσιονομικής αδυναμίας και εξάρτησης από τους εταίρους μας και δανειστές προς τους οποίους καταφύγαμε, δηλαδή σε μια περίοδο μειωμένης δημοσιονομικής κυριαρχίας, ο σκληρός πυρήνας της εθνικής μας κυριαρχίας, η εθνική μας αξιοπρέπεια, η εδαφική μας ακεραιότητα, τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, οι διεθνείς αρμοδιότητές μας, δεν τίθενται ούτε υπό συζήτηση ούτε υπό διαπραγμάτευση, ούτε υπό αμφισβήτηση.

Αλίμονο αν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της οικονομικής ανασυγκρότησης και προσαρμογής, διανοηθεί κανείς να αντιληφθεί διαφορετικά τα πράγματα -και δεν αναφέρομαι φυσικά στο εσωτερικό μέτωπο που είναι αρραγές, αναφέρομαι στο εξωτερικό.

Να έχετε την πεποίθηση και τη βεβαιότητα, ότι παρά τις εντυπώσεις και παρά τις ρητορείες, ο ελληνικός λαός είναι ενωμένος, το έθνος έχει διασφαλισμένη ενότητα, η πολιτική συναίνεση γύρω από τα μεγάλα θέματα είναι δεδομένη και υπάρχει μια εθνική στρατηγική που διαμορφώθηκε με κόπους και δυσκολίες τα τελευταία 35 χρόνια, την οποία και την επεξεργαζόμαστε και την ολοκληρώνουμε και την αξιοποιούμε ως εφαλτήριο για όλους τους χειρισμούς μας.

Η Κυβέρνησή μας άλλωστε δεν πρέπει από κανέναν να γίνεται αντιληπτή ως μια κλασική κομματική κυβέρνηση, μια κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Αυτό μικραίνει τα πράγματα, μικραίνει τον ορίζοντα και μικραίνει και την ευθύνη μας. Διαχειριζόμαστε μια κατάσταση εθνικής ανάγκης στο όνομα όχι απλά και μόνο του λαού και της κοινωνίας αλλά και των γενιών που έρχονται, στο όνομα του Έθνους, και τη χειριζόμαστε ως μια κυβέρνηση που οφείλει ν’ αγωνιστεί -και αυτό κάνει- για να δώσει απαντήσεις σε όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, να δώσει απαντήσεις σε όλους τους πολίτες, σε όλα τα νοικοκυριά, όλες τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους, τους επαγγελματίες, τους διανοούμενους, τους φοιτητές, κυρίως όμως στους άνεργους, τους μοναχικούς, τους εγκαταλελειμμένους, τις μονογονεϊκές οικογένειες, τους ανάπηρους, τους ανθρώπους που αναζητούν το μεροκάματο και δεν το βρίσκουν.

Γιατί, ενώ όλοι κατηγορούν το κράτος με μεγάλη ευκολία και επιτρέπουν έτσι σε βαθιά συντηρητικές απόψεις να βγουν στην επιφάνεια και να σηκώνουν ψηλά τη σημαία της επίθεσης κατά του κράτους, ο πολίτης όταν είναι αδύναμος, στο κράτος στρέφεται. Το κράτος είναι αυτό που περιορίζει τις ανισότητες και τις αδικίες και προσπαθεί όσο μπορεί και όπως μπορεί να τις θεραπεύσει ως ένα κοινωνικό κράτος δικαίου. Και όταν δεν είναι τέτοιο το κράτος, πρέπει να επιδιώκει να γίνει γιατί όλα αυτά που μας ενώνουν ως μεγάλες ιδέες -η Δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ανάπτυξη με την πλήρη έννοια του όρου- είναι έννοιες που προϋποθέτουν πως η βαρβαρότητα της αγοράς και εν τέλει της κοινωνίας θα αντικατασταθεί από θεσμούς, αξίες, κανόνες με βάση τους οποίους πρέπει να λειτουργούμε μέσα σ’ ένα διεθνές περιβάλλον το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο και επικίνδυνο.

Αυτή η κρίση είναι μια κρίση κατά βάθος όχι απλά και μόνο πολιτική και ιδεολογική, αλλά μια κρίση διανοητική, είναι μια κρίση ιδεών, όχι μια κρίση ιδεολογίας, είναι μια κρίση που αυτή τη στιγμή διαπερνά όλη την Ευρώπη, όλο το δυτικό κόσμο, ο οποίος αμήχανος προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει την επιθετικότητα των αγορών, το ντόμινο αυτό το οποίο το βλέπουμε να εξελίσσεται σε όλη την Ευρώπη και πέραν αυτής, σε όλες τις νομισματικές ζώνες.

Τώρα πρέπει ν’ αποδείξουμε ως Έλληνες και ως Ευρωπαίοι ότι η πολιτική και οι πολιτικοί έχουν κάτι να πουν και μπορούν να προστατεύσουν τους πολίτες, μπορούν να προστατεύσουν αυτές τις μεγάλες έννοιες όπως είναι η κοινωνική συνοχή, η κοινωνική δικαιοσύνη, η Δημοκρατία, τα δικαιώματα.

Βεβαίως, αυτά είναι πολύ αόριστα και αφηρημένα για έναν άνθρωπο που προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή την επιχείρησή του, για έναν εργαζόμενο που φοβάται μη χάσει τη δουλειά του, ιδίως όταν είναι σε μια μεσαία ή προχωρημένη ηλικία και δεν έχει μεγάλα περιθώρια να επανορθώσει, για ένα νέο που έχει σπουδάσει και δε μπορεί ν’ αξιοποιήσει τις γνώσεις του και τα διπλώματά του, για μια νέα κοπέλα που έχει τελειώσει το Λύκειο και χωρίς πολλά προσόντα ψάχνει να βρει μια θέση στην αγορά εργασίας χωρίς αυτό να είναι καθόλου εύκολο, για ένα παιδί που τελειώνει το στρατό και δεν ξέρει τι να κάνει βγαίνοντας από το στρατόπεδο ως πολίτης.

Είπα και το πρωί μιλώντας στους στρατευμένους μας, ότι το πρώτιστο ηθικό μας καθήκον είναι να μην αφήσουμε να χαθεί αυτή η γενιά. Τα παιδιά που είναι από 18 έως 35 χρονών και που τα αναγκάζουμε να μεγαλώνουν αργά, γιατί στην πραγματικότητα δε μπορούμε να τα χειραφετήσουμε, να τους διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις μιας αξιοπρεπούς ζωής, με τις ίδιες συνθήκες που ξεκινήσαμε εμείς στις προηγούμενες γενιές.

Από την άλλη όμως, πρέπει να ξέρουμε και ποιοι είμαστε. Πρέπει να ξέρουμε ότι τα τελευταία αυτά 35-36 χρόνια της λεγόμενης μεταπολίτευσης, είναι τα καλύτερα χρόνια της ελληνικής ιστορίας. Είναι τα καλύτερα χρόνια του ελεύθερου βίου των Ελλήνων. Ποτέ άλλοτε δεν ήμασταν τόσο ώριμοι, τόσο ενωμένοι, τόσο πολιτισμένοι, τόσο παραγωγικοί και τόσο αξιόπιστοι, παρά τις δυσκολίες, παρά τα προβλήματα, παρά τις συγκρούσεις. Είναι κρίμα να χάνουμε με τόση ευκολία τη μνήμη μας και να χάνουμε και το μακρύ ιστορικό χρόνο και τον ορίζοντα από μπροστά μας και να βλέπουμε μυωπικά.

Επίσης, πρέπει πάντα να θυμόμαστε, για να τονώνεται η αξιοπρέπειά μας και η αυτοπεποίθησή μας, ότι αυτή η Ελλάδα, η Ελλάδα που δε μπορεί να βγει στις αγορές προς το παρόν, που αναγκάζεται να στηριχθεί στη βοήθεια της Ευρωζώνης, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, είναι μια Ελλάδα πλούσια και ισχυρή, είναι μια Ελλάδα που αν υπήρχε το κλαμπ των 30 ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου όπως υπάρχει το κλαμπ των 20, θα ήταν μέλος γιατί ανήκει στις 30 ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου η Ελλάδα των 10-11 εκατομμυρίων.

Η Ελλάδα είναι πάντα πολύ ψηλά ως επίπεδο κοινωνικής ανάπτυξης και έχει συσσωρευμένο πλούτο, άνισα κατανεμημένο, αλλά πολύ πλούτο και περιορισμένο εθνικό χρέος εάν συμπεριλάβουμε και το ιδιωτικό. Έχουμε δηλαδή και μεγάλα πλεονεκτήματα που δεν τα έχει η Ιρλανδία, δεν τα έχει η Πορτογαλία.

Επίσης, μη νομίζετε ότι δημιουργούμε και τεράστιο πρόβλημα στην Ευρωζώνη. Το ελληνικό δημόσιο χρέος που μας βαραίνει και μας καθηλώνει, είναι μόλις το 1,6% του συνολικού δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης. Η Ιταλία έχει από μόνη της το 25% και η Ισπανία το 8,5%. Και η μεγάλη αγωνία των ισχυρών χωρών, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, είναι πως μόνες τους έχουν το 50% του δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης.

Το πρώτο λοιπόν ερώτημα που υπάρχει στα χείλη κάθε πολίτη είναι αν φύγαμε οριστικά από τον κίνδυνο της χρεοκοπίας. Το δεύτερο ερώτημα είναι εάν υπάρχει φως στο τούνελ, εάν βαδίζουμε επί τη βάσει ενός σχεδίου που μας βγάζει κάποια στιγμή κάπου, έστω το 2013, το 2014, το 2015, κάποια στιγμή κάπου.

Θέλω να σας πω με πολύ καθαρό τρόπο και μετά λόγου γνώσεως, ότι πρέπει και ο λαός μας και η οικονομία μας, η αγορά μας, οι φορείς οι παραγωγικοί, να νιώθουν σίγουροι γιατί το μέγεθος της κρίσης, που είναι πανευρωπαϊκό, θα υπαγορεύσει αργά η γρήγορα, παρά τις παλινωδίες, το μέγεθος της λύσης. Όλα θα γίνουν. Και η επιμήκυνση στην αποπληρωμή του δανείου, και η καλύτερη διευθέτηση του επιτοκίου και το ευρωομόλογο, που είναι ήδη μια πραγματικότητα γιατί η Ιρλανδία δανείζεται μέσω εΣ. Όλα θα διευθετηθούν για να γίνει η κατάστασή μας περισσότερο διαχειρίσιμη.

Αλλά αυτά όλα προϋποθέτουν πως εμείς θα πιστέψουμε στην ικανότητά μας μέσα από τη δουλειά μας να διαμορφώσουμε ρυθμούς ανάπτυξης, που ξεπερνούν τις προβλέψεις του Μνημονίου. Το Μνημόνιο είναι η πολιτική συνεννόησή μας με τους δανειστές μας. Το εθνικό μας σχέδιο πρέπει να το διαμορφώσουμε μόνοι μας -και αυτό κάνουμε. Και πρέπει να έχει στόχους πιο φιλόδοξους και πιο υψηλούς από το Μνημόνιο. Δεν αρκεί το 2012 να έχουμε ρυθμό ανάπτυξης 1,1% και το 2013 ρυθμό 2,1%, γιατί έτσι δεν κάνεις τη διαφορά, δε βγάζεις το κεφάλι σου από την καμινάδα μέσα στην οποία βρίσκεσαι. Γιατί δεν είσαι σ’ ένα τούνελ, όπως είναι αυτά που βλέπουμε στους δρόμους ή στους σιδηροδρόμους, είσαι σε μια καμινάδα και ανεβαίνεις μια σκάλα και ανεβαίνει και η καμινάδα μαζί σου. Και πρέπει να κινηθείς πιο γρήγορα ώστε να προλάβεις να βγάλεις το κεφάλι σου. Αυτό είναι ένα τιτάνιο έργο που πρέπει να συντελεστεί υπό την πολιτική διεύθυνση της Κυβέρνησης, αλλά με τη συμμετοχή όλης της κοινωνίας, όλων των παραγωγικών δυνάμεων.

Τι χρειάζεται; Δεν το ξέρουμε; Δεν το ξέρει η καθεμιά και ο καθένας από σας; Χρειάζεται κατ' αρχάς εθνική ενότητα, κάτι το οποίο δεν είναι δύσκολο να επιτευχθεί αλλά δεν είναι και αυτονόητο.

Χρειάζεται πολιτική συναίνεση. Κι όταν λέω συναίνεση δεν εννοώ να συναινούν τα κόμματα μεταξύ τους, γιατί τα κόμματα συνολικά είναι αναξιόπιστα. Πρέπει να συνεννοηθούμε απευθείας με την κοινωνία, αδιαμεσολάβητα. Χρειάζεται ηθική ισορροπία των μέτρων. Πρέπει ο καθένας κοιτώντας το διπλανό του να νιώθει ότι η κατανομή των βαρών έχει γίνει κατά τρόπο δίκαιο, ότι ο πιο αδύναμος πληρώνει λιγότερο από τον πιο ισχυρό και κανείς δεν ξεφεύγει.

Πρέπει να σεβόμαστε τη κοινή λογική και ν’ ακούμε τη φωνή της αγοράς. Πρέπει ν’ ακούμε αυτό που ζητάει η πιάτσα. Γιατί, πολλές φορές οι λύσεις υπαγορεύονται μέσα από την εμπειρία και την πρακτική, δεν εισάγονται από το εξωτερικό ούτε προκύπτουν θεωρητικά.

Πρέπει να διασφαλίσουμε την εθνική μας κυριαρχία -το είπα ήδη αυτό- ιδίως τώρα υπό συνθήκες δύσκολες και πρέπει ν’ αλλάξουμε το κράτος, και ήδη κάνουμε πολύ μεγάλα βήματα, γιατί όλοι θέλουν ένα καλύτερο και αποτελεσματικότερο κράτος, περιφερειακό, αποκεντρωμένο, άρα έχουμε να κερδίσουμε τώρα το στοίχημα του "Καλλικράτη", το στοίχημα της περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, το στοίχημα του νέου ισχυρού Δήμου ιδίως του νησιωτικού Δήμου, που έχει το σύνολο σχεδόν της ευθύνης για την Αυτοδιοίκηση και τη Διοίκηση του νησιού.

Πρέπει να κερδίσουμε το στοίχημα ενός άλλου κόμματος, ανοιχτού, αποκεντρωμένου, που μιλάει αξιόπιστα με την κοινωνία, που έχει εσωτερική δημοκρατία και δίνει στα μέλη του και στους φίλους του την αίσθηση ότι μετέχουν σ’ έναν προβληματισμό, ότι δεν εκτελούν αποστολές εκλογικές ή συνδικαλιστικές, αλλά είναι πολίτες με μυαλό, με αισθήματα, με άποψη, με προτεραιότητες που έχουν γνώμη για όλα, όχι μόνο για τα τοπικά, όχι μόνο για τα μικρά, αλλά και για τα μεγάλα: για την εξωτερική πολιτική, για την οικονομική πολιτική, για τους θεσμούς, για το μέλλον του τόπου.

Και βέβαια όλα αυτά αναγκαστικά πρέπει να πάρουν -και θα πάρουν- τη μορφή μιας μεγάλης εθνικής συμφωνίας διότι μόνο όταν τα καταγράφεις όλα και τα συμφωνείς, μπορείς να ελέγξεις την ενότητά τους και την ισορροπία τους και την ανταποδοτικότητά τους.

Κάνουμε πολλά για τις επιχειρήσεις, πρέπει και ο επιχειρηματικός κόσμος ν’ αναλάβει τις ευθύνες του και τις πρωτοβουλίες του. Ο εργαζόμενος υφίσταται πολλές θυσίες αλλά πρέπει να συμβάλλει με τη δουλειά του και άρα με την παραγωγικότητά του και το κυριότερο είναι ότι θα λειτουργήσει ο κρίσιμος κρίκος ανάμεσα στο μικρό και το μεγάλο, δηλαδή ανάμεσα στα οικονομικά του κράτους και τα οικονομικά της επιχείρησης και του νοικοκυριού, που είναι η Τράπεζα που διαχειρίζεται τις καταθέσεις των Ελλήνων, οι οποίες μειώθηκαν κατά 30 δισεκατομμύρια αλλά είναι πολλές. Φυσικά κάποιοι έχουν τις καταθέσεις και κάποιοι έχουν τα δάνεια, αλλά πάντως ως οικονομικό μέγεθος είναι πολλές και έχει πολύ μεγάλη σημασία ο καθένας στο επίπεδό του να κάνει τη δουλειά του και να παίρνει τις πρωτοβουλίες που πρέπει.

Πρέπει η Περιφέρεια, ο Δήμος, τα συνδικάτα, οι κοινωνικοί φορείς, οι εργοδότες, οι εργαζόμενοι, όλοι να κάνουν τη δουλειά τους. Να έχουν ένα αίσθημα ευθύνης. Πάνω σ’ αυτό θα οικοδομηθεί το νέο φορολογικό σύστημα, πάνω σε αυτό θα οικοδομηθεί η πολιτική προστασία -ο πολίτης τα περιμένει όλα από το κράτος ή από το στρατό- πάνω σ ‘αυτά θα οικοδομηθεί μια Ελλάδα που πολλές φορές την έχουμε φανταστεί και την έχουμε ονειρευτεί και δεν τη βλέπουμε, παρ’ ό,τι έχει όλα τα προσόντα να γίνει ένας παράδεισος μέσα στην Ευρώπη, μέσα στη Μεσόγειο.

Έχουμε το καλύτερο “οικόπεδο”, έχουμε ένα απίθανο, ασύγκριτο πλεονέκτημα, ακαταμάχητο: τα νησιά μας στο Ιόνιο, το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Καμία άλλη χώρα δεν έχει αυτό το πλέγμα το νησιωτικό, δεν έχει αυτό τον αρχιπελαγικό χαρακτήρα που την καθιστά ακαταμάχητη στη βιομηχανία του τουρισμού.

Ο πολιτισμός... Τι μπορεί να υπάρχει ως σκέψη στο δυτικό κόσμο χωρίς αναφορά στην Ελλάδα; Υπάρχει χριστιανική αντίληψη χωρίς αναφορά στην Ορθοδοξία και την ανατολική θεολογία; Υπάρχει ολυμπιακό κίνημα χωρίς την Ελλάδα; Υπάρχει ορθολογισμός και δυτική σκέψη χωρίς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία; Αλλά εμείς είμαστε έτοιμοι να πάμε από το μηδέν στο άπειρο, να θεωρήσουμε με την ίδια ευκολία ότι είμαστε ο περιούσιος λαός του κόσμου, που έχει ένα χάρισμα μεταφυσικό, οι πιο έξυπνοι, οι πιο επινοητικοί και οι πιο επικίνδυνοι ταυτόχρονα -ενώ δεν είμαστε- και από την άλλη μεριά είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ότι δεν είμαστε κύριοι της μοίρας μας και είμαστε πάντα θύμα μιας διεθνούς συνομωσίας, ευρωπαϊκής, αμερικανικής, ή όποιας άλλης.

Τίποτε απ’ αυτά δεν είναι αλήθεια. Πρέπει να μιλάμε με μεγαλύτερη ειλικρίνεια, με πιο σύνθετο τρόπο, να σκεφτόμαστε πιο πολύπλευρα και να ξεπεράσουμε αγκυλώσεις και στερεότυπα που δε μας επιτρέπουν να ξεπεταχτούμε.

Δεν θα λύσουμε τα προβλήματά μας μέσα από την αντιδικία ΠΑΣΟΚ–Νέας Δημοκρατίας ούτε η Αριστερά θα φτουρήσει στο πολιτικό σύστημα κάνοντας αυτού του τύπου τον πολιτικό συνδικαλισμό. Εάν δεν κερδίσουμε τη μάχη στα προφανή, δε θα κερδίσουμε τη μάχη στα πιο δύσκολα. Γι’ αυτό αναγκαζόμαστε ν’ ανοίξουμε πάρα πολλά μέτωπα. Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Διότι πολλές φορές δεν μπορούμε να παρακολουθήσουμε σε βάθος όλα αυτά τα θέματα. Πιεζόμαστε όμως, πρέπει να δώσουμε απαντήσεις, έχουμε ανειλημμένες υποχρεώσεις, πρέπει να δείξουμε ότι είμαστε αξιόπιστοι.

Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε ακόμη στον προκαταρκτικό έλεγχο. Πρέπει να πείσουμε ότι είμαστε αξιόπιστοι για να μπορέσουμε να διαπραγματευθούμε με πιο αποτελεσματικό τρόπο. Ακούω καμιά φορά τον κ. Σαμαρά και την κριτική που ασκεί στο Μνημόνιο, τον ακούω να ηγείται μαζί με το ΚΚΕ της αντιμνημονιακής πολιτικής και αναρωτιέμαι: Μα είναι τόσο δύσκολο ν’ αντιληφθεί κανείς ότι αν ήμασταν σε θέση να διαπραγματευθούμε καλύτερους και πιο ήπιους όρους δε θα το κάναμε; Αλλά υπάρχει στιγμή που δε μπορείς και υπάρχει στιγμή που μπορείς. Πρέπει λοιπόν να διαμορφώσεις τους συσχετισμούς. Και για να διαμορφώσεις τους συσχετισμούς πρέπει να δουλέψεις με συστηματικό και επίμονο τρόπο. Και βέβαια με δίκαιο τρόπο, όσο είναι αυτό εφικτό.

Αυτό είναι το πλαίσιο της εθνικής στρατηγικής. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Θέλει μεγάλη στήριξη από την κοινωνία και σε εθνικό και σε περιφερειακό επίπεδο και θέλει ανθρώπους που καταλαβαίνουν ποιο είναι το συνολικό σχέδιο πτήσης. Εδώ είναι και ο καθοριστικός ρόλος του κόμματος και της οργάνωσης. Το κόμμα είναι ένα συλλογικό πολιτικό υποκείμενο, είναι ένας διανοούμενος συλλογικός. Έτσι πρέπει να λειτουργεί. Να είναι σκεπτόμενο, να μπορεί να μιλήσει. Αλλιώς, δεν μπορούμε ν’ αντιμετωπίσουμε μια κοινωνία που είναι πολύπλοκη, ανασφαλής και απαιτητική. Μια κοινωνία που είναι οργισμένη. Και όταν είναι η κοινωνία οργισμένη, μπορεί να παρασύρει τα πάντα στο διάβα της, χωρίς να μπορεί να δώσει τη λύση μετά.

Εδώ η κοινωνία όμως δεν είναι μόνο οργισμένη, είναι και φοβισμένη. Κι αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Γιατί η φοβισμένη κοινωνία είναι μια αμήχανη κοινωνία. Δε μπορούμε να θεμελιώσουμε τίποτα στη στρατηγική του φόβου. Πρέπει να οικοδομήσουμε τη στρατηγική της προοπτικής και της ελπίδας. Και μπορούμε να το κάνουμε αυτό, μπορούμε να δώσουμε προοπτική στον κόσμο. Βεβαίως πρέπει να συγχρονίσουμε τον οικονομικό χρόνο με τον πολιτικό. Γιατί η Δημοκρατία έχει τους δικούς της ρυθμούς. Δεν περιμένει να ολοκληρώσουμε ένα σχέδιο που υπερβαίνει την τετραετία. Κρινόμαστε όλοι καθημερινά. Κρινόμαστε στη Βουλή, κρινόμαστε στα μέσα ενημέρωσης, στο Περιφερειακό Συμβούλιο, το Δημοτικό Συμβούλιο, κρινόμαστε από την κοινωνία, από τους διπλανούς μας.

Γι’ αυτό πρέπει να είμαστε όσο γίνεται πιο γρήγορα έτοιμοι να θεμελιώσουμε ξανά την προσδοκία, την αισιοδοξία. Μια κοινωνία που δεν είναι αισιόδοξη και δεν έχει προοπτική, είναι μια ηττοπαθής και ηττημένη κοινωνία η οποία δεν μπορεί να γίνει παραγωγική, δεν μπορεί να γίνει αναπτυξιακή, δεν μπορεί να γίνεται ανταγωνιστική. Άρα χάνει…

Και όλα αυτά δεν είναι αέρας. Η ψυχολογία η οικονομική και η ψυχολογία η πολιτική είναι πρακτικό μέγεθος, παράγει πλούτο, επηρεάζει τις συμπεριφορές τις επενδυτικές, τις καταναλωτικές, επηρεάζει την οικονομία, την αγορά. Και πρέπει, ως εκ τούτου, εμείς να αποκτήσουμε την αισιοδοξία και την αυτοπεποίθηση που πρέπει για να τη μεταφέρουμε στους συνομιλητές μας, στη κοινωνία, στους παραγωγικούς φορείς.

Και σε τοπικό επίπεδο μπορούν να ληφθούν πολύ μεγάλες πρωτοβουλίες για να αντιμετωπισθούν τα οξύτατα προβλήματα που υπάρχουν και που τα συζητήσαμε αναλυτικά με τη Νομαρχιακή Επιτροπή και τους συναδέλφους μου Βουλευτές, για να βοηθήσουμε όσο μπορούμε περισσότερο την περιοχή, μια περιοχή με ιδιαίτερα προβλήματα αλλά και με ιδιαίτερες δυνατότητες.

Γι’ αυτό φίλες και φίλοι, πάλι απευθυνόμαστε και θ’ απευθυνόμαστε πάντα σ’ εσάς, στη βάση. Γιατί εσείς αυτοί που στηρίζετε την προσπάθεια. Ξέρω ότι πολλοί από σας μέσα σας έχετε αμφιβολίες και δυσπιστία -και δίκαια.

Πιστεύετε δε ότι σας προσβάλλουμε πολλές φορές γιατί ζητούμε τη βοήθειά σας όταν έρθει η στιγμή των εκλογών ή η στιγμή της κρίσης και δε λαμβάνουμε υπ' όψιν τα μηνύματα και τις ευαισθησίες σας όταν καλούμαστε να διαχειριστούμε κρίσιμα θέματα, τα οποία πιστεύουμε εμείς με τη σειρά μας ότι μπορούμε να τα διαχειριστούμε ερήμην όλων, επειδή έχουμε καταλάβει μια αλήθεια που δεν την έχουν καταλάβει οι άλλοι.

Και το ένα και το άλλο είναι λάθος. Και εμείς δε μπορούμε να διαχειριστούμε την απόλυτη αλήθεια γιατί η αλήθεια είναι δημοκρατική, αλλιώς δεν υπάρχει, και εσείς πρέπει να πιστέψετε ότι ξέρουμε πολύ καλά πώς νιώθετε και πώς σκέφτεστε και ποιες είναι οι επιφυλάξεις σας και ποιες είναι οι προτεραιότητές σας.

Θέλω λοιπόν να σας μεταφέρω αυτό το μήνυμα που είναι ένα μήνυμα αρκετά δύσκολο, αλλά καθαρό, και πρέπει σε αυτή τη βάση, της καλής και έντιμης συνεννόησης να πορευθεί η χώρα. Όχι η Κυβέρνηση, όχι το ΠΑΣΟΚ, αλλά η χώρα, ο τόπος. Γιατί υπάρχουν στιγμές που ο χρόνος συμπυκνώνεται. Δηλαδή πριν από το 2008, νιώθαμε ότι τίποτα δε μπορεί να πάει πίσω, πως η πρόοδος είναι ακαταμάχητη. Τώρα, βλέπουμε ότι δεν είναι έτσι. Ανατρέπεται ένα βασικό δόγμα: το δόγμα της προόδου, ένα δόγμα που καλλιεργήθηκε αιώνες ολόκληρους. Καλλιεργείται 6 αιώνες. Και αυτό τώρα ανατρέπεται.

Λοιπόν, πρέπει να ξαναδούμε τα πράγματα με έναν τρόπο πιο σύνθετο. Και πρέπει και η πολιτική να γίνει αντιληπτή ως κάτι πιο δύσκολο απ’ ό,τι φαίνεται. Δεν προσφέρει καμία απόλαυση η άσκηση της εξουσίας. Είναι πολύ επώδυνη, ιδίως για όποιον έχει συνείδηση της ευθύνης και συνείδηση των κινδύνων. Άρα, το να ασχοληθείς με την πολιτική είναι ένα καθήκον και η ενασχόληση με την πολιτική δεν είναι μόνο ενασχόληση στο υψηλό επίπεδο, είναι η καθημερινή πρακτική του πολίτη. Ένα τέτοιο κόμμα θέλουμε, ένα τέτοιο κόμμα πρέπει να φαίνεται, μια τέτοια οργάνωση, και βεβαίως έτσι ο καθένας μπορεί να συνεννοείται πιο καθαρά και πιο ολοκληρωμένα με τον άλλον.

Είμαστε μπροστά σε μεγάλες αποφάσεις, το δίμηνο αυτό του Φεβρουαρίου και του Μαρτίου είναι πάρα πολύ κρίσιμο για τη Ευρώπη και για τη χώρα. Το 2011 είναι ο καταλυτικός χρόνος, μπορούμε να τα πετύχουμε όλα και θα τα πετύχουμε. Το δεύτερο εξάμηνο του 2011 μπορεί να είναι πραγματικά το εξάμηνο της ανατροπής προς το καλύτερο, το εξάμηνο της επαναφοράς. Η επαναφορά δε θα είναι “ολική” όμως όπως συνηθίζουν να λένε ορισμένοι δημοσιογράφοι, θα είναι σταδιακή, επώδυνη, θέλει μεγάλη προσπάθεια, αλλά για να πάμε στο δεύτερο εξάμηνο πρέπει να βγούμε από το πρώτο εξάμηνο το οποίο είναι πραγματικά καθαρτήριο. Είναι purgatorium. Δεν είσαι ούτε στην κόλαση, ούτε στον παράδεισο. Είσαι σε μια μεταβατική κατάσταση και κρίνεσαι συνεχώς. Και πρέπει αυτό το δύσκολο εξάμηνο, να το βγάλουμε μαζί όλοι παρέα, με την αλληλεγγύη και την ενότητα που απαιτείται, αλλά βεβαίως με τον καθένα να παίζει το ρόλο του στον τομέα του και στο επίπεδό του.

Έτσι λοιπόν πρέπει να ετοιμαστείτε κι εσείς εδώ στην Περιφέρεια και στο Δήμο και στην Οργάνωση να αντιμετωπίσετε τα πράγματα, να μπείτε μπροστά ως ηγεμονική πολιτική δύναμη, να μιλήσετε με την οικονομία, με την αγορά, με τους ανθρώπους που κινούν το νησί, τη Δωδεκάνησο, το Αιγαίο, και να δείτε που μόλις πάρετε αυτές τις πρωτοβουλίες θα υπάρξει ανταπόκριση και το ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι απλά και μόνο ο νικητής των εκλογών, αλλά θα είναι ο νικητής μιας ιστορικής δοκιμασίας, την οποία την υφιστάμεθα στο όνομα της χώρας και από την οποία είμαστε υποχρεωμένοι να βγούμε νικητές με το κεφάλι ψηλά.

Σας ευχαριστώ πολύ. 
Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2011