14 Οκτωβρίου 2007


Σας ευχαριστώ για την παρουσία σας, για την αγάπη σας και για τη θέληση σας. Η σχέση μας είναι σχέση πολιτικής αλλά και ηθικής εμπιστοσύνης. Χαίρομαι, γιατί βρίσκομαι σήμερα στο Άργος, χαίρομαι γιατί βρίσκομαι σ΄αυτόν τον ιστορικό τόπο, τον γεμάτο αναξιοποίητα πλεονεκτήματα και χαίρομαι γιατί η διαδικασία της 11ης Νοεμβρίου αρχίζει να γίνεται μία διαδικασία εξωστρεφής, με το βλέμμα στραμμένο στην κοινωνία και στα προβλήματα κάθε τόπου.

Εμείς είμαστε εδώ στο όνομα όλου του ΠΑΣΟΚ. Ερχόμαστε να συναντήσουμε την κοινωνία της Αργολίδας, να μιλήσουμε μαζί της και να της πούμε: Πολίτες του Άργους ελάτε μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Εσείς είστε το κοινωνικό ΠΑΣΟΚ. Πάρτε το ΠΑΣΟΚ στα χέρια σας, δώστε του τη δική σας πνοή, την κατεύθυνση που θέλετε, γιατί αυτό επιβάλλει το συμφέρον, όχι μόνο της παράταξης, αλλά το συμφέρον του τόπου. Και ξέρω ότι μιλάω αυτή τη στιγμή, όχι μόνο στο μυαλό σας αλλά και στην καρδιά σας. Γιατί χρειαζόμαστε όλη τη δύναμή σας και την ψυχή σας και το μυαλό σας για να κερδίσουμε αυτόν τον μεγάλο αγώνα.

Φίλες και φίλοι, το ΠΑΣΟΚ ήταν, είναι και θα είναι και στις 12 Νοεμβρίου ενωμένο και δυνατό. Δεν κινδυνεύει από κανένα και από τίποτε η ενότητα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου κατάφερε να ενώσει την παράταξη και μας παρέδωσε το μεγάλο, το πατριωτικό, το ριζοσπαστικό, το προοδευτικό, το λαϊκό, το πλειοψηφικό, το νικηφόρο ΠΑΣΟΚ. Μας παρέδωσε το ΠΑΣΟΚ του 48% και όχι το ΠΑΣΟΚ του 13% ή του 25%. Αυτό είναι το μεγάλο και καθαρό ΠΑΣΟΚ.

Υπάρχει όμως, φίλες και φίλοι, ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, ένα πολύ κρίσιμο στοίχημα που βάζουμε όλοι στις 11 Νοεμβρίου. Το στοίχημα δεν είναι η ενότητα ή η διάσπαση. Η ενότητα είναι διασφαλισμένη. Το στοίχημα είναι εάν το ΠΑΣΟΚ θα βγει από τη διαδικασία εκλογής προέδρου μεγάλο ή μεσαίο. Εάν θα έχουμε στις 12 Νοεμβρίου ένα ΠΑΣΟΚ που διευρύνεται ή ένα ΠΑΣΟΚ που συρρικνώνεται. Ένα ΠΑΣΟΚ που πηγαίνει προς τα εμπρός ή ένα ΠΑΣΟΚ που πηγαίνει προς τα πίσω. Ένα ΠΑΣΟΚ ανανεωμένο και μέσα και έξω από τη Βουλή ή ένα ΠΑΣΟΚ που δίνει την ίδια εικόνα, την ίδια στάσιμη και στατική εικόνα, ένα ΠΑΣΟΚ ηττοπαθές, ένα ΠΑΣΟΚ που αναγκάζεται να παραιτηθεί από τη διεκδίκηση της εξουσίας και της πλειοψηφίας, ακολουθώντας τη γνωστή παροιμία: «Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια».

Εμείς όμως πρέπει να φτάσουμε στην εξουσία, στο μεγάλο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Γιατί όταν κανείς βλέπει ότι συρρικνώνεται, ότι μικραίνει, μπορεί να βρει χίλιες δυο δικαιολογίες. Δικαιολογίες δήθεν ιδεολογικές, δήθεν αξιακές. Αλλά ας σκεφτούμε, πώς θέλουμε να είμαστε η μεγάλη δημοκρατική παράταξη; Σε ποια κοινωνικά στρώματα, σε ποιες κοινωνικές ομάδες πρέπει να απευθυνθούμε; Τι χρειαζόμαστε προκειμένου να είμαστε το ΠΑΣΟΚ που άφησε σε μας κληρονομιά ο Ανδρέας Παπανδρέου;

Χρειαζόμαστε δύο πράγματα: Πρώτον, χρειαζόμαστε ένα πραγματικά νέο και άφθαρτο ΠΑΣΟΚ. Ένα ΠΑΣΟΚ με νέο πρόσωπο, με αξιόπιστο πρόσωπο στην κοινωνία, που δεν απομακρύνει, που δεν διώχνει τους πολίτες. Κι αυτό το ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι ένα γνήσια δημοκρατικό και συλλογικό ΠΑΣΟΚ. Ένα ΠΑΣΟΚ γνήσια δημοκρατικό στην πράξη και όχι στα λόγια, ένα ΠΑΣΟΚ αποκεντρωμένο, περιφερειακό, όπου η Πελοπόννησος, το Άργος, έχει το δικό του πραγματικό λόγο και δεν εξαρτάται από καθοδηγήσεις, μηχανισμούς και πελατειακά δίκτυα στο εσωτερικό του κόμματος, χωρίς παραγοντισμούς και χωρίς αρχηγικές πρακτικές.

Αυτό σημαίνει ότι και ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι ένας άλλος τύπος πολιτικού ηγέτη. Πρέπει να είναι ένας συλλογικός πρόεδρος, ένας πρόεδρος που έχει την ικανότητα, ως πρώτος μεταξύ ίσων, να αξιοποιεί όλο το δυναμικό, όλα τα στελέχη, περιφερειακά και κεντρικά, και κυρίως να έχει την ικανότητα να εκφράζει προς την κοινωνία, να εκφράζει μέσα στη Βουλή, να εκφράζει στα ΜΜΕ τον λόγο του ΠΑΣΟΚ, τον προγραμματικό και τον αντιπολιτευτικό, με τον πιο συγκροτημένο και τον πιο αποτελεσματικό τρόπο. Το να συνθέτεις, το να διαμορφώνεις απόψεις που πείθουν τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελληνίδων και των Ελλήνων, δεν είναι ούτε επίπλαστη ενότητα ούτε συμψηφισμός ούτε στρογγυλοποίηση, ούτε ο χαμηλότερος μέσος όρος.

Είναι πολιτική δύναμη, είναι πολιτική ηγεμονία, είναι το ρεύμα της νίκης. Και αυτό το ρεύμα της νίκης δεν το διαμορφώνουμε στο όνομα οποιουδήποτε προγράμματος, αλλά στο όνομα ενός γνήσιου, προοδευτικού, λαϊκού, ριζοσπαστικού προγράμματος. Χρειαζόμαστε, συνεπώς, μια νέα προοδευτική, κοινωνική πλειοψηφία, στην οποία να είναι μέσα όλοι οι μη προνομιούχοι του 2007. Οι μη προνομιούχοι του 2007 είναι άλλοι από αυτούς που συνάντησε ο Ανδρέας Παπανδρέου το 1974. Τότε υπήρχε ο αποκλεισμός, η φτώχεια, το μετεμφυλιακό κράτος, υπήρχε έλλειμμα πολιτικών δικαιωμάτων, υπήρχε τραγική ανισότητα στο εισόδημα, υπήρχε άλλου τύπου φτώχεια.

Τώρα ο μη προνομιούχος του 2007 είναι αυτός που νιώθει ότι η ανισότητα, η κοινωνική και οικονομική, του δημιουργεί ανασφάλεια, τον απειλεί. Μη προνομιούχος δεν είναι μόνον ο φτωχός, ο περιθωριοποιημένος, ο άνεργος. Δεν είναι μόνον ο μετανάστης, δεν είναι μόνο η μονογονεϊκή οικογένεια, ο μοναχικός υπερήλικας χαμηλοσυνταξιούχος που θέλει τη βοήθεια της τοπικής αυτοδιοίκησης και του κράτους. Μη προνομιούχος είναι και ο μικρός και μεσαίος επιχειρηματίας, που βλέπει την πόρτα της τράπεζας κλειστή και ο αυτοαπασχολούμενος που δεν έχει μια ενίσχυση τη στιγμή που ξεκινάει και ο φοιτητής που βλέπει ότι δεν υπάρχει αντίκρισμα των σπουδών του στην αγορά εργασίας και αυτός που ασχολείται με τα κινήματα της κοινωνίας των πολιτών, των περιβαλλοντικών, των γυναικείων, τον εθελοντισμό, την ανθρωπιστική βοήθεια και βλέπει ότι μένει μόνος να καλύπτει τα κενά του κράτους.

Μη προνομιούχος είναι ο καθένας που βλέπει να χάνει ένα επίπεδο ζωής που με κόπους και βάσανα κατέκτησε. Και το φόβο αυτό τον έχει η μεγάλη πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Αυτήν την κοινωνική συμμαχία, αυτήν την κοινωνική πλειοψηφία πρέπει να διαμορφώσει το ΠΑΣΟΚ. Και στο όνομα αυτής της κοινωνικής πλειοψηφίας πρέπει να διεκδικήσει τη νίκη. Άρα χρειαζόμαστε ένα νέο ΠΑΣΟΚ και χρειαζόμαστε και ένα νέο κοινωνικό ρεύμα πλειοψηφίας στο όνομα του οποίου, για το συμφέρον του ελληνικού λαού, να κατακτήσουμε και να ασκήσουμε την εξουσία.

Αν χάσει αυτήν την επιδίωξη, αν χάσει αυτόν το δυναμισμό και αυτήν την ελπίδα, τι προσφέρει στον πολίτη; Τι προσφέρει σε αυτόν που αγωνιά, σε αυτόν που θέλει μια άλλη πολιτική; Δεν προσφέρει τίποτα. Ομάδες πίεσης έχουμε, τα συνδικάτα, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θέτουν το δικό τους πρόγραμμα. Και τα μικρότερα κόμματα της άλλης αριστεράς επίσης. Αλλά για να σκεφτούμε με το συναίσθημα που πρέπει και με τη λογική που πρέπει. Τι οφείλουμε στον Ανδρέα Παπανδρέου; Οφείλουμε ένα κάπως μεγαλύτερο ΚΚΕ ή έναν κάπως μεγαλύτερο Συνασπισμό; Όχι βέβαια.

Του οφείλουμε το πλεονέκτημα μιας μεγάλης παράταξης που λειτουργεί ως κόμμα εξουσίας, ως θεσμικό κόμμα στο όνομα του γενικού συμφέροντος του ελληνικού λαού, χάριν των πιο φτωχών, των πιο αδικημένων, αλλά και των πιο δυναμικών στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό πρέπει να το τιμήσουμε, αυτή είναι η υποχρέωσή μας απέναντι στην ιστορία της παράταξης και απέναντι στον ιδρυτή της παράταξης.

Και ποιοι ενδιαφέρονται γι’ αυτό; Μήπως ενδιαφέρονται τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ; Πρέπει με πολύ μεγάλη ευθύτητα να σας εξομολογηθώ ότι και όταν είσαι στέλεχος της Αντιπολίτευσης έχεις ρόλο, έχεις προβολή, έχεις μία θέση στο Κοινοβούλιο, νιώθεις ότι κάτι κάνεις, χωρίς ευθύνες και χωρίς να απολογείσαι και χωρίς να πιέζεσαι. Και μπορεί να είναι ευχάριστη αυτή η πολιτική δραστηριότητα όταν έχεις διασφαλίσει την προσωπική σου θέση. Άρα τίνων είναι αυτή η φιλοδοξία κι αυτή η επιδίωξη; Του ανώτερου στελεχιακού δυναμικού; Όχι βέβαια. Αυτή είναι η επιδίωξη των ανθρώπων που στηρίζουν την ελπίδα τους στο κράτος, που αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνία είναι απάνθρωπη, άδικη και άνιση και σε αποκλείει όταν δεν είσαι ισχυρός.

Και ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι και η αγορά σε αποκλείει όταν δεν είσαι ισχυρός, ξέρουν πάρα πολύ καλά ότι η αγορά σε περιθωριοποιεί, σε βγάζει έξω από τη δυναμική της, όταν δεν έχεις τη βοήθεια του κράτους. Πού προσβλέπουν οι άνθρωποι αυτοί; Αυτοί οι άνθρωποι προσβλέπουν σε ένα κράτος δικαίου, σε ένα κοινωνικό κράτος, προσβλέπουν σε μια αναδιανεμητική πολιτική. Και είναι κρίμα να δηλητηριάζεται η ψυχή της παράταξης και της κοινωνικής πλειοψηφίας με την ιδέα ότι δεν μας χρειάζεται η πλειοψηφία, ότι μπορούμε ν’ αφήνουμε τους κύκλους να περνάν, τις τετραετίες να φεύγουν και ότι, «που θα πάει, θα γυρίσει ο τροχός, γιατί υπάρχει φυσιολογική εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, θα ’ρθει και η σειρά μας».

Μπορεί κάποτε να σκέφτηκε έτσι η Νέα Δημοκρατία κι αφού το σκέφτηκε είδε το ΠΑΣΟΚ να επανέρχεται το 1993 από την απόλυτη φθορά του 1989, να αλλάζει αρχηγό το 1996, να κερδίζει τις εκλογές, να ξανακερδίζει το 2000 και να είναι έτοιμο να κερδίσει και το 2004, αν είχαμε αξιοποιήσει μια δυναμική που υπήρχε. Και οι Εργατικοί στη Μεγάλη Βρετανία έκαναν δεκαετίες να γυρίσουν περιμένοντας την κυρία Θάτσερ να πέσει και οι Συντηρητικοί στη Βρετανία θα κάνουν πολλά-πολλά χρόνια να δουν εξουσία περιμένοντας τους Εργατικούς να πέσουν.

Δεν γίνονται από μόνα τους τα πράγματα. Και όταν μπει το μικρόβιο της άποψης ότι δεν μας χρειάζεται να είμαστε μεγάλοι και πλειοψηφικοί αν θέλουμε να συζητούμε, να συνδιαλεγόμαστε, αν θέλουμε να ψάχνουμε τα αίτια και τις αφορμές μιας κατάστασης, τότε αφήνουμε την ιστορία να γράφεται ερήμην των πολιτών και ερήμην του λαού.

Στην πραγματικότητα δεν έχουμε το ηθικό δικαίωμα να προτείνουμε μια εναλλακτική λύση, γιατί φέρουμε ευθύνες. Και ό,τι έγινε μέχρι το 2004 και για την κατάσταση του ΠΑΣΟΚ, του καθεστωτικού ΠΑΣΟΚ που πάσχει από κυβερνητισμό. Έχω πλήρη συνείδηση του τι έργο προσέφεραν οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κώστα Σημίτη. Ήμουνα μέλος των κυβερνήσεων αυτών και το θεωρώ τιμή μου. Αλλά έχω και πλήρη συνείδηση των λαθών, των υστερήσεων, των σφαλμάτων, των εκκρεμοτήτων που αφήσαμε.

Κάναμε την Ελλάδα καλύτερη, πλουσιότερη, ισχυρότερη, αλλά αυτήν την Ελλάδα ενός υψηλότερου επιπέδου δεν την κάναμε δίκαια μοιρασμένη Ελλάδα σε όλους τους Έλληνες. Αφήσαμε πολλά νοικοκυριά, πολλούς ανθρώπους να νιώθουν ότι δεν έχουν συμμετοχή στο κεκτημένο που διαμορφώσαμε. Ε, αυτό λοιπόν το κενό μας είμαστε υποχρεωμένοι να το διορθώσουμε, να το αποκαταστήσουμε. Και είμαστε έτοιμοι να το κάνουμε. Γιατί αλλοίμονο εάν η απάντηση στα δικά μας λάθη και στις δικές μας αδυναμίες είναι μία παντοδυναμία του κ. Καραμανλή και της Δεξιάς, που εφαρμόζει μόνη της στο γήπεδο τη δική της ταξική πολιτική.

Φίλες και φίλοι, συντρόφισσες και σύντροφοι, στέλνω κι από εδώ, από το Άργος, μήνυμα στον κύριο Καραμανλή: Του λέω δεν είναι μόνος στο γήπεδο. Ότι το ΠΑΣΟΚ ενωμένο, δυνατό, αξιόπιστο, παρακολουθεί, λειτουργεί ως αντίβαρο, δεν αντιπολιτεύεται παλαιοκομματικά και δημαγωγικά, δεν ισοπεδώνει, δε σκανδαλολογεί, δεν κινδυνολογεί. Ενδιαφερόμαστε για τη χώρα. Θέλουμε η κάθε κυβέρνηση να προσφέρει κάτι, ένα πετραδάκι στη χώρα, στο ελληνικό οικοδόμημα. Αλλά είμαστε έτοιμοι να κατακρίνουμε, να στηλιτεύσουμε, να αναδείξουμε αδυναμίες και βεβαίως είμαστε έτοιμοι να διατυπώσουμε τη δική μας υπεύθυνη, εναλλακτική πρόταση.

Ξέρετε τι χώρεσαν μέσα σε 25 μέρες; Τι πράγματα, τι πρωτοβουλίες πήρε ο Καραμανλής; Μας είπε ωραία λόγια στις προγραμματικές δηλώσεις και τα ακύρωσε με το σχέδιο του προϋπολογισμού. Υποσχέθηκε αναπροσαρμογή του ΑΕΠ στο 25% και ευτυχώς η Ευρωπαϊκή Ένωση απέρριψε την πρόταση και βρήκε νοθευμένα και επίπλαστα τα στοιχεία και της αναπροσαρμογής του ΑΕΠ αλλά και του σχεδίου του προϋπολογισμού. Έκαναν τη μία γκάφα πάνω στην άλλη σε σχέση με το πετρέλαιο θέρμανσης και τη φορολογία των ακινήτων. Αφού διέλυσαν πέρυσι το πανεπιστήμιο και τα σχολεία με την απεργία των δασκάλων, ψήφισαν ένα νόμο δήθεν μεταρρυθμιστικό, και μόλις έγινε η νέα κυβέρνηση, απέσυραν το νόμο σαν να μη συνέβη τίποτα, χωρίς να υπάρχει ίχνος ευθύνης και ντροπής για την αναστάτωση της δημόσιας εκπαίδευσης, που είναι ό,τι πιο σημαντικό για το φτωχό άνθρωπο, για τη μεσαία οικογένεια.

Είναι δυνατόν να μείνουμε αδιάφοροι αυτό; Και σας δίνω ένα μόνο παράδειγμα: το παράδειγμα του ασφαλιστικού. Δεν θέλω πραγματικά να πιστέψω ότι έχουμε και μέσα στο δικό μας χώρο κάποιους ανθρώπους που θεωρούν ότι η αλήθεια βρίσκεται στις θέσεις που διατυπώνει ο κ. Αναλυτής και ο κ. Γκαργκάνας και ότι τίποτα στην πραγματικότητα δε μπορεί να γίνει εάν δεν βάλουν το μαχαίρι στα ασφαλιστικά δικαιώματα, εάν δεν κόψουμε τα δικαιώματα του συνταξιούχου και του εργαζόμενου.

Σας διαβεβαιώνω, φίλες και φίλοι, ότι τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Ότι το ΠΑΣΟΚ έχει διατυπώσει εδώ και ενάμιση χρόνο στη Βουλή -και είχα εγώ την τιμή να είμαι εισηγητής εκείνη την περίοδο- μια ολοκληρωμένη πρόταση και για τη διαδικασία του διαλόγου και για τη μέθοδο της μελέτης και για τις ουσιαστικές αλλαγές που μπορούν να δώσουν βιώσιμη και μακροπρόθεσμη λύση, χωρίς μείωση των συντάξεων και χωρίς αύξηση των νομοθετημένων ορίων ηλικίας. Λένε ανακρίβειες, κινδυνολογούν και τρομοκρατούν σκόπιμα την κοινωνία όσοι διατείνονται το αντίθετο. Χωρίς στοιχεία, χωρίς μελέτες, επιβάλλουν έναν συντηρητικό, ένα δεξιό τρόπο σκέψης. Και δεν πρέπει αυτό να μας επηρεάζει.

Γι’ αυτό έχω προτείνει, μετά τις 12 Νοεμβρίου, το ΠΑΣΟΚ, να οργανώσει μόνο του δημοκρατικό και κοινωνικό διάλογο, με όλους τους επιστημονικούς φορείς και όλους τους κοινωνικούς εταίρους. Για να δείξουμε ότι έχουμε πρόθεση, μπορούμε να πάρουμε πρωτοβουλίες, μπορούμε να εγγυηθούμε τον διάλογο, μπορούμε να διευθύνουμε το μέλλον της χώρας. Το μπορούμε; Θα το πετύχουμε.

Φίλες και φίλοι, έχουμε μια πρωτόγνωρη διαδικασία στις 11 Νοεμβρίου: μια διαδικασία εκλογής προέδρου με τρεις υποψηφίους, με ένα μεγάλο κοινωνικό σώμα, το σύνολο των μελών και φίλων, που θέλουμε να ξεπεράσει κατά πολύ το 1 εκατομμύριο του 2004. Και θέλουμε το ΠΑΣΟΚ να μην είναι το ΠΑΣΟΚ των μηχανισμών, να μη φοβίζει, να ανήκει στην κοινωνία, να φωτιστεί, να είναι ένα ΠΑΣΟΚ φιλικό προς τον πολίτη, ώστε ο πολίτης να έρθει στη διαδικασία της 11ης Νοεμβρίου. Να έρθει να αγκαλιάσει το ΠΑΣΟΚ, να συζητήσει με το ΠΑΣΟΚ, να συναντηθεί μαζί μας, να μας δώσει την ψήφο του και τη στήριξή του. Γιατί θέλουμε η 11η Νοεμβρίου να είναι μια νέα αφετηρία, να είναι εφαλτήριο για το ενωμένο και ανανεωμένο ΠΑΣΟΚ της νίκης.

Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάξουμε αυτό το κλίμα, το κλίμα της συναίνεσης, το κλίμα της δημοκρατίας, το κλίμα του πολιτικού πολιτισμού. Πρέπει να στραφούμε στην κοινωνία. Πρέπει να μιλήσουμε με τους πολίτες και πρέπει να τους πείσουμε ότι αυτό που κάνουμε δεν αφορά την κομματική εξουσία και τη σταδιοδρομία κάποιων ανθρώπων. Εμείς τώρα δε λύνουμε εσωτερικά προβλήματα, ούτε ξεπερνούμε μια εσωτερική κομματική κρίση. Διαμορφώνουμε το μέλλον της χώρας. Και μπορούμε να πείσουμε ότι στις 12 Νοεμβρίου θα είμαστε έτοιμοι. Γιατί ο χρόνος στενεύει. Πρέπει να κινηθούμε με ταχύτητα.

Ένα κόμμα, βεβαίως, που έχει ηττηθεί, ένα κόμμα που περίμενε να κερδίσει και έβλεπε ότι η κυβέρνηση έχει κάνει ό,τι μπορούσε για να χάσει και βλέπει να μειώνονται τα ποσοστά του, βλέπει η διαφορά να είναι πολύ μεγάλη, βλέπει ο κ. Καραμανλής να κερδίζει μια οριακή αυτοδυναμία, αλλά αυτοδυναμία, βλέπει τα μικρότερα κόμματα να χαίρονται γιατί νίκησαν, γιατί μπήκαν στη Βουλή ή γιατί αύξησαν τις δυνάμεις τους, τα βλέπει να στρέφονται προς το ΠΑΣΟΚ και να διεκδικούν κομμάτια από το ΠΑΣΟΚ. Αυτός λοιπόν ο πολίτης πρέπει να καταλάβει ότι μία ελπίδα και μία προοπτική έχει: να βρει ένα ΠΑΣΟΚ που μπορεί ως εξουσία αύριο να του δώσει καλύτερες λύσεις και να τον αντιμετωπίσει πιο δίκαια, να του δώσει απάντηση στις αγωνίες του.

Και πρέπει και τα άλλα κόμματα της Αριστεράς να σέβονται αυτόν τον ιδιαίτερο ρόλο του ΠΑΣΟΚ. Γιατί είναι διαφορετικό να μπορείς να αντιπολιτεύεσαι, χωρίς να διατρέχεις τον κίνδυνο να αναλάβεις την εξουσία όταν κληθείς να αποδείξεις την αλήθεια αυτών που λες και διαφορετικό να πρέπει να μετράς τα λόγια σου ένα-ένα, να τα κοστολογείς και να λες: Έτσι θα το κάνω και έτσι θα το χρηματοδοτήσω. Κι εμείς δε λέμε εύκολα λόγια. Λέμε λόγια που συνιστούν συμβόλαιο τιμής.

Αυτά που αναλαμβάνουμε να κάνουμε σε σχέση με τον τόπο πρέπει να μπορούμε να τα κάνουμε, μπορούμε να τα κάνουμε και γι’ αυτό είναι αναντικατάστατος ο ιστορικός και πολιτικός ρόλος του ΠΑΣΟΚ. Του ΠΑΣΟΚ που νικά, του μεγάλου ΠΑΣΟΚ.

Φίλες και φίλοι, δεν διεκδικώ έναν σημαντικότερο και ισχυρότερο πολιτικό ρόλο. Δεν θέτω ένα προσωπικό στοίχημα, δεν εκφράζω μια προσωπική φιλοδοξία και πολύ περισσότερο μια προσωπική ματαιοδοξία. Δεν είναι αυτό που μπορούμε να κάνουμε τώρα. Θα ήμασταν όλοι κατώτεροι των περιστάσεων, εάν αντιμετωπίζαμε έτσι τα πράγματα.

Τι είναι αυτό που κάνουμε; Θέλω να σας πω, με κάθε ειλικρίνεια, πώς βλέπω τη θέση μου μέσα στην πολιτική και μέσα στο ΠΑΣΟΚ. Βρίσκομαι στην πολιτική υπό μία απαράβατη προϋπόθεση: Την επόμενη φορά που θα ασκήσουμε την εξουσία, όταν την παραδώσουμε, γιατί έτσι λειτουργούν οι δημοκρατίες σε όλον τον κόσμο, να μη μπορεί κανείς δημοσιογράφος και κανείς πολίτης να στραφεί με αυστηρότητα προς εμένα, για να μου πει «γιατί δεν το κάνατε αυτό που υποσχεθήκατε, γιατί κάνατε αυτό το λάθος, γιατί δεν τηρήσατε τους κανόνες της διαφάνειας, γιατί δεν αλλάξατε αυτά που πρέπει να αλλάξουν και όλοι το λένε στο κράτος, στην οικονομία, στην κοινωνία; Γιατί δεν κάνατε τα αυτονόητα από τα οποία πάσχει ο τόπος;».

Δεν το ανέχομαι αυτό, δεν θέλω να μου συμβεί, δεν θέλω να μας συμβεί ως κόμμα. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να μας συμβεί. Αυτή είναι η απαράβατη ηθική, συναισθηματική και πολιτική προϋπόθεση για την παραμονή τη δική μου στην πολιτική.

Αυτό που κάνω δεν είναι να διαμορφώνω τις προϋποθέσεις μιας δικής μου διαδρομής. Μόνος μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είπα πολλές φορές ότι εγώ δεν γεννήθηκα μέσα στην εξουσία, είμαι ένας από εσάς, το νιώθω απόλυτα αυτό.

Μόνον όλοι μαζί μπορούμε να ανανεώσουμε και να αναγεννήσουμε το ΠΑΣΟΚ. Γιατί μόνον όλοι μαζί μπορούμε να εγγυηθούμε όχι μόνο την ενότητα του, αλλά και την άνοδο του. Μόνον όλοι μαζί μπορούμε να εκπληρώσουμε μία ιστορική, κοινωνική και πολιτική αποστολή. Μόνον όλοι μαζί μπορούμε να αντιτάξουμε στη δεξιά και στον κ. Καραμανλή έναν άλλο λόγο, ένα άλλο κοινωνικό ρεύμα, μία άλλη πολιτική και κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Διέθεσα όποιες δυνάμεις έχω, όποιες ικανότητες έχω, στη διάθεση της παράταξης. Η παράταξη είναι αυτή που θα διαλέξει τι θέλει για τον εαυτό της και τι θέλει για τον τόπο. Εάν θέλει να κάνει μία επιλογή, μία επιλογή που να είναι πλειοψηφική, δυναμική και ανανεωμένη, εάν θέλει να εκφραστεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο μέσα στη Βουλή, μέσα στην κοινωνία, ή αν θέλει να κάνει μία άλλη επιλογή απολύτως σεβαστή, απολύτως θεμιτή, απολύτως αποδεκτή.

Το δίλλημα είναι ιστορικό και το δίλλημα αφορά την 12η Νοεμβρίου. Ενωμένοι θα είμαστε. Σύντροφοι αγαπημένοι, στρατιώτες στην ίδια μάχη. Αλλά έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία, ποιος εκφράζει το ΠΑΣΟΚ, έχει πολύ μεγάλη σημασία αν στις 12 Νοεμβρίου θα δίνουμε την ευκαιρία στο ΠΑΣΟΚ που μεγαλώνει και διευρύνεται γενικά ή αν θα ανοίγουμε την πόρτα στο ΠΑΣΟΚ που μικραίνει, στο ΠΑΣΟΚ που είναι ηττοπαθές, στο ΠΑΣΟΚ που παραιτείται, στο ΠΑΣΟΚ που δεν θέλει να παίξει αυτόν τον μεγάλο ιστορικό ρόλο που μας έταξε ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Δεν ζητάω από εσάς να σκεφτείτε απλά και μόνο λογικά και να με εμπιστευτείτε. Ζητώ από εσάς να αποκτήσετε μαζί μου μία σχέση συναισθηματική και ηθική. Σας ζητώ να μοιραστείτε μαζί μου την ίδια αγάπη για την παράταξη, την ίδια αγάπη για τον άνθρωπο και την ίδια αγάπη για τον τόπο.

Οι παρατάξεις αποκτούν τέτοιες συναισθηματικές και ηθικές σχέσεις συνήθως με τον επικεφαλής τους. Και είναι αξεπέραστη η σχέση που έχει ο δημοκρατικός κόσμος με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Με λίγους ανθρώπους έχει διαμορφωθεί μέσα στην παράταξη τέτοιος δεσμός. Ίσως το μοναδικό άλλο παράδειγμα να ήταν η Μελίνα και ο Γιώργος Γεννηματάς.

Με γνωρίζετε ως υπουργό, ως μάχιμο στέλεχος σε δύσκολες στιγμές. Ξέρω ποια είναι η κρίση σας, όταν βλέπετε τις πρωτοβουλίες μου, τις εμφανίσεις μου, δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει τώρα. Τώρα ήρθε η ώρα να αποκτήσουμε άλλους δεσμούς. Τώρα πρέπει να κινηθούμε ως ένας άνθρωπος. Πρέπει όλοι μαζί πραγματικά, με εμπιστοσύνη, με συντροφικότητα, με αγωνιστικότητα, με πάθος, αλλά και με λόγο πολιτικό και με σκέψη διορατική να χτίσουμε το ΠΑΣΟΚ του μέλλοντος. Εμπρός λοιπόν!

Η πρωτοβουλία μου ανήκει σε όλο το λαό του ΠΑΣΟΚ. Ας ξανακάνουμε το ΠΑΣΟΚ μεγάλο, πλειοψηφικό, φιλολαϊκό.
Εμπρός για τη νίκη. Με τη νίκη. Γεια σας.

Tags: Πολιτικές Ομιλίες, 2007