11 Ιουνίου 2025
Εισαγωγική τοποθέτηση Ευάγγελου Βενιζέλου στο συνέδριο που διοργάνωσε ο Κύκλος Ιδεών, «Πενήντα χρόνια από το Σύνταγμα του 1975», στην ενότητα «Υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019;» Ζάππειο Μέγαρο, 10-11.6.2025
Κυρία Πρόεδρε,
σας ευχαριστώ πολύ για τη συμμετοχή σας, όπως ευχαριστώ και όλους και όλες που προηγήθηκαν ως εισηγητές/εισηγήτριες ή ως συντονιστές/ συντονίστριες. Ογδόντα πέντε μέλη της ελληνικής και της διεθνούς ακαδημαϊκής κοινότητας του Συνταγματικού Δικαίου μετείχαν σε αυτό το διήμερο συνέδριο για να τιμήσουν τα 50 χρόνια του ελληνικού Συντάγματος.
Είδατε και το επίπεδο του επιστημονικού προβληματισμού. Νομίζω ότι ο συστηματικός ακροατής μπορεί να εντοπίσει ή έστω να διαισθανθεί τα πεδία στα οποία υπάρχει ευρεία συμφωνία και τα πεδία στα οποία εμφανίζονται συχνές και έντονες διαφωνίες.
Όσο μιλούσαν οι συνομιλητές μου, προσπάθησα να κάνω μία άσκηση, να συντάξω ένα νέο ελληνικό Σύνταγμα 45 λέξεων, το οποίο θα μπορούσε να λέει απλώς: «Το Σύνταγμα εγγυάται τη δημοκρατική αρχή, την κοινοβουλευτική αρχή, αρχή της διάκρισης των εξουσιών και στο πλαίσιο της την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και το κοινωνικό κράτος δικαίου. Προστατεύει τα δικαιώματα του ανθρώπου, στα οποία περιορισμοί επιτρέπονται για λόγους γενικού συμφέροντος, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας.»
Πολλές φορές τα δικαστήριά μας αντιλαμβάνονται το Σύνταγμα ως ένα τέτοιο Σύνταγμα. Μόλις 45 λέξεων. Και το ερώτημα είναι αν υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης, αλλά και κυρίως για το αν υπάρχει ανάγκη ενός αναλυτικότερου συντάγματος, που δεν έχει 45 , αλλά έχει περίπου 30.000 λέξεις.
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει να θυμηθούμε μερικά θεμελιώδη πράγματα. Πρώτον, η αναθεωρητική εξουσία, η συντακτική εξουσία γενικότερα, είναι πολιτικό γεγονός. Για την ακρίβεια είναι ιστορικό γεγονός. Ξεκινάει από ιστορική στιγμή και μετατρέπεται σε νέα ιστορική κατάσταση. Δεν είναι εργαστηριακή άσκηση για επιστήμονες. Επίσης, η αναθεώρηση κινείται πάντα μεταξύ συγκυρίας και Ιστορίας. Πάντα επηρεάζεται από το συγκεκριμένο, από το επίκαιρο, αλλά απολογείται ενώπιον του μακρού χρόνου της Ιστορίας. Και έτσι αξιολογείται.
Είναι αποδεδειγμένο δε ότι ο λεγόμενος αναθεωρητικός ή συντακτικός οίστρος είναι πάρα πολύ συχνά το προοίμιο ενός επικίνδυνου συνταγματικού λαϊκισμού που υπόσχεται έναν συνταγματικό παράδεισο για να αντιμετωπιστεί η νομοθετική κόλαση την οποία έχει ψηφίσει και ξαναψηφίσει κατ' επανάληψη το εκλογικό σώμα. Άρα, πρέπει να είμαστε νουνεχείς εξ αρχής.
Δεύτερον, επειδή μου κάνετε την τιμή να αναφερθείτε πολλές φορές στο «επαυξημένο Σύνταγμα», το οποίο αφομοιώνει ερμηνευτικά το Διεθνές Δίκαιο προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, το ενωσιακό Δίκαιο, και ψάχνει πάντα τη μέγιστη εγγύηση της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου, αυτό έχει πολύ αυστηρότερους περιορισμούς στην αναθεώρησή του από το κλασικό , παραδοσιακό εθνικό Σύνταγμα. Κατ’αρχάς γιατί δεν έχουμε την εξουσία να θίξουμε το επαυξημένο σύνταγμα. Δεν μας ανήκει αυτή η αρμοδιότητα.
Δεν μας ανήκει καν η αρμοδιότητα να κάνουμε ό,τι θέλουμε στο παλιό εθνικό Σύνταγμα. Διότι τι είναι η συντακτική εξουσία; Πρωτογενής αλλά και αναθεωρητική. Είναι η ύψιστη εκδήλωση της κρατικής κυριαρχίας. Σε μια εποχή λοιπόν εντόνων περιορισμών της κρατικής κυριαρχίας μένει αλώβητη η συντακτική εξουσία, δηλαδή η συντακτική κυριαρχία του κράτους; Προφανώς όχι. Άρα πρέπει να έχουμε συνείδηση των συσχετισμών και του ιστορικού πλαισίου.
Τρίτον, ευτυχώς, επειδή ισχύει ένα Σύνταγμα που καθιερώνει κανόνες για την αναθεώρησή του και γι' αυτό είναι αυστηρό και θέτει όρια ουσιαστικά και διαδικαστικά, για την αναθεώρηση απαιτείται αναθεωρητική συναίνεση, δηλαδή αυξημένες πλειοψηφίες.
Βλέπετε εσείς στην παρούσα συγκυρία, στην παρούσα βουλή ή στη μέλλουσα να εκλεγεί Βουλή, το αργότερο το 2027, ότι είναι εύκολο να διαμορφωθούν αυξημένες πλειοψηφίες για την αναθεώρηση του Συντάγματος; Εδώ δεν ξέρουμε αν και πώς θα διαμορφωθούν οι βασικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Άρα, αφού απαντήσουμε στο ερώτημα: είναι κυβερνήσιμος ο τόπος, τώρα και μετά τις εκλογές, όταν γίνουν , μπορούμε να συνεχίσουμε με ερώτημα: αν είναι κυβερνήσιμος ο τόπος, μπορεί να κάνει και αναθεώρηση με αυξημένη πλειοψηφία; Αν χρειάζεται μια κυβερνητική συναίνεση, θα επιτευχθεί; Και μετά θα επιτευχθεί και η αναθεωρητική; Αυτό για να έχουμε μία αίσθηση των καταστάσεων.
Επόμενο ερώτημα. Έχουμε κάνει κάποια σοβαρή αξιολόγηση του ισχύοντος Συντάγματος; Έχουμε ελέγξει μήπως υπάρχουν αναξιοποίητα κοιτάσματα του Συντάγματος, κανονιστικά, τα οποία δεν έχουν ενεργοποιηθεί; Έχουμε δει όλες τις λύσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οργανωθούν ερμηνευτικά, νομολογιακά, νομοθετικά; Όχι, δεν έχουμε κάνει.Τέτοια συνολική αξιολόγηση έγινε μόνον κατά τη διάρκεια της αναθεωρητικής διαδικασίας 1995-2001. Η αναθεώρηση του 2001 διήρκησε έξι χρόνια, διήλθε από τρεις Βουλές, όχι από δύο, αλλά με ένα χαρακτηριστικό, ότι και στις τρεις αυτές Βουλές ήταν ίδια η κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Η μόνη αναθεώρηση στην οποία άλλαξε ενδιαμέσως η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι η αναθεώρηση του 2019. Ποιο είναι το αποτέλεσμα της αναθεώρησης του 2019; Από τον συναινετικό πρόεδρο των 180 ψήφων, πήγαμε σε έναν Πρόεδρο της Δημοκρατίας που μπορεί να είναι μονοκομματικός και να εκλέγεται ακόμη και με σχετική πλειοψηφία, δηλαδή ακόμη και με 75 ψήφους. Αυτός είναι ο συνταγματικός κανόνας. Μπορεί με 75 ψήφους και όλους τους άλλους να απέχουν ή να κάνουν διάφορες επιλογές διαδικαστικές να εκλεγεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αυτό έγινε το 2018-2019.
Τελειώνω τα ερωτήματα αυτά. Υπάρχει κάποια αδήριτη ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος; Δηλαδή ζητάμε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, εν Ολομελεία, να μας πει αν είναι συνταγματικός ή αντισυνταγματικός, συμβατός με τον ενωσιακό δίκαιο ή ενδεχομένως ασύμβατος ο νέος νόμος για τα μη κρατικά πανεπιστήμια και ενώ αναμένουμε την απόφαση αυτή, ταυτόχρονα θεωρούμε αναγκαία την αναθεώρηση του άρθρο 16 με την επίκληση του οποίου, όπως έχει σήμερα, ψηφίστηκε ένας νόμος του οποίο ελέγχεται δικαστικά η συνταγματικότητα. Αν εσείς βγάζετε νόημα σε αυτό το όλον σκηνικό, να μου το πείτε. Γιατί εγώ πλήρες νόημα δεν βγάζω από το σκηνικό αυτό, το οποίο εκθέτει σε διπλό δίλημμα τον δικαστή και εντέλει τον αναθεωρητικό νομοθέτη.
Και μπορώ να επαναλάβω το ερώτημα: τι θα αλλάξουμε; Μπορώ να σας πω διατάξεις για αλλαγή που δεν έχετε φανταστεί. Είναι πράγματι δυνατόν τώρα να ισχύει σ´ ένα κοινοβουλευτικό σύστημα σύγχρονο η αυστηρή «δικονομία» του άρθρου 37, που θεσπίστηκε μεταξύ 1975 και 1986; Ή να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας για τη διάλυση της Βουλής, όπως ειπώθηκε νομίζω ορθά στη διάρκεια του συνεδρίου; Όχι, αλλά στο Σύνταγμα μέσα τι είναι ενσωματωμένο;
Στο Σύνταγμά μας είναι ενσωματωμένο το Σύνδρομο της Αποστασίας. Στα θεμελιώδη ιστορικά στοιχεία του Συντάγματος υφέρπει το Σύνδρομο του 1965. Το Σύνδρομο του 1965 οδηγεί στην αυστηρή τυποποίηση της διαδικασίας διορισμού της κυβέρνησης και στον απόλυτο έλεγχο των αρχηγών των κομμάτων επί των κοινοβουλευτικών τους ομάδων. Άρα οδηγεί και στον πανίσχυρο μονοκομματικό Πρωθυπουργό. Γιατί η εμπειρία του 1965 οδήγησε σε μία διπλή δυσπιστία. Δυσπιστία του εκλεγμένου Πρωθυπουργού μονοκομματικής κυβέρνησης απέναντι στον αρχηγό του κράτους, βασιλιά τότε, ΠτΔ μετά το 1974, και στη δυσπιστία του εκλεγμένου Πρωθυπουργού, απέναντι στους βουλευτές του. Έτσι λειτουργεί πια όλο το πολιτικό μας σύστημα.
Αυτό καθορίζει το εκλογικό σύστημα. Αυτό καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης. Εάν θέλαμε στο οργανωτικό μέρος να συζητήσουμε κάτι, θα συζητούσαμε αυτό. Στα ανθρώπινα δικαιώματα δεν χρειάζεται να συζητήσουμε τίποτα, διότι ισχύει το επαυξημένο Σύνταγμα, ευτυχώς, και ο διεθνής δικαστικός έλεγχος όποιων επιλογών κάνουμε και δεν είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Και στα θέματα δικαιοσύνης πρέπει να δούμε, εάν χρειάζεται να έχουμε αυστηρές συνταγματικές διατάξεις, γιατί υπάρχει σοβαρό πρόβλημα πρωτίστως εσωτερικής ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης. Και γι' αυτό η δικαιοσύνη νιώθει ότι έχει ανάγκη από εξωτερικό θεσμικό έλεγχο προκειμένου να τιθασευτεί το πρόβλημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας. Βλέπουμε με πόσες δυσκολίες ενεργοποιείται ο νέος θεσμός της γνωμοδοτικής ψήφου των Ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων για την επιλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης τώρα. Και θα δούμε την τελική επιλογή του Υπουργικού Συμβουλίου.
Αυτά απευθύνονται urbi, στην πόλη, orbi στον κόσμο απευθύνονται τα μεγάλα θέματα: Κλιματική κρίση, τεχνητή νοημοσύνη, βιοτεχνολογία, μετανανθρωπισμός, το ψηφιακό Σύνταγμα, το βιο- Σύνταγμα. Θα ήμασταν γελοίοι, μικρομέγαλοι επαρχιώτες, εάν πιστεύαμε ότι μπορούμε να ρυθμίσουμε αποτελεσματικά, προκαταβολικά, πλήρως, τα ζητήματα αυτά σε μια μεσαία ευρωπαϊκή χώρα.
Άρα πρέπει να κάνουμε κράτει, να περιμένουμε να λειτουργήσει το επαυξημένο σύνταγμα. Έχουμε τις υποδοχές. Τις βάλαμε και το 2001, τις υποδοχές αυτές. Στο άρθρο 5 παρ. 5, στο άρθρο 9 Α, σε πάρα πολλές αναφορές συνταγματικές που λειτουργούν ως υποδοχέας αυτής της επαφής που θα αναπτύξει το εθνικό Σύνταγμα με τις άλλες έννομες τάξεις για να επαυξηθεί και επ' αυτού.
Αλλά τι θα ελέγξουμε; Θα ελέγξουμε ένα φαινόμενο που δεν το ελέγχουμε τεχνολογικά; Που δεν το ελέγχουμε καν αξιακά, διότι ακόμη και οι βιοηθικές ευαισθησίες εκτελωνίζονται. Δεν παράγονται εγγενώς, ενδογενώς. Άρα η συζήτηση για την αναθεώρηση πρέπει να πάρει μια τέτοια μορφή.
Μπορούμε να κάνουμε και την άλλη συζήτηση. Τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Αντί να πάμε σε αυτά, αρκεί να σας πω ότι η ιδέα να συγκροτηθούν πειθαρχικά συμβούλια μόνο από μέλη του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους προσκρούει στην πρόβλεψη του άρθρου 103 που θέλει τα 2/3 να είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο λειτουργός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους που περιβάλλεται από τις ειδικές εγγυήσεις του άρθρου 100 Α που εισηγήθηκα στη Βουλή το 2001 δεν είναι μόνιμος δημόσιος υπάλληλος. Είναι ειδική κατηγορία που θέλει να ταυτίζεται με τους δικαστικούς λειτουργούς. Δεν θα μπορούσε να τοποθετηθεί ούτε καν δικαστήριο απευθείας στη θέση του πειθαρχικού συμβουλίου . Άρα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε τεχνικά για πάρα πολλά θέματα.
Το να μπούμε σε μία συζήτηση για το αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όπως έχει τώρα θα έχει μία θητεία εξαετή ή δύο πενταετείς νομίζω δεν αφορά κανέναν στη χώρα. Αν η ηγεσία της δικαιοσύνης θα εκλέγεται από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία, ναι να αναθεωρήσουμε το άρθρο 90, αλλά αν πρόκειται να κάνουμε μερεμέτια, δεν χρειάζεται να ανοίξουμε τη συζήτηση και να δημιουργήσουμε αναταραχή.
Ή το άρθρο 24. Χρειάζεται αλλαγή στο άρθρο 24 για να αντιμετωπίσουμε τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον νέο οικοδομικό κανονισμό; Μα έχω αφιερώσει άπειρες ώρες στη ζωή μου για να φτιαχτεί η αναθεωρημένη εκδοχή του άρθρου 24. Έχω συζητήσει με όλες τις φιλοπεριβαλλοντικές οργανώσεις. Έχω ακούσει τις γνώμες του Συμβουλίου της Επικρατείας. Έχουμε βάλει στο Σύνταγμα επίτηδες τον νομολογιακό ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης για να μην έχουμε προβλήματα. Αντιγράψαμε τη σχετική σκέψη από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Και εν πάση περιπτώσει, τα προβλήματα είναι άλλης τάξεως. Αν ανοίξουμε αυτή τη συζήτηση.
Μπορούμε να ανοίξουμε όποια συζήτηση θέλουν όποιοι μπορούν να κινήσουν την πρωτοβουλία της αναθεώρησης. Αλλά δεν βοηθά να λέμε κάθε λίγο και λιγάκι μια ιδέα αναθεωρητική, συναρτημένη με τη συγκυρία, για να φέρουμε στο προσκήνιο της δημόσιας συζήτησης τη συγκυρία και όχι τη διαγενεακή αλληλεγγύη, την επαφή μας με τις νέες προκλήσεις, την επαφή μας με τις άλλες έννομες τάξεις. Αυτά τα συγκλονιστικά που συμβαίνουν στον κόσμο. Το πρόβλημα ασφάλειας. Δηλαδή τον υπαρξιακό κίνδυνο της Δύσης, που παράγεται από την Αμερικανική διοίκηση και από την αποκόλληση της Αμερικανικής αντίληψης περί δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή.
Αυτό δεν θα το λύσουμε συνταγματικά. Δεν παρεμποδίζει το Σύνταγμα τις πρωτοβουλίες μας, εάν θέλουμε να επικοινωνήσουμε με την Ιστορία αφού αντιληφθούμε τη γεωγραφία. Δεν λέει το Σύνταγμα πρέπει να έχεις ιστορική συνείδηση και να διαβάζεις τον χάρτη. Ευτυχώς δηλαδή δεν χρειάζεται διάταξη. Αλλά εάν δεν το εφαρμόσουμε αυτό παραβιάζουμε το άρθρο 120. Δηλαδή δεν έχουμε τον θεμελιώδη συνταγματικό πατριωτισμό.Η τήρηση του Συντάγματος που επαφίεται στον πατριωτισμό μας δεν διασφαλίζεται. Διότι δεν έχουμε συνείδηση της Ιστορίας και γνώση των συσχετισμών. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου, το σκηνικό στο οποίο κινούμαστε.
***
2η τοποθέτηση Ευ. Βενιζέλου
Ξεκινάω με το ζήτημα του Πρόεδρου της Δημοκρατίας. Εδώ παρακολουθώ και τις δύο μέρες να επαναλαμβάνεται ένα στερεότυπο. Ότι σε σχέση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έχουμε αυτά τα 50 χρόνια δύο περιόδους. Μία μικρή περίοδο με αυξημένες αρμοδιότητες μέχρι το 1986 και μια μεγάλη περίοδο χωρίς αυξημένες αρμοδιότητες, οπότε δεν είναι αντίβαρο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.
Δεν είναι αυτή η εικόνα της πεντηκονταετίας. Η περιοδολόγηση είναι τελείως διαφορετική. Η πεντηκονταετία αρχίζει με πανίσχυρο Πρωθυπουργό και εκμηδενισμένο πολιτικά Πρόεδρο. Διότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είναι πανίσχυρος και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος είναι ένας συμβολικός Πρόεδρος ο οποίος ζεσταίνει τη θέση του Προέδρου για να έρθει ο Κωνσταντίνος Καραμαλής να καθίσει σε αυτή.
Το Σύνταγμα είναι το ίδιο. Από το 1980 και μετά με τον Κωνσταντίνο Καραμαλή Πρόεδρο έχουμε μια περίοδο πανίσχυρου πολιτικά Προέδρου και αδύναμου Πρωθυπουργού που είναι ο Γεώργιος Ράλλης.
Με το ίδιο Σύνταγμα του 1975 στην πρώτη περίοδο ΠΑΣΟΚ έχουμε μια συγκατοίκηση βασισμένη στον αλληλοσεβασμό η οποία ισορροπεί. Δεν ασκεί αυξημένες αρμοδιότητες ο Πρόεδρος αλλά στο αρχείο Καραμανλή υπάρχει μια ένδειξη την ημέρα των Ευρωεκλογών του 1984, που λέει ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «Είμαι βαθιά προβληματισμένος, την επόμενη μέρα θα μου λένε όλοι τι πρέπει να κάνω». Διότι περίμενε ήττα του ΠΑΣΟΚ στις Ευρωεκλογές από τη Νέα Δημοκρατία με ηγέτη τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Ηττήθηκε η Νέα Δημοκρατία. Παραιτήθηκε ο Ευάγγελος Αβέρωφ και έτσι εξελέγη ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Δεν ασκήθηκαν λοιπόν οι αρμοδιότητες διότι οι ενδιάμεσες Ευρωεκλογές ως πολιτική ένδειξη δεν επέτρεψαν να ασκηθούν οι αρμοδιότητες αυτές.
Η αναθεώρηση ήταν μοιραίο ότι θα γινόταν διότι η θεσμική εκκρεμότητα του Συντάγματος του 1975 θα λυνόταν με αναθεώρηση του Συντάγματος. Το είχα προβλέψει, θα μου επιτρέψετε να πω, στη διδακτορική μου διατριβή το 1980. Έγινε αυτό, το 1985.
Και μετά έχουμε έναν Πρόεδρο χωρίς αρμοδιότητες. Ο Χρήστος Σαρτζετάκης με την προσωπικότητά του, είναι πολιτική επιλογή του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Καραμανλής επανεκλέγεται Πρόεδρος το 1990 χωρίς αυξημένες αρμοδιότητες αλλά με το ίδιο πολιτικό βάρος. Με την κυβέρνηση Μητσοτάκη συνυπάρχει και συγκατοικεί, και με την κυβέρνηση Παπανδρέου συνυπάρχει και συγκατοικεί μέχρι το 1995. Μπορεί να μην έχει τις αρμοδιότητες αλλά έχει το ιστορικό κύρος.
Μετά, χωρίς αρμοδιότητες πάντα, όπως και ο Καραμανλής δεν είχε τη δεύτερη φορά, έχουμε προέδρους, ο καθένας με την προσωπικότητά του και τις συμπαραδηλώσεις του που είναι όμως όλοι επιλογές του εκάστοτε Πρωθυπουργού. Μπορεί ο Πρωθυπουργός να λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι από την Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά για να εκλεγεί ο Κωστής Στεφανόπουλος, μια χαρά θα τον επέλεγε το ΠΑΣΟΚ και μόνο του.
Ο Κάρολος Παπούλιας επελέγη από τη Νέα Δημοκρατία για να τον ψηφίσει στο ΠΑΣΟΚ. Αλλά γιατί να μην τον επέλεγε και η Νέα Δημοκρατία αν ήταν να τον εκλέξει μόνη της; Ο Προκόπης Παυλόπουλος επελέγη από τον ΣΥΡΙΖΑ, από τον Αλέξη Τσίπρα και τον Πάνο Καμμένο για να συγκεντρωθεί η πλειοψηφία που τη διαμόρφωνε η ψήφος της Νέας Δημοκρατίας. Με δεδομένη την ψήφο της Νέας Δημοκρατίας. Άρα μία έξυπνη από την όψη αυτή επιλογή.Και η παρακαθημένη μου τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξελέγει πανηγυρικά από όλους. Ήταν μια επιλογή που έγινε όμως από τον τότε Πρωθυπουργό. Η οποία θα μπορούσε να γίνει και από άλλους, αλλά έτσι έγινε.
Άρα, δεν έχει καμία σχέση το πριν ή μετά την κατάργηση των αρμοδιοτήτων. Αλλού πρέπει να ψάξουμε τα ζητήματα. Τα ζητήματα, είπα πού βρίσκονται. Βρίσκονται στον Σύνδρομο του 1965. Αυτό είναι θεμελιώδες στοιχείο του Συντάγματός μας.
Τώρα, ως προς τη δικαιοσύνη για να μην μακρηγορώ.Επιλογή ηγεσίας της δικαιοσύνης. Η επιλογή της ηγεσίας δικαιοσύνης πρέπει να γίνεται από τη δημοκρατικά νομιμοποιημένη εξουσία. Το ευρύτερης σύνθεσης όργανο, μετά την εμπειρία που έχω και εγώ από τον τρόπο που λειτουργούν οι συνάδελφοί μου, διπλά συνάδελφοί μου, οι ακαδημαϊκοί και οι δικηγόροι στα ειδικά δικαστήρια στα οποία μετέχουν, με κάνει να λέω ότι όχι, πολιτικό όργανο πρέπει να κάνει την επιλογή.
Το θέμα είναι ποιο πολιτικό όργανο; Το Υπουργικό Συμβούλιο, δηλαδή η πλειοψηφία της Βουλής; Ή η Βουλή με ευρύτερη πλειοψηφία, δηλαδή συναίνεση πολιτική στο πρόσωπο των προέδρων και των αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων ; Αυτό είναι το θέμα. Το θέμα δεν είναι αν θα διασταυρώνονται οι εξουσίες. Θα διασταυρώνονται. Στο όνομα του ελληνικού λαού εκτελούνται οι αποφάσεις. Ποια εκδοχή δημοκρατίας όμως; Η μονοκομματική, πλειοψηφική ή η μεταπλειοψηφική εκδοχή δημοκρατίας. Αυτό είναι το θέμα.Εδώ έχουμε την αντίφαση, να εκλέγουμε ανεξάρτητες αρχές με αυξημένη πλειοψηφία και ηγεσία της δικαιοσύνης με μονοκομματική πλειοψηφία. Αυτό είναι εύλογο; Είναι πλέον εύλογο να έχουμε αυτή την αντίφαση εντός του Συντάγματός μας;
Δυο λόγια για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.
Πουθενά δεν έχω επιδείξει τέτοια αμφιθυμία στα γραπτά μου όσο στο θέμα που λέγεται συνταγματικό δικαστήριο. Διότι υπάρχουν τεράστια προβλήματα στην οργάνωση και την άσκηση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας. Αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και πρακτικοί. Ως εκ τούτου, τι διαπιστώνουμε; Ότι άλλα λέει το Σύνταγμα και άλλα ισχύουν στην πραγματικότητα. Ποιο είναι το θεωρητικά περιγραφόμενο σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας; Ότι έχουμε ένα σύστημα δήθεν διαχύτου, παρεμπίπτοντος και συγκεκριμένου ελέγχου της συνταγματικότητας. Είναι αυτό αλήθεια; Όχι. Είναι ένα κραυγαλέο ψέμα.
Το σύστημα που ισχύει και που είναι οργανωμένο δικονομικά είναι ένα σύστημα συγκεντρωτικού ελέγχου στα χέρια των Ολομελειών των τριών ανωτάτων δικαστηρίων. Ένα σύστημα ευθέως ελέγχου, διότι στην πραγματικότητα το ζήτημα της συνταγματικότητας είναι αυτό που άγεται και δεν κρίνεται επ΄ ευκαιρία, αυτό άγεται δικονομικα. Τέλος, είναι ένα σύστημα αφηρημένου ελέγχου. Γιατί και ο δικανικός συλλογισμός είναι αφηρημένος, αλλά και οι δικονομικές επιπτώσεις που υπερβαίνουν το δεδικασμένο και την υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης σε ακυρωτικές αποφάσεις είναι αφηρημένο.
Έχουμε λοιπόν ένα σύστημα συγκεντρωμένου, ευθέως και αφηρημένου ελέγχου, και αυτό πρέπει να το οργανώσουμε. Δηλαδή πρέπει όχι αναγκαστικά συνταγματικά, αλλά εντέλει και συνταγματικά, πάντως δικονομικά, να οργανώσουμε την άσκηση του ελέγχου της συνταγματικότητας από τις τρεις Ολομέλειες κατά το μέτρο της συνταγματικά καθορισμένης δικαιοδοσίας καθενός ανωτάτου δικαστηρίου αλλά πρέπει ο έλεγχος, εφόσον είναι συγκεντρωμένο στα χέρια της Ολομέλειας, να οργανώνεται με ευθύ τρόπο και αφηρημένο. Και άρα πρέπει και η αντιδικία να γίνεται έτσι, να μπορεί να οργανωθούν οι παρεμβάσεις, να οργανωθούν οι διάδικοι, να υπάρχουν θεσμικοί διάδικοι και να υπάρχει ένα αποτέλεσμα της δίκης, το οποίο θα δούμε τι θα παράγει- δεδικασμένο ή έννομες με συνέπειες- το οποίο θα οργανώνεται. Όλα τα άλλα είναι μερεμέτια τα οποία είναι εικονικά, είναι μια υποκρισία θεσμική μεγάλων διαστάσεων. Ας φτιάξουμε λοιπόν αυτό.
Αυτή είναι η κατάσταση. Αυτά λέμε στους φοιτητές μας, αυτά είναι η πραγματικότητα και αυτό βλέπουμε. Όταν έρχεται το Συμβούλιο Επικρατείας και λέει για το ΝΟΚ με καθυστέρηση, ο έλεγχος τι είναι; Δεν είναι συγκεντρωμένος στην Ολομέλεια; Είναι. Δεν είναι στην πραγματικότητα το αντικείμενο της δίκης η συνταγματικότητα; Δεν παράγονται έννομες συνέπειες οι οποίες αφορούν πλήθος ανθρώπων; Στην πραγματικότητα την ισχύ του νόμου. Ο νόμος παύει να ισχύει, δεν παραμερίζεται σε συγκεκριμένη περίπτωση, άρα έχουμε ένα συγκεντρωτικό σύστημα με δικαστές, με τους τακτικούς δικαστές, με τις Ολομέλειες των δικαστηρίων και με το ΑΕΔ αν τύχει να έχουμε διαφορετική κρίση μεταξύ δύο δικαστηρίων από τα τρία ανώτατα που έχουμε.
Άρα λοιπόν αυτό είναι ένα θέμα το οποίο και χωρίς αναθεώρηση, πρέπει να το οργανώσουμε δικονομικά. Δηλαδή λέμε ψέματα και ταλαιπωρούμε και τους δικαστές και τους δικηγόρους και τους διαδίκους και δημιουργούμε και μία εσφαλμένη εντύπωση για το τι σημαίνει συνταγματικότητα στην κοινή γνώμη. Τουλάχιστον αυτό πρέπει να το συνομολογήσουμε.-
* Προεδρεύουν: Σπύρος Φλογαΐτης, Ομότιμος Καθηγητή της Νομικής Σχολής, ΕΚΠΑ, Διευθυντής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO) - Φαίη Μακαντάση, Διευθύντρια ερευνών διαΝΕΟοσις.
Εισηγούνται: Κατερίνα Σακελλαροπούλου, τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Πρόεδρος του ΣτΕ ε.τ., Ευάγγελος Βενιζέλος, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΑΠΘ, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, ΕΚΠΑ, Υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Κατρούγκαλος, Καθηγητής Δημοσίου Δικαίου, ΔΠΘ, Αν. Εμπειρογνώμονας Η.Ε., πρώην Υπουργός Εξωτερικών
https://www.youtube.com/watch?v=Bv70SwwpF2w&t=32s













