1 Φεβρουαρίου 2009

 

Χαίρομαι κάθε φορά που βρίσκομαι στη Λάρισα με την οποία έχω στενούς δεσμούς. Χαίρομαι που σας βλέπω εδώ αισιόδοξους και δυναμικούς.

Όταν μιλάμε για το ΠΑΣΟΚ του 21ου αιώνα δεν εννοούμε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς, δεν εννοούμε απλά και μόνον τα επίσημα κεντρικά ή περιφερειακά όργανα ενός κόμματος που πρέπει να είναι θεσμικό και ανοικτό, εννοούμε το λαό του ΠΑΣΟΚ, την κοινωνική βάση, το αυθεντικό ΠΑΣΟΚ. Αυτό που εκφράζετε εσείς γιατί η καθεμιά και ο καθένας από εσάς είναι μέρος της ψυχής της μεγάλης δημοκρατικής, προοδευτικής παράταξης της πατρίδας μας.


Φίλες και φίλοι, ξέρετε όλοι πολύ καλά πόσο μεγάλη εκτεταμένη και βαθιά είναι η κρίση που ζούμε. Μια κρίση διεθνής που έχει όμως και πολλά πρόσθετα εθνικά χαρακτηριστικά στη χώρα μας.

Όλος ο κόσμος βιώνει ή μάλλον συνειδητοποιεί εδώ και περίπου έξι μήνες κάτι που έχει συμβεί πολύ παλαιότερα αλλά δεν το είχαμε καταλάβει δυστυχώς: πως υπάρχει μια κρίση που περίπου οδηγεί σε κατάρρευση το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κρίση των χρηματιστηρίων, κρίση των τραπεζικών συστημάτων, κρίση του παρατραπεζικού συστήματος με τα διάφορα φαντς τα οποία είχαν συγκροτηθεί και κυριαρχούσαν στις διεθνείς αγορές.

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση έχει προ πολλού χτυπήσει την πραγματική οικονομία. Κρίση στην αγορά κατοικίας, κρίση στον τουρισμό, κρίση στη βιομηχανία και γενικότερα στη μεταποίηση, κρίση στη ναυτιλία- κάτι που μας ενδιαφέρει πάρα πολύ - κρίση στα εισοδήματα και την ιδιωτική κατανάλωση, απειλή για τις επιχειρήσεις όχι μόνον τις μικρές, όχι μόνον τις επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου και της βιοτεχνίας, αλλά απειλή και για μεγάλες μεταποιητικές και εμπορικές επιχειρήσεις που είναι εκτεθειμένες σε δανεισμό. Και βεβαίως η κρίση αυτή είναι μια κρίση που πλήττει την καθημερινότητα του νοικοκυριού, τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, καταργεί τις βεβαιότητες.

Και κυρίως καταργεί τη βασική παραδοχή πάνω στην οποία οικοδομήθηκε η διεθνής ανάπτυξη και σίγουρα η ανάπτυξη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα τα τελευταία εξήντα χρόνια. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο όλοι είχαν τη βεβαιότητα ότι η επόμενη γενιά, η γενιά των παιδιών μας, θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη και αυτή η αλήθεια που πιστεύαμε ότι είναι αταλάντευτη, ιστορική αλήθεια, τώρα κλονίζεται. Μπορεί να φτάσουμε, μετά από πολλές δεκαετίες, στην αντιστροφή της προόδου. Η επόμενη γενιά να έχει λιγότερα δικαιώματα, λιγότερες ευκαιρίες, λιγότερα εισοδήματα. Και αυτό δεν μπορεί να το αντέξει καμία κοινωνία, δεν μπορεί να το αντέξει η διεθνής κοινωνία.

Σκεφτείτε τώρα δίπλα σ’ αυτήν την κρίση του χρηματοοικονομικού συστήματος, δίπλα σ’ αυτήν την κρίση του μοντέλου ανάπτυξης - σχεδόν όλων των χωρών και σίγουρα του δικού μας μοντέλου ανάπτυξης- να έχεις και μια κρίση δημοσιονομική όπως έχει η Ελλάδα: με μεγάλο δημόσιο χρέος, με συνεχή πρωτογενή ελλείμματα, με ένα φορολογικό σύστημα άδικο, παράλογο, αντιαναπτυξιακό, που προστατεύει τους επιτήδειους και επιβαρύνει αυτούς που αγωνίζονται με τον ιδρώτα τους και κυρίως τη μισθωτή εργασία.

Έχουμε πράγματι μια τριπλή κρίση: χρηματοοικονομική, δημοσιονομική, παραγωγική. Και δεν μας φτάνει αυτό, έχουμε στην Ελλάδα μια κρίση των δημοκρατικών θεσμών και των θεσμών του κράτους δικαίου, μια διάχυτη δυσπιστία απέναντι στα κόμματα, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στα συνδικάτα, στα μέσα ενημέρωσης, στην εκκλησία, στην δικαιοσύνη. Απέναντι στο σχολείο, απέναντι στο πανεπιστήμιο, απέναντι στους θεσμούς του κοινωνικού κράτους.

Κανείς δεν πιστεύει ότι έχουμε το κοινωνικό κράτος που μας αξίζει. Δεν πιστεύει στην ποιότητα του εθνικού συστήματος υγείας. Δεν πιστεύει στην ποιότητα του προνοιακού συστήματος. Όλοι φοβούνται για τη βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης που είναι το έσχατο καταφύγιο κάθε ανθρώπου που περιμένει στην τελευταία φάση της ζωής του να πάρει μια αξιοπρεπή σύνταξη για να μπορέσει να βοηθήσει τον εαυτό του και τα παιδιά του και τα εγγόνια του.

Και δεν μας φτάνει αυτό. Δεν μας φτάνει η κρίση εμπιστοσύνης που διαπερνά όλους τους θεσμούς, έχουμε μια κρίση της δημόσιας ηθικής, δεν εμπιστεύεται πια κανείς και κανέναν για τίποτα. Έχει διαρραγεί ο ιστός της κοινωνίας. Έχουν καταρρεύσει όλοι οι κώδικες αξιών. Κανείς δεν αποδέχεται ότι πρέπει να τηρήσει ένα πλαίσιο συμπεριφοράς, ένα πλαίσιο δεοντολογίας, γιατί θεωρεί πως μόνον η παρανομία, μόνον η επιβολή της δικής του βούλησης μπορεί να τον προστατεύσει, γιατί νιώθει να αδικείται. Νιώθει πως υπάρχουν άλλοι πιο δικτυωμένοι, πιο έξυπνοι ή αυτοί που πρόλαβαν που του ανακόπτουν τη δυνατότητα να κερδίσει τη δική του θέση μέσα στην οικονομία, μέσα στην κοινωνία, μέσα στην πολιτική. Η κατάσταση αυτή είναι μια κατάσταση γενικής ανομίας.

Η χώρα βρίσκεται σε κρίση που ξεκινά από τη σφαίρα της ηθικής και φτάνει στη σφαίρα της παραγωγής. Όταν κλονίζεται τόσο πολύ η δημόσια εμπιστοσύνη, όταν η μια τράπεζα δεν εμπιστεύεται την άλλη για να λειτουργήσει η διατραπεζική αγορά, όταν ο πολίτης δεν εμπιστεύεται τη δημόσια διοίκηση ή την αυτοδιοίκηση ή το κομματικό σύστημα, όταν στο έσχατο καταφύγιο του κράτους δικαίου που είναι η δικαιοσύνη εμφανίζονται τόσες γκρίζες ζώνες: όταν η ίδια η εκκλησία εμπλέκεται στο μεγαλύτερο σκάνδαλο της δεκαετίας το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, αντιλαμβάνεστε πόσο αναγκαίο είναι να τα ξεπεράσεις όλα αυτά και να δημιουργήσεις τις προϋποθέσεις ενός νέου ξεκινήματος, μιας νέας αφετηρίας.

Γιατί όταν έχεις ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα οικονομικής εμπιστοσύνης, ένα τόσο μεγάλο έλλειμμα κοινωνικής εμπιστοσύνης, μία λύση υπάρχει: Να διαμορφώσεις ένα πλεόνασμα πολιτικής εμπιστοσύνης, να βρεις κάπου την αναγκαία πολιτική έμπνευση, προκειμένου μέσα από σημαντικές αποφάσεις, από πρωτοβουλίες, να καλύψεις το έλλειμμα εμπιστοσύνης της αγοράς, το έλλειμμα εμπιστοσύνης της οικονομίας, το έλλειμμα εμπιστοσύνης στην κοινωνία την ίδια.

Δείτε τι γίνεται στην πιο προωθημένη χώρα του σύγχρονου καπιταλισμού που είναι οι ΗΠΑ, τι έκαναν μέσα σε μια κρίση πολύ βαριά. Αναζήτησαν νέους πολιτικούς συμβολισμούς. Έκαναν μια ανατρεπτική επιλογή με την ανάδειξη του Ομπάμα στην προεδρία των ΗΠΑ. Προσπάθησαν να βρουν το συνταγματικό τους πατριωτισμό. Αναζήτησαν μια πολιτική θεολογία μέσα από την ορκωμοσία του νέου προέδρου. Προσπάθησαν να ξαναβρούν την ενότητα του ένθους τους. Η Ευρώπη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Είναι καθηλωμένη στον εμπειρισμό της. Λειτουργεί με έναν γραφειοκρατικό τρόπο, χωρίς έμπνευση, με μεγάλα πολιτικά κενά. Δεν μπορεί ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ούτε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καν να πάρει πρωτοβουλίες που να δώσουν την αίσθηση στον Ευρωπαίο πολίτη ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε την κατάσταση και να ανοίξουμε ένα νέο δρόμο. Γιατί;

Γιατί όλοι καταλαβαίνουν ότι το διεθνές αλλά και το εθνικό οικονομικό πρόβλημα, είναι πρωτίστως πολιτικό και θεσμικό. Αν είχαν λειτουργήσει οι θεσμοί εποπτείας, αν υπήρχε ένα σύστημα παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, έστω ένα σύστημα παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης, εάν υπήρχαν θεσμοί εποπτείας των τραπεζικών και χρηματοοικονομικών συστημάτων και των διεθνοποιημένων συναλλαγών, δεν θα είχαν δημιουργηθεί αυτές οι τεράστιες φούσκες που τελικά τρώνε τις σάρκες της πραγματικής οικονομίας και θέτουν σε κίνδυνο τον ιδρώτα των απλών ανθρώπων που μετατρέπεται σε αποταμίευση, μετατρέπεται σε κεφάλαιο και αντί το κεφάλαιο αυτό να δώσει υπεραξίες, να δημιουργήσει νέο πλούτο κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα.
Για σκεφτείτε να υπήρχε στο πλαίσιο του ΟΗΕ ένα συμβούλιο οικονομικής ασφάλειας, όπως λίγο πολύ πρότεινε η κ. Μέρκελ, πολύ αργά όμως. Για φανταστείτε να είχε αρμοδιότητα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να ασκεί εποπτεία. Για φανταστείτε οι κεντρικές τράπεζες, όπως η Τράπεζα της Ελλάδας, κυρίως όμως η κεντρική τράπεζα στις ΗΠΑ ή στη Μεγάλη Βρετανία να έκαναν σωστά τη δουλειά τους.

Αυτό όμως το πολιτικό έλλειμμα, αυτό το δημοκρατικό πρόβλημα το πληρώνει τελικά ο πολίτης. Το πληρώνει με τον κίνδυνο των καταθέσεών του, με τον κίνδυνο στη δουλειά του, με τον κίνδυνο στην επιχείρησή του, το πληρώνουν τα παιδιά που σπουδάζουν και σπουδάζουν και αποκτούν πτυχία, μεταπτυχιακά διπλώματα, διδακτορικά διπλώματα για να οδηγηθούν στην ανεργία, στην απόγνωση. Τα παιδιά φτάνουν 30 – 35 χρονών και δεν μπορούν να χειραφετηθούν. Δεν μπορούν να δημιουργήσουν τη δική τους οικογένεια, το δικό τους νοικοκυριό.

Οι επιχειρήσεις είναι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Η πραγματικότητα της αγοράς είναι ένα μαγγανοπήγαδο με προεξοφλήσεις επιταγών, πολλές φορές με εικονικά τιμολόγια, με την αγωνία της κάθε ημέρας μην τυχόν και μπεις στον Τειρεσία.

Η αγωνία του αγρότη είναι να δει το εισόδημά του να μένει στα ίδια επίπεδα, γιατί αύξηση δεν προσδοκά, αλλά βλέπει κάθε χρόνο συντριπτική μείωση. Βλέπει το κόστος των αγροτικών εφοδίων να αυξάνεται. Βλέπει το όριο της κοινής αγροτικής πολιτικής, το 2013- μπορεί μέσα από την κρίση που περνάνε όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες κάποια στιγμή να ασκηθούν πιέσεις να έρθει πιο μπροστά το 2013.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου έχει διαμορφώσει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο ασφυκτιά η ευρωπαϊκή γεωργία και ιδίως η γεωργία του ευρωπαϊκού νότου στην οποία ανήκουμε και εμείς. Βλέπουμε τα προϊόντα με διεθνή χρηματιστηριακή τιμή το βαμβάκι, τα σιτηρά, να πιέζονται συνεχώς.

Και βλέπουμε την κυβέρνηση μέσα σ’ όλα αυτά αμήχανη, ανήμπορη, χωρίς ηθικό κύρος, χωρίς πολιτική έμπνευση, να προσπαθεί να διαχειριστεί την καθημερινότητα ανατρέποντας και διαψεύδοντας τον εαυτό της. Γιατί τώρα αυτό είναι το νέο τέχνασμα. «Κάναμε ότι κάναμε μέχρι το Δεκέμβρη, λέει ο κ. Καραμανλής, ψηφίσαμε έναν εικονικό και ανεφάρμοστο προϋπολογισμό, έναν προϋπολογισμό ψευδή, εφαρμόσαμε μια ταξική πολιτική, ιδίως στο φορολογικό με την ακατανόητη επίθεση κατά των μεσαίων και χαμηλών εισοδημάτων, κατά των ελευθέρων επαγγελματιών και των εμπόρων με την κατάργηση του αφορολογήτου ορίου, επιτεθήκαμε στην αγορά κατοικίας με το Ενιαίο τέλος και τώρα ερχόμαστε, από το Γενάρη, με την μαγική εικόνα του ανασχηματισμού, με ένα δήθεν άλλο μοντέλο διακυβέρνησης, πιο συλλογικό, πιο πολιτικό και καταγγέλλουμε τον εαυτό μας», αυτό λέει ο κ. Καραμανλής.

Δεν θα μπορούσε να υπάρχει ο κ. Αλογοσκούφης, αν δεν είχε την έγκριση και τη στήριξη του κ. Καραμανλή. Άρκεσε ένα νεύμα του για να χαθεί από το προσκήνιο. Με την ίδια ευκολία που έφυγε ο κ. Αλογοσκούφης ήρθε ο κ. Σουφλιάς και ο κ. Παπαθανασίου για να υπόσχονται τώρα την κατάργηση των μέτρων που είχαν πάρει από το καλοκαίρι μέχρι το Δεκέμβριο, να υπόσχονται τώρα ότι θα εφαρμόσουν μια πιο φιλολαϊκή πολιτική, λες και τώρα ανακαλύπτουν τις ανάγκες και τις δυνατότητες που έχει το δημόσιο ταμείο.

Έτσι παίχτηκε και το παιχνίδι με τις αγροτικές κινητοποιήσεις. Μέτρα που έπρεπε να έχουν ληφθεί το Σεπτέμβριο, έστω το Δεκέμβριο, δεν αποφασίστηκαν, δεν ανακοινώθηκαν. Έγιναν οι αγροτικές κινητοποιήσεις, ενδεχομένως με τη σκέψη ότι μπορεί να ελεγχθεί το σύστημα και να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η κυβέρνηση λύνει πάρα πολύ γρήγορα, σχεδόν αυτόματα ένα πρόβλημα. Το παιχνίδι με τη φωτιά οδήγησε στο κλείσιμο κεντρικών δικτύων συγκοινωνιακών για πολλές μέρες και η κυβέρνηση εξαγγέλλει ένα πακέτο για την αποκατάσταση της ζημίας του αγροτικού εισοδήματος που είναι γενικό χωρίς εξειδίκευση, χωρίς εγγυήσεις, με εσωτερικές αδικίες, με παραγωγούς, περιοχές και προϊόντα που θεωρούν ότι μένουν ακάλυπτοι, και βεβαίως χωρίς να έχει γίνει καμία σοβαρή συζήτηση για το διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Χωρίς να έχουμε συζητήσει για το τι πρέπει να γίνει σε σχέση με την αγροτική επιχειρηματικότητα, την ενίσχυση του εισοδήματος της υπαίθρου, τις νέες ευκαιρίες τοπικής ανάπτυξης. Χωρίς να έχουμε συζητήσει για την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, την καθοδηγημένη και στηριγμένη από την πολιτεία, για την επωνυμία, την ποιότητα, την τυποποίηση, τη σύνδεση με τη μεταποίηση στον τομέα των τροφίμων και των ποτών, τη σύνδεση με τον πολιτισμό, τον τουρισμό, δηλαδή με τα συντριπτικά πλεονεκτήματα της χώρας που είναι η γη και οι άνθρωποι, το περιβάλλον, φυσικό και πολιτιστικό. Η γνώση, αλλά και αυτό που παράγει ο τόπος πρωτογενώς.

Ποιος μπορεί να εγγυηθεί μια νέα εθνική αγροτική συμφωνία; Μπορεί μια κυβέρνηση χωρίς κύρος και χωρίς αποδοχή από την κοινωνία; Ποιος μπορεί να εγγυηθεί μια εθνική συμφωνία φορολογικής δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης για να καταλάβει ο άλλος ότι το σύστημα είναι δίκαιο, είναι αποδοτικό, είναι ανταποδοτικό, είναι αναπτυξιακό και τελικά δεν πληρώνεις, ενώ ο άλλος τη γλιτώνει.

Μόνον έτσι μπορούμε να περάσουμε οργανωμένα, σταδιακά, συμφωνημένα από τις ατυπίες της παραοικονομίας σε ένα ορθολογικό, διαφανές σύστημα που δεν θίγει εισοδήματα, αλλά που αντιθέτως νομιμοποιεί και διασφαλίζει σε μάκρος χρόνου εισοδήματα που πρέπει να γίνουν σεβαστά αλλά να ενταχθούν στην επίσημη οικονομία.

Αυτό είναι ένα μεγάλο σχέδιο, ένα σχέδιο που φαίνεται ακατόρθωτο, γιατί πρέπει να εξυπηρετήσεις αντιφατικούς στόχους. Πρέπει να βελτιώσεις τα δημοσιονομικά μεγέθη, να αγωνιστείς ώστε να μην έχει συνεχή αυξητική τάση το δημόσιο χρέος, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να βοηθήσεις την οικονομία, να εφαρμόσεις παρεμβατικές πολιτικές με δημόσιες επενδύσεις, με στήριξη του εισοδήματος, με στήριξη του αγρότη, με στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.

Άρα πρέπει να ξοδέψεις δημόσιο χρήμα. Πρέπει να βοηθήσεις τον τραπεζικό τομέα να κινηθεί, αλλά να κινηθεί, να μεταβιβάσει τα κονδύλια στην πραγματική οικονομία. Να ανοίξει η κάνουλα, να υπάρξει ρευστότητα, να υπάρξουν κεφάλαια κίνησης, να υπάρξουν δανειοδοτήσεις για επενδύσεις, για καινοτομίες για νέες ιδέες, για ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας και ταυτόχρονα πρέπει να αυξήσεις τις δαπάνες σου για καλύτερη δημόσια υγεία, για καλύτερη δημόσια παιδεία. Και πρέπει και να σταθεροποιήσεις το ασφαλιστικό σου σύστημα για να νιώσει ο κάθε ασφαλισμένος και ο κάθε συνταξιούχος ότι υπάρχει βάθος σ’ αυτόν τον τόπο.

Όποιος βγει και πει ότι έχει έτοιμες τις λύσεις για όλα τα προβλήματα θα λέει ψέματα και θα είναι αναξιόπιστος. Πέρασε η εποχή των μάγων και των ταχυδακτυλουργών που βγάζουν το λαγό από το καπέλο. Δεν το πιστεύει αυτό ο κόσμος. Ο κόσμος- και το ξέρουμε καλά εμείς στο ΠΑΣΟΚ- θέλει ειλικρίνεια, θέλει έναν λόγο ο οποίος να είναι πιο ανοιχτός, πιο γνήσιος και ταυτόχρονα πιο πρακτικός, πιο συγκεκριμένος. Και είναι έτοιμος ο πολίτης να στηρίξει τις προσπάθειες αυτές ,όταν ξέρει ότι του ζητάς εντολή για να εφαρμόσεις δεσμευτικά, συγκεκριμένες πολιτικές και όταν του λες ότι τίποτα δεν θα γίνει ερήμην του, τίποτα δεν θα γίνει χωρίς να το ξέρει και να το έχει συμφωνήσει, έχοντας καταλάβει ότι αυτό τον συμφέρει. Μόνον έτσι μπορείς να αλλάξεις την κατάσταση. Γιατί στην πραγματικότητα πρέπει να τετραγωνίσουμε τον κύκλο, το φαύλο κύκλο να τον σπάσουμε.

Και αυτό είναι το μεγάλο καθήκον του ΠΑΣΟΚ. Το ΠΑΣΟΚ ζητά εκλογές. Ζητά εκλογές εδώ και τώρα. Ξέρουμε ότι στις έρευνες της κοινής γνώμης υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών που δεν θέλει εκλογές, όχι γιατί εγκρίνει την πολιτική του κ. Καραμανλή και της κυβέρνησής του. Ούτως ή άλλως στις ίδιες έρευνες η πολιτική της κυβέρνησης καταδικάζεται με συντριπτική πλειοψηφία. Οι πολίτες όμως θέλουν να νιώσουν ότι υπάρχει σταθερότητα και ασφάλεια. Ότι τους οδηγείς σε πολιτικές λύσεις που έχουν προοπτική. Δεν μπορούμε να επιβάλουμε θεσμικά τις εκλογές, γιατί έστω και με πλειοψηφία μίας ψήφου ο κ. Καραμανλής έχει την εμπιστοσύνη, τυπικά, της Βουλής. Δεν την έχει σε μυστικές ψηφοφορίες για αυτό και φεύγει. Αλλά σε ονομαστικές ψηφοφορίες, φανερές ψηφοφορίες την έχει. Δεν προσδοκούμε εσωτερικά προβλήματα και αποστασίες στο κόμμα της πλειοψηφίας της σημερινής, δεν μας ενδιαφέρει αυτό. Η ανάγκη θα πιέσει την κυβέρνηση και θα την οδηγήσει σε εκλογές για να αποφύγει τα χειρότερα.

Ούτως ή άλλως το πεντάμηνο αυτό είναι πεντάμηνο εκλογικά κρίσιμο, πολιτικά βαρύ, γιατί έχουμε τις ευρωεκλογές και αν προηγηθούν οι ευρωεκλογές, στόχος είναι η καθαρή, σαφής νίκη του ΠΑΣΟΚ, ώστε η κυβέρνηση να πάρει το μήνυμα. Η ελληνική κοινωνία να στείλει το μήνυμα που πρέπει για την αλλαγή που είναι αναγκαία και ζωτική για τη χώρα.

Λένε κάποιοι πως μπορεί το ΠΑΣΟΚ κατά βάθος να βολεύεται με την κατάσταση. Να αφήνει τον κ. Καραμανλή να παιδεύεται με τα προβλήματα και να υφίσταται τη φθορά και να θέλει τη δική του νίκη και τη δική του επάνοδο στην εξουσία μετά από κάποιους μήνες όταν θα έχει κάπως εξομαλυνθεί η κατάσταση.

Όχι βεβαίως, φίλες και φίλοι. Εμείς νιώθουμε την ευθύνη μας απέναντι στον τόπο. Θέλουμε να διαχειριστούμε τώρα τα προβλήματα.

Να εγγυηθούμε εμείς την αλλαγή της ατμόσφαιρας, την ανόρθωση της χώρας.

Να εγγυηθούμε εμείς τις μεγάλες αποφάσεις που πρέπει να λάβουμε μαζί ως κοινωνίας, ως έθνος.

Μπορούμε εμείς να εγγυηθούμε τις μεγάλες εθνικές κοινωνικές συμφωνίες που απαιτούνται.

Διεκδικούμε τη νίκη και διεκδικούμε την αυτοδύναμη πλειοψηφία, γιατί; Γιατί δεν υπάρχει κανένα κόμμα που να θέτει όρια στην εκλογική του επιδίωξη. Ούτε τα μικρά κόμματα θέτουν όριο το μονοψήφιο αριθμό, ούτε τα μεγάλα κόμματα λένε μου αρκεί να είμαι μπροστά αλλά όχι αναγκαστικά και αυτοδύναμος.

Τι αυτοδυναμία όμως; Νέου τύπου. Χωρίς αλαζονείες, χωρίς αυταρέσκειες, χωρίς μικροκομματικές νοοτροπίες, χωρίς την αντίληψη της νομής και εξουσίας. Πέρασαν αυτά. Τώρα ήρθε η εποχή της λογοδοσίας, της καθημερινής συζήτησης με τον πολίτη, της καθημερινής έγκρισης των αποφάσεων μιας κυβέρνησης. Αυτή η νέα αυτοδύναμη πλειοψηφία μπορεί να εγγυηθεί τις ευρύτερες προοδευτικές πολιτικές και κυβερνητικές συνεργασίες. Με όποιον θέλει, με όποιον μπορεί.

Υπάρχουν πολιτικές δυνάμεις, αλλά και κοινωνικές δυνάμεις και προσωπικότητες της κοινωνίας που μπορούν να συμπράξουν και κυρίως αυτή η νέα αυτοδύναμη πλειοψηφία οφείλει να διαμορφώσει τις μεγάλες κοινωνικές συναινέσεις για τις αλλαγές στο κράτος, στην παιδεία, στη δημόσια υγεία, για τις αλλαγές στις σχέσεις κράτους και οικονομίας. Γιατί ο πολίτης αποδείχθηκε τώρα ότι σιχαίνεται το γραφειοκρατικό και αναποτελεσματικό κράτος που τον παρεμποδίζει και τον αφήνει αβοήθητο στην ανάγκη του, αλλά περιμένει τα πάντα από ένα σύγχρονο δημιουργικό κράτος, ένα κράτος δικαίου, ένα κοινωνικό κράτος, ένα κράτος που είναι εγγυητής της σταθερότητας και της ανάπτυξης, ένα κράτος που μπορεί να διαχειριστεί κρίσεις και να στηρίξει την αγορά. Γιατί και η ίδια η αγορά βλέπει ότι χωρίς το κράτος οδηγείται σε αδιέξοδο. Δεν υπάρχουν αυτορρυθμιζόμενες αγορές. Κατάρρευσε ο αφελής αυτός μύθος.

Άρα ζούμε μια πολύ κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο, την Ευρώπη, την Ελλάδα. Αυτό το πεντάμηνο, από το Φεβρουάριο έως τις αρχές του Ιουνίου, είναι ένα πεντάμηνο εγρήγορσης, ετοιμότητας, μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών στοιχημάτων και πρέπει να κερδίσουμε τη μάχη αυτή με καθαρό λόγο, με σαφείς θέσεις για όλα τα θέματα.

Το ΠΑΣΟΚ είναι ενωμένο. Ούτως ή άλλως έχει μια μεγάλη εμπειρία. Έχει, νομίζω, αφομοιώσει πάρα πολύ καλά τα διδάγματα της κυβερνητικής εμπειρίας της ΝΔ. Οφείλει να αποφύγει τα λάθη και της δικής του θητείας, αλλά και της θητείας της ΝΔ και είναι, πρέπει να είναι, έτοιμο να ανταποκριθεί σε πάρα πολύ μεγάλες απαιτήσεις των πολιτών χωρίς καμία περίοδο χάριτος. Γιατί όλα όσα λέμε είναι αμέσως απαιτητά. Δεν υπάρχουν λευκές επιταγές. Ότι λέμε το μετράμε, πρέπει να το μετράμε, γιατί ο πολίτης το περιμένει και το περιμένει στο ακέραιο μόλις αναλάβει η νέα κυβέρνηση του τόπου, η οποία μπορεί να εγγυηθεί την αλλαγή της ατμόσφαιρας και την επάνοδο της ελπίδας.

Ο δικός σας ρόλος, ο ρόλος της καθεμιάς και του καθένα σας και ο ρόλος όλων εκείνων που εκπροσωπείται, γιατί εκπροσωπείται την κοινωνία της Λάρισας, την ελληνική κοινωνία της περιφέρειας, που βλέπει τα πράγματα πιο καθαρά, πιο ανυστερόβουλα, είναι καθοριστικός. Γιατί είστε η συνείδηση και ο επόπτης της πορείας της μεγάλης δημοκρατικής, προοδευτικής παράταξης. Με τη δική σας στήριξη, τη δική σας συμμετοχή και το δικό σας έλεγχο μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε, να ανορθώσουμε όπως έλεγε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στις αρχές του 20ού αιώνα, τη χώρα.

Είμαι βέβαιος ότι ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ο Γιώργος Παπανδρέου έχει πλήρη συνείδηση της ευθύνης. Έχει πλήρη συνείδηση της ευθύνης γιατί στη χώρα μας λειτουργεί ένα σύστημα μέσα στο οποίο είναι καθοριστικός ο ρόλος του εκάστοτε πρωθυπουργού.

Όλα τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έχουν πλήρη αίσθηση της δικής τους ιστορικής ευθύνης. Χωρίς κανένα σύμπτωμα έπαρσης, νευρικότητας και βιασύνης. Δεν υπάρχουν πια περιθώρια για παλαιοκομματικές συμπεριφορές. Πρέπει να είναι υποδειγματική η στάση όλων και εφόσον αυτές οι προϋποθέσεις εκπληρωθούν, κάτι που είναι εύκολο και απολύτως αναγκαίο, στις εκλογές το ΠΑΣΟΚ θα αναλάβει την ιστορική ευθύνη να οδηγήσει τη χώρα στην υπέρβαση της κρίσης, στην αναδιάρθρωση του κράτους, σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης, ώστε να μπορέσουμε να φωνάξουμε με ειλικρίνεια και πειστικότητα όλοι μαζί τώρα «και πάλι αλλαγή».

Γεια σας και με τη νίκη.

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2009